METAL CHURCH - "Come and pray / The first ten years"

Wednesday, 21 June 2017 08:58
Συντάκτης:
Published in Αρθρογραφία

Στις 27/5 θα πραγματοποιηθεί ένα μου (μουσικό) όνειρο. Οι ηγέτες του US metal, οι τιτάνιοι Metal Church, θα πατήσουν το πόδι τους στη σκηνή του club “Κύτταρο” και η προσμονή έχει εκτοξευτεί σε δυσθεώρητα ύψη. Ξέρω πως υπάρχουν αρκετοί ακόμη μουρλοί εκεί έξω που στο άκουσμα της είδησης αυτής, πριν κάποιους μήνες, έβγαλαν καπνούς από τα αυτιά, αφρούς από το στόμα και δεν κοιμήθηκαν εκείνο το βράδυ. Αλλά ποιοι είναι αυτοί οι Αμερικανοί, για τους οποίους όλος αυτός ο χαμός;

Εξιστορεί ο Δημήτρης Τσέλλος

Έλα να σου πω.

Chapter One: Establishing The Church!

 

1981 - Πέντε μουσικοί συναντώνται στο Aberdeen και δημιουργούν τους Sharpnel. Πρόκειται για τους Kurdt Vanderhoof και Craig Wells στις κιθάρες, τον Duke Erickson στο μπάσο, τον Kirk Arrington στα τύμπανα και τον David Wayne στα φωνητικά. Αφού αλλάζουν το όνομά τους σε Metal Church (μέσα στα δέκα πιο metal και πωρωτικά ονόματα ever, μόνο που λες τις δύο αυτές λέξεις ξεκινάς το headbanging!), ηχογραφούν τα πρώτα τους demos και υπογραφούν στη Ground Zero για να κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο άλμπουμ τους. Εκείνα τα χρόνια, για να παίξεις metal στις ΗΠΑ, θα έπρεπε να ακολουθήσεις ένα από τα παρακάτω μονοπάτια: Ή αυτό των Judas Priest, των Iron Maiden και του NWOBHM, ή θα έπαιρνες το άλλο, που ήταν στα γεννοφάσκια του και ονομαζόταν “Thrash”. Οι Metal Church όμως πρωτοπόρησαν. Μαζί με κάποιους ακόμη, λίγους, δημιούργησαν ένα καινούργιο μονοπάτι, στη μέση των προαναφερθέντων δύο. Ένα μονοπάτι που θα συνδύαζε το κλασσικό heavy με το thrash…

 

1984 - Ο παρθενικός δίσκος της πεντάδας είναι γεγονός. Ως τίτλο έχει απλά το όνομα του συγκροτήματος και ένα τρομερό εξώφυλλο που περνάει αμέσως το μήνυμα της μπάντας. Στο εσωτερικό, ανάμεσα στις αυλακώσεις του βινυλίου, υπάρχει “καυτό” αμερικανικό μέταλλο, που καθώς ξεχύνεται από τα ηχεία δεν αφήνει περιθώρια για την οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Καταπληκτική αρχή με τον ύμνο “Beyond the Black” και ισάξια συνέχεια με το θρυλικό ομότιτλο κομμάτι, που σε ξυρίζει κόντρα με αλατόνερο.

 

“Many, many years ago, on a distant shore, men did gather secretly, beyond a hidden door… They travel long, they travel far, darkness through the night, yes, this is the place they’ve chosen to build another site!” τραγουδά ο Wayne με την τόσο ιδιαίτερη φωνή του, ενώ στη συνέχεια το refrain όταν ανταμώνει με εκείνο το ασύλληπτο riff σε στέλνει αδιάβαστο. Δεν γίνεται να είσαι λάτρης της metal μουσικής και να μη σου κολλήσει η συγκεκριμένη στιγμή στο μυαλό. Το repeat θα πάρει φωτιά, έχεις το λόγο μου! Η συνέχεια, εξίσου καλή: “Gods Of Wrath”, “Hitman”, “Battalions” κάποιες ακόμη μεγάλες στιγμές του εν λόγω άλμπουμ, το οποίο και έμεινε τελικά στην ιστορία ως μνημείο μεταλλικής έκφρασης από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Το κιθαριστικό δίδυμο των Vanderhoof και Wells είναι ιδανικό για το ύφος αυτής της μουσικής, τόσο στα riffs όσο και στα solos, ο Erickson στο μπάσο μαζί με τον Arrington στα τύμπανα δημιουργούν ένα εξαιρετικό rhythm section (ειδικά ο δεύτερος δίνει ρέστα με το παίξιμό του και δικαιολογεί απόλυτα τη χυλόπιτα που έφαγε ο Lars Ulrich όταν θέλησε να αναλάβει τη θέση του drummer), ενώ για τη φωνή του Wayne, τι να γράψει κανείς… Σημείο αναφοράς, αντικείμενο μελέτης. Η παραγωγή του μεγάλου Terry Date (στα πρώτα του βήματα) μόνο θα μπορούσε να είναι λίγο πιο ογκώδης, αλλά μικρό το κακό. Κάθε φορά που το εν λόγω αριστούργημα παίζει, νομίζω πως βγαίνουν σπίθες και καπνοί από τα ηχεία! Όλα έδειχναν πως οι Metal Church θα είναι το next big thing στο χώρο, οι κριτικές ήταν αποθεωτικές και οι ίδιοι έπιασαν την ευκαιρία από τα μαλλιά.

 

1986 - “The Dark” το όνομα του δεύτερου δίσκου. Συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε ο πρώτος. Θα μπορούσαν να έχουν κυκλοφορήσει και μαζί, αν δεν μιλούσαμε για 80s εποχή και νοοτροπία. Χαμός και εδώ. Οι απόλυτα heavy κιθάρες συμβαδίζουν με “στοιχειωμένα” ατμοσφαιρικά περάσματα, η έμπνευση παραμένει στα ουράνια. Η μόνη διαφορά είναι στον ήχο, όπου ο Mark Dodson βάζει μερική από τη μαγεία του “Defenders of the Faith” των Judas Priest, στη παραγωγή του οποίου έδωσε το «παρών» ως μηχανικός ήχου, ειδικά στο πως ακούγονται τα τύμπανα. Αν είχε αναλάβει τη παραγωγή και του “Sin After Sin”, αντί να έχει και εκεί το ίδιο πόστο, δεν θα είχαμε το “εγκληματικό θάψιμο” που κατάφερε ο Roger Glover σε μια τέτοια δισκάρα (το’ριξα πάλι το καρφί μου, συγγνώμη αλλά δεν μπορώ!). Επιστροφή στα δικά μας και πάμε να δούμε τα tops του “The Dark”. Σαρωτικό έναυσμα με το “Ton Of Bricks”, mid tempo δυναμίτης το “Start The Fire” με εκείνο το θεϊκό γρύλισμα στην εισαγωγή πριν το riff-ατομική βόμβα που ακολουθεί, καλπάζει το “Method to Your Madness”, μοχθηρή μπαλάντα (θα μπορούσες να το πεις έτσι) το “Watch the Children Pray”… Μάλλον η ανώτερη σύνθεση του δίσκου είναι το ομώνυμο τραγούδι, αν και μπορεί όταν με ρωτήσεις σε λίγο καιρό, να σου πω κάποιο άλλο. Γι’ αυτό άσε με εμένα, τσίμπα το δίσκο και βρες το δικό σου αγαπημένο! Επίσης εδώ να υπογραμμίσω πως οι Metal Church ανήκουν πια στην Electra Records, μετά από προτροπή των φίλων τους Ulrich και Hetfield.


 

Chapter Two: Now the story starts again, all the time is lost…

Metal Church begins anew
Saving souls that are lost!

 

1989 - Τα δοξασμένα, τιμημένα 80s μας αφήνουν σιγά σιγά και εκεί που περιμένεις με αγωνία το επόμενο βήμα, έρχεται η κακή είδηση: Ο Vanderhoof με τον Wayne αποχωρούν, με τον πρώτο όμως να παραμένει στη μπάντα αναλαμβάνοντας ρόλους πίσω από τα φώτα, στη σύνθεση, στη παραγωγή και στην ενορχήστρωση. Σοβαρό πλήγμα ήταν αυτό του τραγουδιστή, αφού εδώ μιλάμε για μια φωνή με σφραγίδα γνησιότητας. Τη θέση της δεύτερης κιθάρας καλύπτει ο δίμετρος κιθαρίστας John Marshall (ο οποίος έπαιξε και στους Metallica όταν ο Hetfield έσπασε το χέρι του), και το μικρόφωνο αναλαμβάνει ο Mike Howe (πρώην Heretic), μια κίνηση που θα αποδειχθεί λίρα εκατό και ευτυχώς θα σώσει τη παρτίδα. “Blessing in Disguise” η πρώτη προσπάθεια της νέας σύνθεσης και ευθύς αμέσως δημιουργούνται δύο στρατόπεδα: Αυτό των οπαδών του Wayne και αυτό των οπαδών του Howe, χωρίς όμως να αμφισβητείται ο ένας από τους οπαδούς του άλλου. Προσωπικά, θεωρώ και τους δύο ισάξιους. Έτσι κι αλλιώς πρόκειται για μεγάλες φωνές. Από δω και στο εξής οι Church θα είναι ακόμη πιο τεχνικοί, πιο μελωδικοί και πιο …progressive αν θέλετε, χωρίς να χάσουν το παραμικρό συστατικό της μέχρι τότε ταυτότητάς τους. O Terry Date δεν ξανακάνει το ίδιο λάθος και αυτή τη φορά «αμπαλάρει» τα κομμάτια με τον απαιτούμενο όγκο, σε μια εξαιρετική παραγωγή. Ο δίσκος ξεκινά με μια από τις κορυφαίες συνθέσεις όχι μόνο της μπάντας, αλλά του heavy metal στην ολότητά του. “Fake Healer” και οι νέοι Metal Church ακούγονται αποφασισμένοι να μας καταφέρουν το τελειωτικό χτύπημα. Τρομερές κιθάρες, μπάσο και τύμπανα που ρίχνουν τοίχους, ενώ ο Mike Howe ερμηνεύει απολαυστικά κοινωνικοπολιτικούς στίχους - γροθιά στο πρόσωπο κάθε αίτιου. Ισάξιο (αντικειμενικά, υποκειμενικά είναι το δεύτερο καλύτερο του δίσκου) το σχεδόν 10λεπτο “Anthem To The Estranged”, με τις εναλλαγές και το προοδευτικό του ύφος. Καθηλωτική σύνθεση, με μια σπουδαία ερμηνεία από τον Howe. Λατρέψτε το ελεύθερα. Τα “Rest In Pieces [April 15, 1912]”, “Of Unsound Mind” και “Badlands” συμπληρώνουν μια κορυφαία πεντάδα, που απλά είναι ένα “τσικ” παραπάνω από τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου.

 

1991 - “The Human Factor”. Οι Metal Church παρακολουθούν τις εξελίξεις. Δεν είναι κλειστόμυαλοι και παρωπιδικοί. Έτσι στο τέταρτό τους άλμπουμ, κάνουν μια στροφή προς πιο σύγχρονα και καθαρά heavy metal μονοπάτια, αφήνοντας στην εφεδρεία τα power και speed στοιχεία τους. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του “The Human Factor” είναι η μη ύπαρξη αυτού που λέμε «μεγάλη σύνθεση» ή «hit», αλλά αυτή (η ύπαρξη) δέκα ισάξιων κομματιών. Ίσως, λέω ίσως, το “In Harm's Way” να μπορεί να πάρει το τίτλο του πρώτου μεταξύ ίσων. Ξανά ο Mark Dodson στη παραγωγή κάνει καλή δουλειά, ενώ ο Mike Howe είναι αυτός που στην ουσία οδηγεί τη μπάντα με τη φωνή του. Στίχοι τροφή για σκέψη, ένας πραγματικός καταπέλτης που δημιουργεί από προβληματισμούς ως και ανασφάλειες, ώριμο metal που συνδυάζει τη μελωδία με τη τεχνική, τις συνεχείς εναλλαγές με τις άψογες, υψίφωνες ερμηνείες. Στην αρχή με είχε απογοητεύσει, αφού το άκουσα μετά τους δύο πρώτους “τυφώνες”, πλέον που βλέπω αλλιώς τα πράγματα το χαίρομαι απίστευτα. Ακόμη και μετά από τόσα χρόνια, είναι πολύ πιο σύγχρονο και “φρέσκο” από κυκλοφορίες των τελευταίων 3-4 ετών. Μπροστά από την εποχή του, με λίγα λόγια!

 

1993 - “Hanging in the Balance”. Κάποιοι μιλούν για τον καλύτερο Metal Church δίσκο. Διαφωνώ, όλοι τους είναι στο ίδιο επίπεδο, ο καθένας από το δικό του πόστο. Κάποιοι για τον πιο «ενήλικο». Διαφωνώ και εδώ. Ποτέ οι Church δεν ακούστηκαν «παιδικοί» ή «ανώριμοι». Όλοι όμως μιλούν για έναν από τους καλύτερους δίσκους που μας έδωσε ποτέ η σκηνή των HΠΑ. Συμφωνώ και επαυξάνω. Είναι ένα χαρακτηριστικότατο επιχείρημα στα χείλη όλων ημών που μιλάμε για την ανάγκη της συνεχούς προόδου, μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια πάντα. Εντάξει, όχι για όλους, κάποιοι πρέπει να μη κάνουν ούτε βήμα μπροστά. Το 1993 οι Metal Church ήταν ήδη μεγάλη μπάντα. Ήταν αυτοί που μαζί με άλλους “τιτάνες” όπως οι Queensryche, οι Sanctuary, οι Q5, οι Heir Apparent και οι Fifth Angel, ξεκίνησαν τη τρομερή σκηνή του Seattle, την εξέλιξαν και την έφεραν σε ένα τέτοιο επίπεδο, που να μιλάμε για ένα “hot spot” μεταλλικής ποιότητας. Κράτησαν «ζωντανή» τη μουσική μας, όταν η λαίλαπα των καρό πουκαμίσων, του σιχαμένου grunge/alternative και της παρακμής σάρωνε τα πάντα στις ΗΠΑ και απειλούσε την ίδια της την ύπαρξη. Άντεξαν, αλλά κάπου προς το τέλος της κυριαρχίας της ντροπής της μουσικής που λέγεται grunge (φτου!), κάποια προσωπικά προβλήματα και η όλη κατάσταση που επικρατούσε τους οδηγούν στη διάλυση. Αυτό όμως, δεν αφαίρεσε τίποτα από την αδιαμφισβήτητη αξία του “Hanging in the Balance”. Οι Church διέλυσαν ελέω «έλλειψης ενδιαφέροντος» από πλευράς μουσικής βιομηχανίας, και ας ήρθε αυτή καθυστερημένα. Όχι επειδή παρήκμασαν μουσικά. Αυτά για να μπαίνουν τα πράγματα στη θέση τους.

Πίσω στο δίσκο τώρα, όπου ως bonus trivia έχουμε μερικές ιδιαίτερες συμμετοχές. Στις κιθάρες οι Randy Hansen (tribute μουσικός στον Hendrix και συντελεστής του ost για το “Αποκάλυψη Τώρα”) και Jerry Cantrell (Alice in Chains, Ozzy, ο δεύτερος μετά τον Mike Inez από τη μπάντα που πέρασε σε metal χωράφια, γι’ αυτό και γλυτώνει το κράξιμο), στα φωνητικά οι κυρίες Allison Wolfe, Kathleen Hanna και η θεάρα Joan Jett (δείτε το βίντεο της διασκευής της στο “Dirty Deeds…” για να καταλάβετε τι σημαίνει σέξι και ακαταμάχητη γυναίκα!) και ακόμη ο σπουδαίος Paul O’Neill (R.I.P) στη παραγωγή και στην ενορχήστρωση. Ειδική μνεία στους Metallica και στο crew τους, οι οποίοι τους βοηθούσαν σε κάθε βήμα. Οι Metallica τους Church, όχι το ανάποδο, έτσι;

Αυτά λοιπόν.

 

Κάπως έτσι τελείωσε η πρώτη περίοδος της θρυλικής μπάντας από το Seattle. Όπως όμως κάθε τι που δεν είναι εφήμερο και έχει ποιότητα, οι Αμερικανοί επανασυνδέθηκαν και έδωσαν καλούς δίσκους που αναζωπύρωσαν το ενδιαφέρον του κοινού και τους γνώρισαν σε νέους ακροατές, με τον Ronnie Monroe στα φωνητικά. To 2015 αποφασίζουν να ξαναπιάσουν το κουβάρι από εκεί που το είχαν αφήσει στα 1994, με τον Mike Howe να επιστρέφει! Μέρος αυτού του (ξε)τυλίγματος είμαστε και εμείς. Θα ζήσουμε μεγάλες στιγμές στο Κύτταρο. Γιατί θέλω να είμαι εκεί;

 

1. Γιατί θέλω να δω έναν θρύλο της αγαπημένης μου μουσικής, σε περίοδο δεύτερης νιότης και όχι μες στη παρακμή.
2. Γιατί περιμένω σαν παλαβός να τραγουδήσω ύμνους που έγραψαν με χρυσά γράμματα το όνομά τους στο metal ανθολόγιο.
3. Γιατί θέλω να δω από κοντά μια από τις μεγαλύτερες φωνές του αμερικάνικου metal, τον Mike Howe, να “ζωγραφίζει” τα κομμάτια που τραγουδά με τις εκφράσεις και τις κινήσεις του.
4. Γιατί ξέρω πως θα γαζώσουν. Χωρίς εισαγωγικά. Με νότες αντί για σφαίρες.

Ευπρεπώς ενδεδυμένοι, προσέλθετε για μια Μεταλλική Λειτουργία που θα σας μείνει χαραγμένη στη μνήμη, στη καρδιά και στη ψυχή. Long Live the Metal Church!
Βοήθειά μας…


ΥΓ: Το κείμενο αυτό αφιερώνεται στη μνήμη του David Wayne, ο οποίος έφυγε από κοντά μας μετά από αυτοκινητιστικό δυστύχημα, στις 10/5/2005. R.I.P doc…

Read 447 times

Leave a comment