Monuments on Facebook

THIS MORTAL COIL - "Το τέλος της μουσικής"

Thursday, 05 October 2017 12:05
Published in Αρθρογραφία

Αυτό το παράξενο συναίσθημα

Αρθρογραφεί ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Μη μου πείτε πως κάποτε δε νιώσατε και σεις ότι έχει έρθει. Είμαι σίγουρος ότι δε χρειάζεται να σκεφτείτε και πολύ για να θυμηθείτε πότε έγινε αυτό, γιατί, απλά, αν κάποτε το νιώσατε, δεν πρόκειται να το έχετε ξεχάσει.

Η πρώτη φορά που το ένιωσα ήταν όταν άκουσα το “The Snow Goose” των Camel. Δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι, μετά από αυτό, η μουσική είχε τελειώσει. Χρειάστηκε να περάσουν μόλις εννέα χρόνια για να ξανανιώσω ότι η μουσική δε μπορούσε να πάει παρακάτω. Αυτή τη φορά, αιτία ήταν το “It’ll End in Tears” των This Mortal Coil. Μόνο που αυτή τη φορά, όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε, ο «ασθενής» βρισκόταν σε κώμα και τελικά «απεβίωσε» επτά χρόνια αργότερα, ήτοι μετά την κυκλοφορία των “Filigree and Shadow” και “Blood”. Μάλιστα, θυμάμαι πως είχα νομίσει ότι το τέλος ήταν οριστικό. Κι όμως, το ένιωσα και μια τρίτη φορά με τόπο τελέσεως το Montreal και ένα άλμπουμ που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1998, αφού την κόπια του Μαϊου του 1997 την είχαν αποκτήσει όσοι ελάχιστοι είδαν τις πρώτες τους ζωντανές εμφανίσεις. Ξέρετε εσείς ποιων…

Το τέλος της μουσικής είναι ένα πολυσύνθετο και, τελικά, ανερμήνευτο συναίσθημα. Δεν έχει καμία σχέση με την όποια και την όση ευχαρίστηση μπορεί να πάρει κανείς από την ακρόαση ενός δίσκου ή το σύνολο των κυκλοφοριών ενός καλλιτέχνη ή συγκροτήματος. Είναι, παράλληλα, ένα αυτάρκες και αυτοτελές συναίσθημα, που όταν (και αν) νιώσεις, πιστεύεις ότι έχουν πλέον γίνει τα πάντα και τίποτα απολύτως δε μπορεί να φτάσει σε τέτοιο επίπεδο. Συνεπώς, είναι απολύτως προσωπικό και σχετίζεται τόσο με την εμπειρία κάποιου περί τα μουσικά, όσο και με τις προσωπικές καταστάσεις που βιώνει. Όχι γενικά από τη ζωή του, αλλά από την ίδια την ακρόαση της μουσικής.

Το τέλος της μουσικής έρχεται πάντα γαλήνιο, γι’ αυτό και είναι απολύτως πειστικό. Δεν ταυτίζεται, ούτε εξαρτάται από μουσικά είδη και κατηγορίες, αν και κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ βολικό για τους περισσότερους. Εντάξει, για παράδειγμα, μπορείς να νιώσεις πως με το δίσκο αυτό ήρθε το τέλος του rockabilly (του ποιου;), αλλά πόση από τη «μουσική» χωράει στο rockabilly; Πρέπει, λοιπόν, να μιλάμε για μουσική που υπερβαίνει τα στενά όρια ενός είδους. Έτσι λοιπόν, αναφερόμενοι στο “The Snow Goose”, δεν κάνουμε λόγο μόνο για progressive ή jazz rock, αλλά για όλο το φάσμα της ως τότε rock, αλλά και της «ενσωματωμένης» σε αυτό κλασικής μουσικής. Μιλώντας δε για τη μουσική των This Mortal Coil, πέρα από το μαγικό ήχο της 4AD των ‘80s, κάνουμε λόγο τουλάχιστον τόσο για τα μυθικά ‘60s, όσο και για το σύνολο της αποκαλούμενης «ατμοσφαιρικής» μουσικής.

 


“When we have shuffled off this mortal coil, must give us pause: there's the respect that makes calamity of so long life” Hamlet (3.1.56-69)

Μετά από τους This Mortal Coil, όποτε κάποιος χαρακτηρίζει μια μουσική ως ατμοσφαιρική, θα πρέπει να προτάσσει σε παρένθεση το ακρωνύμιο (S.T.M.C., ήτοι: sorry, This Mortal Coil). Αν δε με βρίσατε, σίγουρα γελάσατε, όμως δεν αστειεύτηκα, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι κανείς απολύτως, όσο αυτή η κολεκτίβα, δεν έφτιαξε τόσο ατμοσφαιρική μουσική. Όσοι τους γνωρίζετε ήδη, καταλαβαίνετε. Πόσο καλά όμως τους γνωρίζετε; Όσοι πάλι δεν τους έχετε ακούσει καν, ετοιμαστείτε για κάτι το μοναδικό. Ετοιμαστείτε για το τέλος της (έστω, ατμοσφαιρικής) μουσικής.
Ποτέ μου δεν ήθελα να είμαι κάποιος άλλος. Αν όμως με πίεζες αφόρητα να σου πω κάποιον, ίσως, μετά από διάφορα pints, να έλεγα ότι θα ήθελα για μετρημένα στα δάχτυλα χρόνια να λέγομαι Ivo Watts-Russell. Δηλαδή, να είμαι ο τύπος που συνίδρυσε την 4AD και ήταν ο ιθύνων νους των This Mortal Coil. Αυτός που έγραφε κάποια τραγούδια τους, που επέλεγε τις απρόσιτες από οποιονδήποτε κοινό μουσικό θνητό μυθικές διασκευές τους και καθόριζε τους μουσικούς που κάτω από τη συγκεκριμένη Σεξπηρική επωνυμία θα ερμηνεύσουν το κάθε τραγούδι. Η ιδέα του Ivo (ναι, προφανώς γι’ αυτόν είναι γραμμένη η φερώνυμη εισαγωγική σύνθεση του “Treasure”) ήταν να υπάρχει ένα σχήμα που θα εγκολπώνει μουσικούς, οι οποίοι θα συνεργάζονται για να ηχογραφήσουν υλικό διαφορετικό από εκείνο που θεωρείτο ως αναμενόμενο, βάσει της μέχρι τότε δημιουργίας τους. Και, φυσικά, για να διασκευάσουν -με την κυριολεκτική έννοια του όρου- γνωστότερα και μη τραγούδια. Τα προεόρτια έγιναν το 1983 με τους Elizabeth Fraser και Robin Guthrie των Cocteau Twins να ερμηνεύουν το “Song to the Siren” του Tim Buckley. Η απήχηση ήταν μεγαλειώδης, αφού το τραγούδι έμεινε για 101 εβδομάδες στα UK indie charts! Αν ο μέγας Tim μπορούσε να το ακούσει, πιστεύω πως σίγουρα θα ήταν πολύ, μα πολύ, περήφανος.


 

“It’ll End in Tears”

Τον Οκτώβριο του 1984, λοιπόν, είχε φτάσει η στιγμή να (ξανα)έρθει η αρχή του τέλους της μουσικής. Το “It’ll End in Tears” (λέτε ο τίτλος να αναφερόταν προφητικά στο τέλος της μουσικής;) βρισκόταν στις προθήκες των δισκοπωλείων και δεν είχε να επιδείξει συγκεκαλυμμένους μονάχα τους Cocteaus, αλλά και άλλα μέλη άλλων συγκροτημάτων της 4AD, όπως των Dead Can Dance, Xmal Deutschland, Modern English, Cindytalk, Colourbox, The Wolfgang Press, όπως και τον Howard Devoto, κολοσσό των Magazine και Buzzcocks, αλλά και τον διάσημο για τις «ετερόκλητες» συνεργασίες του τσελίστα Martin McCarrick. Ζαλιστήκατε; Εγώ να δείτε… Είχα αγοράσει το δίσκο στην εγχώρια κόπια του και ψαχνόμουνα εναγωνίως να βρω τους συντελεστές. Το σοκ της ακρόασής του ήταν (και σιγά μήπως δεν είναι ακόμα, επειδή το έχω ακούσει μόνο κάποιες πάρα πολλές εκατοντάδες φορές…) τεράστιο. Από τις πρώτες νότες ένιωθες το δωμάτιο να υποφωτίζεται και τα χρώματα να υποχωρούν στις αποχρώσεις του γκρίζου και της σέπιας. Τα τραγούδια ήταν γνήσια του ύφους της 4AD, αλλά ταυτόχρονα… δεν ήταν! Ήταν κάτι πολύ παραπάνω. Όταν ξεκίνησε το “Kangaroo” του Alex Chilton (των αληθινά ανεκτίμητων Big Star) ένιωσα πως ο μουσικός κόσμος δε θα ήταν ποτέ ο ίδιος. Το “Song to the Siren” το ήξερα, οπότε το δεύτερο χτύπημα ήρθε με το “Holocaust” επίσης του Alex Chilton, ερμηνευμένο από τον Howard Devoto. Καταλαβαίνετε την έκπληξή μου και πόσο υπέροχα ένιωσα “Shot by Both Sides”! Ο Ivo συνυπέγραφε δύο τραγούδια: το εκπληκτικό “Fyt” με το συνέταιρό του John Fryer και το “The Last Ray” με τους Cocteaus Robin Guthrie και Simon Raymonde. Η καθιερωμένη σε κάθε κυκλοφορία τους διασκευή τραγουδιού συγκροτήματος που ανήκε στο δυναμικό της 4AD εδώ ανήκε στο “Fond Affections” των Rema Rema, που ακουγόταν καθηλωτικό. Τι να πει κανείς όμως για το “Another Day” του Roy Harper, με το οποίο η Elizabeth Fraser στοίχειωσε τα ‘80s; Η Lisa Gerrard των Dead Can Dance συνεισέφερε δύο συγκλονιστικές στιγμές, τις “Waves Become Wings” και “Dreams Made Flesh”, ενώ ο Simon Raymonde έδωσε και πάλι το παρών με τα καθηλωτικά “Barramundi” και “A Single Wish”, ενώ υπήρχε και το “Not Me” του Colin Newman των Wire.
Οι λέξεις αποδεικνύονται αληθινά φτωχές, όταν πρέπει να περιγράψουν συγκλονιστικά συναισθήματα, διότι υπάρχει ορατός ο κίνδυνος να χάσουν το νόημα τους μέσα στον καταιγισμό των πληροφοριών και των επαναλήψεων. Βλέπετε, όπως γνωρίζετε πολύ καλά, η μουσική δεν είναι για να διαβάζεται, αλλά για να ακούγεται. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, για να ακούγεται με προσοχή. Βέβαια, εδώ και να θέλεις να χαλαρώσεις, δε μπορείς. Το “It’ll End in Tears” σε απορροφά και έχει εκ των προτέρων όλη την προσοχή σου. Γι’ αυτό είναι κατεξοχήν επικίνδυνο άλμπουμ. Σε αντάλλαγμα, σου δείχνει εικόνες που δε μπορείς να δεις αλλιώς. Βλέπεις την ομίχλη να σέρνεται ζωντανή ανάμεσα στα δωμάτια και τη γη να πίνει τη βροχή. Μαθαίνεις πως οι αναμνήσεις λένε ψέματα, πως ουσιαστικά δεν υπάρχει το παρόν, πως η ομορφιά των ματιών έχει μόνο ερημιά, πως το φως τρυπά ακόμα και τα κλειστά βλέφαρα ή πως ό,τι αγαπάς δε θα πεθάνει ποτέ. Κι αυτά είναι μόνο οι πρώτες αυτόματες σκέψεις.

 

“Filigree and Shadow”

Το “Filigree and Shadow” αρχικά ήταν τραγούδι των Fever Tree από τα '60s και από το Σεπτέμβριο του 1986 έγινε ο τίτλος του δεύτερου και διπλού άλμπουμ των This Mortal Coil. Εδώ, ενώ υπάρχουν εκπρόσωποι συγκροτημάτων της 4AD, όπως των Colourbox, Dif Juz και The Wolfgang Press, οι περισσότεροι τραγουδιστές δεν ανήκουν στις τάξεις της. Τα δεκατρία από τα εικοσιπέντε τραγούδια του είναι ορχηστρικά. Ο πρώτος δίσκος του δε γινόταν να ξεκινήσει πιο επιβλητικά από το “Velvet Belly” του επανεμφανιζόμενου Martin McCarrick. Ακολουθεί το δεν-έχω-λόγια ”The Jeweller” του παμμέγιστου πρωτοκορυφαίου Tom Rapp (των διανοούμενων Pearls Before Swine), μιας τεράστιας μουσικής (και μη) προσωπικότητας, με τον Dominic Appleton των Breathless να στέκεται με σεβασμό απέναντι στο πρωτότυπο και να πρωτοστατεί σε μια ακόμα εξαιρετική διασκευή. Το ίδιο ισχύει και για το “Tarantula”, το οποίο ο Appleton κάνει ένα από τα χαρακτηριστικότερα τραγούδια των TMC. Ο Simon Raymonde παρουσιάζει τα “Ivy and Neet” και “Tears”, ενώ το “Meniscus” του David Curtis των Dif Juz συμπληρώνει την πρώτη πλευρά.
Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το ανατριχιαστικό “My Father”, που έκανε γνωστό μεν η Judy Collins, αλλά απογειώθηκε εδώ από την Alison Limerick, που απεκδύθηκε τον dance εαυτό της για να ερμηνεύσει συναισθηματικά αυτούς τους συγκλονιστικούς στίχους. Η συνέχεια είναι το ίδιο καταιγιστική. Όταν παίρνεις το “Come Here My Love” του Van Morrison και το κάνεις να ακούγεται έτσι, ναι, μπορείς να πεις πως έρχεται το τέλος της μουσικής. Πάει άλλο; Και να ‘σου μετά ο καλπασμός του “At First, and Then” του Peter Ulrich των Dead Can Dance, για να μπορέσεις στη συνέχεια να αντέξεις το “Strength of Strings” του Gene Clark των The Byrds, που δεν ξέρω αν ήταν καλό που εκείνος πρόλαβε να το ακούσει έτσι. Η πλευρά κλείνει με το “Morning Glory” του Tim Buckley με τις Deirdre και Louise Rurkowski να βγάζουν ασύγκριτη αρχοντιά μέσα από τη λύπη.
Ο δεύτερος δίσκος έχει για επιβλητική εισαγωγή το “Inch-Blue” των TMC, οι οποίοι έχουν επίσης άλλα τέσσερα μοναδικής ευαισθησίας και ατμοσφαιρικότητας τραγούδια αμέσως παρακάτω. Ξεχωρίζει το μεταλλαγμένο “I Want to Live” του Gary Ogan, η διασκευή του “Firebrothers” του Gary Duncan των Quicksilver Messenger Service, που γεφυρώνει τις μουσικές δεκαετίες, όπως και εκείνη του κορυφαίου “I Must have Been Blind” του αγαπημένου της μπάντας, του Tim Buckley. Ανάλογο είναι το κλίμα και στην τελευταία της κυκλοφορίας πλευρά, όπου οι TMC έχουν τέσσερις κορυφαίες συνθέσεις, ενώ ακόμα ξεχωρίζουν η up tempo διασκευή του “Drugs” των David Byrne και Brian Eno των Talking Heads, όπως και η συγκλονιστική εκδοχή του “Alone” των Colin Newman και Graham Lewis των Wire.

 

“Blood”

ΚΙ εδώ αρχίζουν τα ρητορικά ερωτήματα: ποιο διπλό άλμπουμ των TMC είναι καλύτερο; Το “Filigree and Shadow” ή το τελευταίο τους, το “Blood”; Είπαμε: η ερώτηση είναι ρητορική, οπότε δε χρειάζεται και δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να την απαντήσουμε. Εδώ έχουμε νεοφερμένη dream team στα φωνητικά: την επιτομή της εμφάνισης της 4AD Caroline Crawley των Shelleyan Orphan, τη Heidi Berry με μεταγραφή από την Creation Records, την Kim Deal των Pixies και The Breeders και την Tanya Donelly των Throwing Muses. Τι κατώτερο από το τέλειο θα μπορούσε να γει μέσα από τέτοιους συντελεστές;
Το εισαγωγικό “The Lace Maker” των Ivo, Fryer και McCarrick σε βάζει κατευθείαν στον οικείο ονειρικό τόπο των TMC, όπου περιφέρονται και τα λοιπά δικά τους υπερφυσικά “Andialu” και “Loose Joints”. Η Caroline Crawley τραγουδά όπως μόνο εκείνη μπορεί και ξέρει το καταπληκτικό “Mr Somewhere” του Peter Milton Walsh των The Apartments, παλεύοντας σκληρά για την πρωτιά της πιο χαρακτηριστικής φωνής των TMC με την Deirdre Rurkowski, η οποία σε γεμίζει με γαλήνη στη διασκευή του “With Tomorrow” των Gene Clark και Jesse Ed Davis. Το λατρεμένο μου ανεξίτηλο στο χρόνο “You and your Sister” του τιτάνα Chris Bell, που αποδίδεται ανατριχιαστικά από τις μεγάλες κυρίες Kim Deal και Tanya Donelly, δε σου αφήνει καμία αμφιβολία ότι όντως η ιστορία δε μπορεί να πάει παραπέρα.

 

Κι όταν συνέλθεις κι αλλάξεις πλευρά, πέφτεις πάνω στο “Nature’s Way” του Randy California των The Spirit, που το δίδυμο Alison Limerick και Deirdre Rurkowski φροντίζει να ακουστεί καθηλωτικό. Κι ύστερα σε αποτελειώνει το “I Come and Stand at Every Door” του James Waters, σε στίχους του Nazim Hikmet, που αφηγείται την ιστορία ενός νεκρού παιδιού από τη βόμβα της Χιροσίμα που χτυπά μάταια τις πόρτες των σπιτιών για να μιλήσει για την ειρήνη. Η εκτέλεσή του από τους Deirdre και Louise Rurkowski και τον Tim Freeman των Frazier Chorus είναι μια λυπητερή εξομολόγηση καρδιάς, διαμετρικά αντίθετη από τα ηλιόλουστα τοπία του ήχου της μπάντας του Freeman. Οι Ivo και Fryer δίνουν άλλα δύο διαπιστευτήρια του μοναδικού ήχου των TMC, τα “Bitter” και “Baby Ray Baby” μέσω του αχτύπητου δίδυμου Alison Limerick και Deirdre Rurkowski, ενώ η πλευρά κλείνει όσο πιο γλυκά και ονειρικά γίνεται με το “Several Times” του Pieter Nooten των εξαιρετικών Clan of Xymox (θυμηθείτε το Μοσχοβίτικο Κουνούπι), με εγγύηση και πάλι τα φωνητικά της Deirdre.

Ο δεύτερος δίσκος ξεκινά με το επιβλητικό “The Lacemaker II” των TMC, ενώ παρακάτω υπάρχουν και άλλα δύο δικά τους τραγούδια. Η Caroline Crawley με τη φωνή της και μόνο αναπλάθει τρομερά το “Late Night” του Syd Barrett, ενώ ακολούθως ενώνει δυνάμεις με την Deirdre Rurkowski για το “Help Me Lift You Up” της Mary Margaret O’Hara. Υπάρχει ακόμα το αιθέριο “Carolyn’s Song” του David Roback των Rain Parade και Mazzy Star. Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με διασκευή του “Till I Gain Control Again” του Rodney Crowell, έχει δύο τραγούδια των Ivo – Fryer, από τα οποία το “Dreams are Like Water” είναι όσο πιο εύγλωττο γίνεται και περιλαμβάνει το ορόσημο “I am the Cosmos” του Chris Bell.

Επιμύθιο

Πείτε τους supergroup, πείτε τους μουσική κολεκτίβα, πείτε τους όπως θέλετε. Αυτά δεν έχουν καμία σημασία. Εκείνο που μετράει είναι μόνο η μουσική. Και η δική τους μουσική είναι αποδεδειγμένα πλέον διαχρονική, υπερευαίσθητη, άκρως ατμοσφαιρική και φτιαγμένη από ανθρώπους που καταφανώς αγαπούσαν αυτό που έκαναν. Τι έκαναν; Μα, χωρίς να το επιδιώξουν, έγραφαν με νότες το τέλος της (ατμοσφαιρικής) μουσικής.

Read 419 times

Leave a comment