WIPERS TRIBUTE – Η στούντιο δισκογραφία τους μέχρι και το 1986

Tuesday, 12 May 2020 18:42
Published in Αρθρογραφία

"Over the Edge". Πιο πολύ, πεθαίνεις…

Γράφει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Από τη μία λέω: “It's not the truth I see / It's just a mockery”! Άντε, να δεχτώ ότι κάποιοι δεν τους πήραν χαμπάρι τη δεκαετία του ’80. Ούτε μετά; Δηλαδή, τι δεν έχουν καταλάβει εδώ τόσα χρόνια;

 

 

 

“Αντικειμενικός” is my middle name

Προφανώς, όμως, εσείς καταλάβατε ότι το μικρό αφιέρωμα που ακολουθεί είναι γραμμένο όσο πιο υποκειμενικά και «φανατικά» γίνεται, από κάποιον που θεωρεί τη μπάντα του Greg Sage, τους Wipers, ως μία από τις σημαντικότερες στην ιστορία της μουσικής και από τις επιδραστικότερες στο ευρύτερο rock τοπίο, τουλάχιστον όπως αυτό διαμορφώθηκε από την εμφάνιση του grunge και μετέπειτα.

Η μουσική των Wipers δεν έχει σχέση με ξεχασμένα συναισθήματα. Τα ξαναζείς όλα όπως τα ένιωσες την πρώτη φορά και πολλά καινούργια είναι διαρκώς καθ’ οδόν. Δε χάνεις τίποτα από την πρώτη φορά, αλλά την επαναπροσδιορίζεις και την εμπλουτίζεις συνέχεια με την ωριμότητα που αποκτάς στο πέρασμα του χρόνου.
Οι Wipers δεν είναι ένα ακόμα πολύ καλό rock συγκρότημα και η μουσική τους δεν είναι μία ακόμα πολύ καλή rock μουσική. Κι αυτό το καταλαβαίνεις σύντομα, όταν τα τραγούδια τους μεταλλάσσονται σε αυστηρά προσωπική σου υπόθεση. Κάτι τέτοια είπαν και οι Curt Cobain, Dinosaur Jr., Mudhoney, Melvins, Dharma Bums, Mono Men, Stephen Malkmus, Hole και Poison Idea, που είχαν τις αισθήσεις τους ανοιχτές. Βλέπετε, η μουσική αυτή δεν προορίζεται μόνο για την ακοή σας.

 

 

Μια punk μπάντα, που δεν ήθελε να τη λένε punk

Η μπάντα σχηματίστηκε το 1977 στο Portland του Oregon από τον κιθαρίστα Greg Sage, το μπασίστα Dave Koupal και τον ντράμερ Sam Henry. Η μουσική της ξεχείλιζε από ένταση, που πήγαζε από ατόφιο πάθος. Μπορεί να ήταν τρεις, αλλά ακούγονταν σαν πολυμελής ορχήστρα. Κυριολεκτικά. Ναι, είχαν πολύ distortion, αλλά κανένα σκοτάδι. Αντιτάσσονταν σε κάθε μορφής αδικία όντας punk rock, αλλά όχι αυτό ακριβώς που σκέφτεστε, αν και σχηματίστηκαν το 1977. Άλλωστε, οι ίδιοι δεν ήθελαν να ενταχθούν σε κανένα μουσικό είδος, αλλά να παίζουν απλά τη δική τους μουσική. Πάντως, εκ των υστέρων κάποιοι τους αποκάλεσαν την πρώτη Pacific Northwest punk μπάντα. Κι εκείνοι είμαι σίγουρος πως χαμογέλασαν. Ξέρετε κάτι; Αν, λέμε τώρα, μπορούσε να γίνει λόγος για punk ιδεολογία, χωρίς εξαρτήσεις και ρατσισμούς, μη χάνετε το χρόνο σας και την ψάχνετε μακριά από τους Wipers.
Ο Sage ονειρευόταν την ίδρυση ενός γκρουπ που δεν θα έπαιζε τον παραδοσιακό rock 'n' roll ήχο και θα μπορούσε να αυτοχρηματοδοτεί τους δίσκους του, μη έχοντας ανάγκη τις δισκογραφικές εταιρείες και μη υποκύπτοντας στον παραμικρό συμβιβασμό. Κι έτσι, φτάσαμε στο 1978, με το πρώτο single τους "Better Off Dead" να κυκλοφορεί από την Trap Records του ίδιου του Sage. Δεν πέρασε πολύς καιρός και οι Wipers εγκατέλειψαν την ιδέα της Trap Records, με το ντεμπούτο "Is This Real?" να κυκλοφορεί από την Park Avenue Records, εγκαινιάζοντας μια σειρά δίσκων που διατηρούν την ευρύτερη punk φιλοσοφία, αλλά, σε καμία περίπτωση, δεν εξαντλούνται σε αυτήν.
Αμέσως μετά από αυτό ήρθε στο φως, χωρίς τη συγκατάθεση της μπάντας, το ΕΡ "Alien Boy", ενώ την επόμενη χρονιά ήταν η σειρά του επικού "Youth of America", με το μπασίστα Brad Davidson και το ντράμερ Brad Naish (Styphnoids) να αποτελούν πλέον τη rhythm section. Όμως, η ώρα της καταξίωσης ήρθε με το "Over The Edge" (1983), που είχε ως αποτέλεσμα εκτενέστερες περιοδείες και το ζωντανά ηχογραφημένο "Wipers" την επόμενη χρονιά. Ακολούθησε η συνεργασία με την εξαιρετική Enigma Records (θυγατρική της Restless Records), ο προσωπικός δίσκος του Sage με τίτλο "Straight Ahead" και τα άλμπουμ "Land Of The Lost" (1986), "Follow Blind" (1987) και "The Circle" (1988) με τον Travis McNabb να αναλαμβάνει τα ντραμς. Μετά από μια νεκρή περίοδο, οι Wipers επαναδραστηριοποιήθηκαν το 1993 με το "Silver Sail", για να ακολουθήσει το "The Herd" (1996) και να γραφτεί ο μέχρι στιγμής επίλογος με το "Power In One" (1999). 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το μεγαλείο μέσα από λέξεις

Οι Wipers δε σου αφήνουν περιθώρια χαλάρωσης. Σε απορροφούν σε ένα σύμπαν, που δεν είναι μονάχα μουσικό. Κι εκεί όχι μόνο δε νιώθεις ξένος, αλλά συνειδητοποιείς ότι το περιβάλλον σου είναι απίστευτα οικείο. Πως έχεις ήδη ξαναβρεθεί εκεί. Πως κάπου εκεί είναι κρυμμένες οι αναμνήσεις του παρελθόντος, αλλά και του μέλλοντός σου. Ένα μέρος που έχει ομορφιά και πόνο, ανάταση και ανάσταση. Ένα μέρος, κατά κάποιον τρόπο, (και) δικό σου.
Ο Sage πήγε την κιθάρα πέρα από τις δυνατότητές της, όχι παίζοντας εφετζίδικα ή υπερκινητικά, αλλά με ψυχή. Η μπάντα ήταν συνειδητοποιημένη και σίγουρα με τη μεριά των «καλών». Τα φωνητικά του συχνά ακούγονταν σα γροθιά στο στομάχι, χωρίς να βγάζουν ποτέ παράπονο ή μαγκιά. Όχι μόνο δεν ενεπλάκη ποτέ σε οποιοδήποτε σκάνδαλο, αλλά είχε το ελάχιστο δυνατό κοινωνικό μουσικό προφίλ. Προφανώς γι’ αυτό η μπάντα του δε γνώρισε την αναγνώριση που της άξιζε.
Ήταν ένας σχεδόν αποστεωμένος τύπος αμίλητου ροκά, που μεταμορφωνόταν στη σκηνή. Ένας καθαρόαιμος και ασυμβίβαστος ιδεολόγος. Απ’ ό,τι θυμάμαι αυτός και ο Peter Hammill ήταν οι μόνοι που όταν οι διοργανωτές συναυλιών τους πήγαιναν για φαγητό σε παραδοσιακές ψησταριές της Αθήνας, εκείνοι παρήγγελναν μία μερίδα χόρτα.

 

 

 

 

Το επικό live στο Club 22

Είναι πολλοί περισσότεροι απ’ όσους φαντάζεστε αυτοί που το θεωρούν ως την καλύτερη rock συναυλία που έγινε ποτέ στη χώρα μας. Τον ένα από αυτούς, τον γνωρίζετε σίγουρα… Ό,τι και να έλεγα, δεν θα έβρισκα τρόπο να μεταφέρω όσα έγιναν το βράδυ της 29ης Μαΐου του 1987. Τα έχω ξαναγράψει και τα προσυπογράφω στο ακέραιο. Η επέτειος αυτής της συναυλίας θα έπρεπε να εορτάζεται ως ημέρα μουσικής μνήμης και επίσημη ελληνική rock αργία, με απαγόρευση οποιουδήποτε άλλου ακούσματος και συγκέντρωση στον περιβάλλοντα χώρο του club με μπλουζάκια που έχουν το σήμα της μπάντας! Σκεφτείτε ότι αυτό το live πήρε τη θεωρούμενη ως «άχαστη» πρωτιά από τη μυθική εμφάνιση των The Cure στο Καλλιμάρμαρο.
Με την ιδιότητα του αυτόπτη μάρτυρα, θα ήθελα -με δυο λόγια- να μεταφέρω το κλίμα εκείνης της βραδιάς έξω από το Club 22. Θυμηθείτε ότι μιλάμε για μια εποχή που το διαδίκτυο στην Ελλάδα ήταν ανύπαρκτο, σχεδόν κανείς δεν είχε υπολογιστή (και, κατά συνέπεια, το ενδεχόμενο εξωτικό άκουσμα της φράσης You Tube πιθανότατα θα δημιουργούσε υποψίες για παιδί του σωλήνα), ο αλλοδαπός μουσικός τύπος ήταν προνόμιο ελαχίστων και το δόγμα “word of mouth” στη μουσική κυριαρχούσε. Λοιπόν, για να επιστρέψουμε στα γεγονότα, το βράδυ εκείνο υπήρχε πραγματικός ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα! Πριν καν ανοίξουν οι πόρτες, πάρα πολύς κόσμος είχε συγκεντρωθεί στη νησίδα έξω από το club και συζητούσε για το επερχόμενο live. Άλλοι έπιναν μπύρες και άλλοι έβγαιναν στη Βουλιαγμένης κόβοντας την κίνηση, για να φωνάξουν στους μποτιλιαρισμένους οδηγούς το όνομα των Wipers! Ειλικρινά, ήταν κάτι το «μαγικό» να βλέπεις ότι τόσος πολύς κόσμος, σε μια τόσο μακρινή από το Portland χώρα, είχε το συγκρότημα αυτό μέσα στην καρδιά του. Αλήθεια, πώς είχε δημιουργηθεί στη χώρα μας ένα τέτοιο ρεύμα για το γκρουπ; Παντού έβλεπες μάτια γεμάτα προσμονή και ένιωθες πως στην ίδια πόλη με σένα υπάρχουν κι άλλοι -τόσοι πολλοί, που δεν τους φανταζόσουν-, που νιώθουν ότι το "Youth of America" σίγουρα γράφτηκε και για τους γεννημένους στην Ελλάδα.

Δε θυμάμαι από ποια ώρα ακριβώς ήμουν εκεί. Θυμάμαι τον Τόλη να κάθεται δίπλα μου στο πεζούλι της νησίδας με το γνωστό μειδίαμα και το μοναδικό «δεν βαριέσαι» ύφος του (άλλωστε, ο Greg όχι μόνο δεν ήταν mod, αλλά ούτε καν λεγόταν στο επίθετο Weller), το Χρήστο (the 'Wolf') να καταφθάνει φορώντας λεπτή δερμάτινη γραβάτα (γιατί έτσι έκανε κι ο Cave) και τον Σπύρο να εμφανίζεται με θριαμβευτικό ύφος, αφού μόλις την είχε «κοπανήσει» από το αναρρωτήριο Στρατιωτικής Σχολής, διότι δεν τον άφηναν να βγει επειδή είχε 39 πυρετό. Η έλευσή του συνοδεύτηκε από ενθουσιασμό και τη φλεγματική ρήση! «Σιγά μην το έχανα...». Κι ύστερα μπήκαμε όλοι μέσα, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα παρευρεθούμε σε κάτι ανατριχιαστικό. Και δεν πέσαμε καθόλου έξω.

Δισκογραφία μέχρι το 1986

 

 

Is This Real? (Park Avenue - 1980)

Ό,τι πιο κοντά στο punk έκαναν οι Wipers. Θα το χαρακτήριζα ως καθαρόαιμο punk (τα Βρετανικά γατάκια κλαίνε ακόμα…), χωρίς να παραγνωρίζω ότι η raw power που αποπνέει έδειχνε από τότε με σαφήνεια πως κάτι το διαφορετικό επρόκειτο να ακολουθήσει. Είναι το ντεμπούτο άλμπουμ τους, που ηχογραφήθηκε αρχικά το 1980 σε τετρακάναλο, ενώ το γκρουπ έκανε πρόβες στα τραγούδια, και στη συνέχεια πήρε την τελική του μορφή σε στούντιο με ηχογράφηση σε δεκαεξακάναλο. Η αρχική «ζωντανή» και πιο «ακατέργαστη» ηχογράφηση, μέρος της οποίας μπορεί κανείς να βρει στις bonus εκδόσεις σε μορφή CD, στερείται μεν παντελώς από over-dubs, αλλά θεωρείται από τους μυημένους ως πιο επιτυχημένη. Η κιθαριστική δεινότητα του Sage ξεδιπλωνόταν με ευεργετική κατάχρηση από distortion και feedback. Το τρομερό τραγούδι "Return of the Rat" και το επίσης κορυφαίο "D-7" διασκευάστηκαν από τους Nirvana, ενώ ο John Peel το 1993, έχοντας προφανώς πάθει πλάκα και με το “Alien Boy”, σε συνέντευξή του στο BBC Radio 1 δήλωσε πως το άλμπουμ αυτό συμπεριλαμβάνεται στα είκοσι καλύτερά του. Πας καλά, βρε Ιωάννη; Μόνο αυτό;

 

 

 

 

Youth of America (Park Avenue - 1981)

Αριστούργημα. Κερδίζει το επίσης επικό "Land of The Lost" στα σημεία, λόγω του ειδικού βάρους του. Από την πρώτη κιόλας ακρόασή του, νιώθεις πως στα αυλάκια αυτού του βινυλίου κρύβεται κάποιος αληθινός θησαυρός. Ηχογραφήθηκε με παραγωγό τον Sage και με διαφορετικό στυλ και τεχνικές ηχογράφησης από το "Is This Real?". Οι Wipers όντες απογοητευμένοι από τους περιορισμούς που επέβαλλε η ηχογράφηση σε επαγγελματικό στούντιο, αποφάσισαν να ηχογραφούν και επεξεργάζονται οι ίδιοι τις μελλοντικές τους κυκλοφορίες. Το ευεργετικό αποτέλεσμα της απόφασης αυτής έγινε άμεσα αισθητό. Το φερώνυμο τραγούδι έγινε εθνικός ύμνος για τους fans, παρά τη μεγάλη διάρκειά του, κόντρα στην κρατούσα τάση των ολιγόλεπτων τραγουδιών του punk. Το άλμπουμ, που κυκλοφόρησε με διαφορετικό εξώφυλλο σε κάθε επανέκδοσή του, έτυχε καλύτερης υποδοχής στην Ευρώπη. Εδώ το punk αναμειγνύεται με την ψυχεδέλεια με έναν εφιαλτικά αριστοτεχνικό τρόπο, για να εκφράσει όσο πιο παθιασμένα γίνεται τη σωρευμένη αγανάκτηση με νότες. Να πω τώρα κάτι για μεμονωμένα τραγούδια; Άσε καλύτερα. Εδώ δεν υπάρχουν δεύτερα. Πάντως, όποιος δεν ανατριχιάζει με την κιθάρα στο “When It’s Over”, ιδιαίτερα μετά το 3.14’, να μη διαβάσει παρακάτω. Σα δε ντρέπεται…

 

 

 

 

Over the Edge (Trap - 1983)

Υπάρχουν πολύ λίγοι rock δίσκοι τέτοιου επιπέδου. Το λέω καλύτερα: πάρα πολύ λίγοι. Η συγκλονιστική αυτή ηχογραφημένη σε εξακάναλο μαγνητόφωνο ωδή στο distortion, έγινε σε νοικιασμένο χώρο και με νοικιασμένο εξοπλισμό! Το σκοπούμενο «ακατέργαστο» ηχητικό αποτέλεσμα βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με το επαναστατικό περιεχόμενο των στίχων. Ο Sage δανείζεται μέρος της έκφρασης του punk, αλλά όχι τις μηδενιστικές του τάσεις. Φωνάζει για το σκοτάδι γύρω του, επειδή αναζητεί την αλήθεια. Με μυθικές συνθέσεις όπως οι "Over the Edge", "Romeo", "Doom Town", "Messenger" και "Now is the Time", ο δίσκος δεν μπορούσε παρά να τύχει άμεσα ενθουσιώδους υποδοχής. Μην νομίσετε, όμως, πως τα υπόλοιπα τραγούδια υστερούν σε κάτι. Το άλμπουμ βρίσκεται κοντά στο ύφος του "Youth of America", μόνο που λοξοκοιτά πανέξυπνα στο "Is This Real?". Με αυτό οι Wipers εδραίωσαν τη φήμη κορυφαίου rock συγκροτήματος και ο Sage του προικισμένου τραγουδοποιού. Εδώ η ανατριχίλα γίνεται τόσο μόνιμη, που την ξεχνάς. «Now is the time, where is the truth?».

 

Land of the Lost (Restless - 1986)

Με το μνημειώδες "Land of The Lost" αποδεικνύεται το πώς είναι δυνατό να χωρέσουν στον ίδιο δίσκο τόσες πολλές κορυφαίες συνθέσεις. Αν και δεν υπάρχουν μέτρια τραγούδια, ακούγοντας τα "Fair Weather Friends", "Nothing Left to Lose", "Just Say" και "Different Ways" νιώθεις μια μοναδική πληρότητα, που δε φθίνει καθόλου με το πέρασμα του χρόνου. Με το άλμπουμ αυτό οι Wipers δεν έβαλαν χρώμα μόνο στο εξώφυλλο (που συγγενεύει με το «αταίριαστο» καρτουνίστικο του "Youth of America"), αλλά και τη μουσική τους, χωρίς όμως να της αφαιρέσουν την δημιουργική της σκοτεινιά. Είπαμε, όμως: η σκοτεινιά αυτή δε γνωρίζει τι θα πει μιζέρια. Αν κάποιος ακούσει «αποστειρωμένα» το δίσκο, θα αναρωτηθεί ποιο στοιχείο τον κάνει τόσο ξεχωριστό, αφού όλα είναι βασισμένα σε απλές και ήδη γνωστές rock φόρμες. Την απάντηση θα βρείτε στο πρόσωπο του Sage και στα αγαπημένα του riff, που λίγοι όσο εκείνος μπορούν να παίξουν τόσο ξεχωριστά. Εμπειρία ακρόασης.

Η ελπίδα που πέθανε τελευταία

Κάπως έτσι τα χρόνια πέρασαν κι εγώ ακόμα προσπαθώ να πείσω τους αρμόδιους να φέρουν τον Sage για μία τελευταία συναυλία. Κάποιος από αυτούς, μετά από επίπονες προσπάθειες, κατόρθωσε τον βρει, αλλά εισέπραξε σταθερά την απάντηση ότι δεν είναι πλέον καιρός για υπερατλαντικά ταξίδια.
Και τώρα, παρακαλώ δυναμώστε την ένταση και τραγουδήστε (από μέσα σας) μαζί του: “Don't do the things you do / Don't have to oblige you / Makin choices on my own / Don't buy their trite or drone / Grow up and be a man / Drop dead right where I stand / I'm hangin' on a ledge / Push me over the edge”.

 

Read 103 times

Leave a comment