CHET BAKER - The "prince of cool"

Tuesday, 09 June 2020 11:43
Published in Αρθρογραφία

Δείξε μου τη φωτογραφία σου να σου πω ποιος είσαι. Τραβηγμένο, έτσι; Κι όμως… Οι φωτογραφίες του μέγιστου Chet Baker λένε πολύ περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να ειπωθούν για εκείνον. Και, φυσικά, απείρως περισσότερα από όσα θα μπορούσε να μας είχε πει ο ίδιος για τον εαυτό του, ακόμα και το μουσικό.
Δείτε και μόνοι σας. Πόσες φορές «κολλάς» σε μια φωτογραφία ενός μουσικού, αν δεν σε έχει τραβήξει η οποιαδήποτε -στρατευμένη, συνήθως- προκλητικότητά της; Πόσες φορές δεν «κολλάς» σε μια φωτογραφία του Chet Baker, ιδιαίτερα αν φαίνονται ανάγλυφες οι ρυτίδες που είχε αποκτήσει πριν την ώρα του;

Τιμά ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Ο δεδηλωμένος φαν του, ο Elvis Costello, είχε από νωρίς διατρίψει στο εθιστικό μεγαλείο της μουσικής του Chet. Μάλιστα, καλώντας τον το 1983 να παίξει τρομπέτα στο διαμαρτυρόμενο για τον πόλεμο στα Falklands "Shipbuilding", τον έφερε σε επαφή με πιο rock προσανατολισμένο κοινό, το οποίο έμελλε να τον λατρέψει. Μη χάνετε χρόνο να αναρωτηθείτε για ποιους λόγους έγινε αυτό. Όχι, δεν έχει παρά ελάχιστα να κάνει με το ότι η jazz του ενός και μοναδικού "prince of cool" ήταν πιο «εύληπτη» και στερούμενη από αυτοσχεδιασμούς, αλλά επειδή ήταν απλά κορυφαία και υπερχειλισμένη από συναίσθημα. Τι κι αν συχνά ακουγόταν -και ήταν- μελαγχολική; Αυτό που τελικά υπερτερούσε ήταν το μεγαλείο της. Δε μπορώ να ξέρω τι θα γινόταν, αν ο Chet δεν είχε ζήσει την τρικυμιώδη ζωή που έζησε. Αυτό όμως που μπορώ βάσιμα να πιθανολογήσω, είναι το ότι δε θα είχε μεγαλουργήσει.

Ο Chesney Henry Baker Jr. γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου του 1929 στο Yale της Oklahoma. Ο συνονόματος πατέρας του ήταν κιθαρίστας, ο οποίος λόγω της Μεγάλης Ύφεσης παράτησε τα μουσικά για να εξασφαλίσει τα προς το ζην, ενώ η μητέρα του Vera Moser δούλευε σε αρωματοπωλείο. Όταν ο Chet έγινε έντεκα ετών, η οικογένειά του μετακόμισε στο Glendale της California, όπου λάμβανε μέρος σε διαγωνισμούς εκκλησιαστικών χορωδιών. Ήδη όμως είχε πάρει ως δώρα από τον πατέρα του ένα τρομπόνι και μία τρομπέτα. Έκανε ελάχιστα μαθήματα, πριν τα παρατήσει και συνεχίσει τη μαγική περιπλάνησή του αυτοδίδακτος. Ή, καλύτερα, με μόνο δάσκαλο τα εύθραυστα συναισθήματά του.

Στα δεκαέξι του αποβλήθηκε από το σχολείο, με αποτέλεσμα οι γονείς του να συναινέσουν για την κατάταξή του στο στρατό. Τοποθετήθηκε στο Βερολίνο, αλλά η στολή δεν του έκλεισε το δρόμο προς τη μουσική, αφού έπαιζε με τη μπάντα της 298ης μονάδας. Όταν απολύθηκε το 1948, γράφτηκε στο El Camino College του Los Angeles, για να συμπληρώσει κάποια θεωρητικά μουσικά κενά του, ενώ παράλληλα έπαιζε σε διάφορα jazz clubs. Όπως καταλαβαίνετε, η πολλή θεωρία δεν ήταν αυτό που του έλλειπε, γι’ αυτό παράτησε τις σπουδές του μετά από ενάμιση χρόνο. Μετά έκανε την έκπληξη και κατετάγη πάλι στο στρατό, όπου έπαιζε με την Sixth Army Band και όταν απολύθηκε αποφάσισε να γίνει επαγγελματίας μουσικός.

Βρισκόμασταν στα 50s, όταν μεσουρανούσε η ελιτίστικη West Coast cool jazz, της οποίας ο Chet ήταν πρωτοπόρος και πρεσβευτής, μαζί με άλλους εξαιρετικούς τζαζίστες, όπως τους Gerry Mulligan, Stan Kenton, Shorty Rogers, Stan Getz, Bud Shank, Bob Cooper, Jimmy Giuffre και Bill Holman. Ο Chet όμως ξεχώριζε για τον ιδιαίτερο στυλ που έπαιζε και τα άμεσα αναγνωρίσιμα φωνητικά του. Αν, μάλιστα, δε χανόταν μέσα στα ερμητικά κλειστά δωμάτια των εθισμών του, σίγουρα θα είχε γνωρίσει τεράστια απήχηση.
Αρχικά έπαιξε με τη μπάντα του Vido Musso, μαζί με τον Stan Getz. Η πρώτη ηχογράφηση στην οποία πήρε μέρος ήταν ζωντανή στο Trade Winds με την παραπάνω μπάντα στο τραγούδι "Out of Nowhere". Το 1952 τον κάλεσαν να παίξει μαζί με τον κορυφαίο σαξοφωνίστα Charlie Parker και με το Gerry Mulligan Quartet, που δεν είχε καν πιάνο, αλλά σαξόφωνο, τρομπέτα, μπάσο και ντραμς! Οι συναυλίες τους στο Haig nightclub τούς έδωσαν το διαβατήριο για τη νεοσύστατη και μετέπειτα τεράστια δισκογραφική Pacific Jazz Records, που αργότερα μετονομάστηκε σε World Pacific Records. Το πρώτο 10" άλμπουμ που κυκλοφόρησε σε αυτήν το Gerry Mulligan Quartet περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, το "My Funny Valentine" στην κλασική πέρα-από-το-μύθο εκτέλεση του Baker.

Μετά από έναν περίπου χρόνο, αφού ο Mulligan φυλακίστηκε για χρήση ναρκωτικών, ο Chet έφτιαξε το δικό του κουαρτέτο με τους Russ Freeman (πιάνο), Red Mitchell (μπάσο) και Bobby White (ντραμς). Η πρώτη του ηχογράφηση ως επικεφαλής σχήματος ήταν το “Chet Baker Ensemble” (1953), για να ακολουθήσει το “Grey December” (1953) και το κλασικό και εκπληκτικό “Chet Baker Sings” (1954), που όμως δεν ευχαρίστησε τους σκληροπυρηνικούς φίλους της jazz, παρά το ότι, πλέον, το ευρύτερο κοινό και οι κριτικοί απέδιδαν στον Chet τα εύσημα.
Στη συνέχεια ο Chet έκανε την απρόβλεπτη κίνηση να ντεμπουτάρει στον κινηματογράφο με την ταινία Hell's Horizon και να απορρίψει συμβόλαιο περαιτέρω συνεργασίας, προκειμένου να περιοδεύσει για πρώτη φορά στην Ευρώπη από το Σεπτέμβριο του 1955 μέχρι τον Απρίλιο του 1956. Όταν επέστρεψε στις Η.Π.Α. σχημάτισε κουιντέτο με τον πιανίστα Bobby Timmons και το σαξοφωνίστα Phil Urso, με το οποίο εγκατέλειψε προσωρινά την cool jazz, επιστρέφοντας στο ορθόδοξο bebop στυλ.

Ύστερα από περιοδείες σε Αμερική και Ευρώπη, ο Chet μετακόμισε στην Ιταλία, χωρίς όμως να έχει εγκαταλείψει την ιδέα της καριέρας ως ηθοποιός. Αν και ήταν εθισμένος στην ηρωίνη αρκετά χρόνια, για πρώτη φορά συνελήφθη στην Ιταλία για χρήση ναρκωτικών, όπου φυλακίστηκε για ενάμιση χρόνο. Γιόρτασε, μάλιστα, την αποφυλάκισή του με το “Chet Is Back!” (1962) στην RCA, αλλά η χαρά του δεν κράτησε για πολύ, αφού συνελήφθη και πάλι για τον ίδιο λόγο στη Δυτική Γερμανία, από όπου απελάθηκε στην Ελβετία. Αφού περιπλανήθηκε στη Γαλλία, κατέληξε τον Αύγουστο του 1962 στην Αγγλία, όπου έπαιξε στην ταινία The Stolen Hours.
Δυστυχώς, όμως, απελάθηκε και από εκεί το 1963 για χρήση ναρκωτικών, οπότε βρέθηκε στη Γαλλία, την Ισπανία και τη Γερμανία, για να επιστρέψει ύστερα από μια πενταετία, στις 3 Μαρτίου του 1964, στην Αμερική. Εκεί παρέμεινε μουσικά ζωντανός με συνεχείς εμφανίσεις, πότε παίζοντας τρομπέτα και πότε το «αδερφάκι» της, το flügelhorn. Το καλοκαίρι, όμως, της χρονιάς αυτής συνέβη ένα καθοριστικό για τη συνέχεια της πορείας του γεγονός: ο ξυλοδαρμός του στο San Francisco, ως συνέπεια της εμπλοκής του στα ναρκωτικά. Αυτός είχε ως αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του στα δόντια, αφού έχασε ένα και απέκτησε σοβαρό πρόβλημα και σε άλλα. Λόγω αυτού, αρχικά δε μπορούσε να παίξει καλά ο,τιδήποτε πνευστό, αν και στη συνέχεια βρήκε τον τρόπο.

Παρά το πρόγραμμα μεθαδόνης που ακολούθησε, δε μπόρεσε να απεξαρτηθεί από την ηρωίνη και την κοκαϊνη. Εδώ και καιρό, ήταν νέος και έδειχνε γέρος από τις καταχρήσεις. Επανήλθε δυναμικά στα δρώμενα το 1973 και σε λίγο καιρό επέστρεψε στην Ευρώπη, όπου παρέμεινε ως το τέλος του, χωρίς μόνιμη κατοικία, ταξιδεύοντας για σύντομα διαστήματα σε Αμερική και Ιαπωνία.

Στις 13 Μαϊου του 1988 βρέθηκε νεκρός σε παρακείμενο δρόμο του ξενοδοχείου Hotel Prins Hendrik του Amsterdam, όπου έμενε. Είχε σοβαρά τραυματιστεί στο κεφάλι, προφανώς ύστερα από πτώση από το παράθυρο του δωματίου του στο δεύτερο όροφο. Τόσο στο δωμάτιό του, όσο και στο αίμα του, βρέθηκαν ηρωίνη και κοκαϊνη. Επειδή όμως δε διαπιστώθηκαν σημεία που να υποδεικνύουν άσκηση βίας, ο θάνατός του αποδόθηκε σε ατύχημα. Κάποιοι, μάλιστα, υπέθεσαν ότι είχε κλειδωθεί έξω από το δωμάτιό του και έπεσε στην προσπάθειά του να μπει από παρακείμενη μπαλκονόπορτα.

Στη ζωή του αναφέρεται το ντοκιμαντέρ Let's Get Lost (1988) του Bruce Weber και η ταινία Born to be Blue, στην οποία τον υποδύεται ο Ethan Hawke. Έλαβε μέρος σε αρκετές ταινίες ως ηθοποιός, ενώ εμφανίζεται διαρκώς να παίζει μουσική σε πάρα πολλές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές μέχρι και σήμερα.
Η αστάθεια του χαρακτήρα του, αναμφίβολα είχε αντίκτυπο στη δουλειά του ως μουσικού. Εξαιτίας της ηχογράφησε σε πολλές εταιρείες και δεν υπέγραψε μακροχρόνια συμβόλαια, που θα του επέτρεπαν να ξεδιπλώσει καλύτερα το ταλέντο του. Ποιος ξέρει, όμως; Ίσως χάρη και σε αυτήν να παρέμεινε τόσο αφοπλιστικά εκφραστικός και ευάλωτος, ώστε να «βλέπει» τα πράγματα με το δικό του διαφορετικό τρόπο, ο οποίος, τελικά, ήταν αυτός που τον έφερε στη μουσική πλευρά της καρδιάς μας.

Πώς να το πούμε; Να, για παράδειγμα, ακούστε την εισαγωγή του “If I Should Lose You” και θα τα καταλάβετε όλα. Αληθινά, δεν πάει παραπέρα. Πού να ακούσετε και τη συνέχεια. Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και για το συγκλονιστικά ερμηνευμένο "The Thrill is Gone" (όχι του B.B. King, αλλά του Bill Janovitz). Δείτε τον να ζητά από το κοινό να κάνει ησυχία, πριν αρχίσει να ερμηνεύει το “Almost Blue” και να σκύβει πάνω από την τρομπέτα του. Εδώ δε βγάζεις μιλιά. Για το πρωτοκορυφαίο “Autumn Leaves” δε μπορούσες να πεις τίποτα καινούργιο. Ο Chet όμως είπε! Πώς; Με «ανάποδο» τρόπο. Αφαιρώντας λίγο από το συναίσθημά του, προς όφελος μιας classy αίσθησης, που βγήκε σε υπέροχη υπερβολή.

Ακούστε το ερωτικό “Time After Time” και αναλογιστείτε τι διαστάσεις του δίνει, με τη φωνή του να υπερβαίνει σε συναίσθημα ακόμα και την ίδια του την τρομπέτα. Για το “My Funny Valentine” καλύτερα να μην πούμε κάτι. Περισσότερο καθηλωτικό, δε γίνεται. Τελεία. Το ίδιο και τα “Let's Get Lost” και "There Will Never Be Another You". Το δε “Every Time We Say Goodbye” δεν είναι αυτό που ξέρετε. Φανταστείτε: ήταν που ήταν σύνθεση μεγατόνων, αλλά τα μάτια και τα πνευμόνια του Chet σίγουρα θα εξέπληξαν ακόμα και τον Cole Porter. Το “The Touch of Your Lips” πρέπει να προσέχεις με ποιον το ακούς. Υπάρχει κίνδυνος να τον ερωτευτείς άμεσα. Και η λίστα γίνεται ατελείωτη… Διάλεξα σκόπιμα να πω δυο λόγια μόνο για μερικά από τα πολύ γνωστά τραγούδια, προσπαθώντας να σας ιντριγκάρω, μήπως και ασχοληθείτε μαζί του.

Προσέξτε, όμως: αν το κάνετε, μην πείτε πως δε σας προειδοποίησα.

Η σχέση με τη μουσική του θα είναι σίγουρα μακροχρόνια και η επαφή μαζί της καθημερινή και πολύωρη. Σας μιλάω εκ πείρας…

 

Read 185 times

Leave a comment