SOFT MACHINE – Τα διαμάντια της σκηνής του Canterbury είχαν κι ένα σπάνιο σε μονόπετρο.

Thursday, 08 October 2020 11:52
Published in Αρθρογραφία

Αλήθεια, εσύ τόση ποιότητα την αντέχεις; Σε προκαλώ….

Εξυψώνει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Η (μουσική) Διάπλασις των Παίδων

-    (Δέκα ετών): Μαμά, τι είναι η σκηνή του Canterbury;
-    Τιιι; Δεν έχεις καν ακούσει για τη σκηνή του Canterbury; Κοιμήσου τώρα…
-    (Δεκαπέντε ετών): Μαμά, σε ικετεύω, πες μου για τη σκηνή του Canterbury…
-    Αχ, δεν αντέχω τέτοια ξεφτίλα. Βρε συ, αγράμματοι είναι οι γονείς σου;
-    (Δεκαεπτά ετών): Μαμά, τι θέλεις να σου πω για τη σκηνή του Canterbury;
-    Χμ, καλά το πας, για να δω… Πες μου για αρχή τα καλύτερα συγκροτήματα…
-    (Δεκαεπτά ετών και ολίγων δευτερολέπτων): Μαμά, εδώ όλα είναι κορυφαία!
-    (Μαμά, εμφανώς συγκινημένη και φουσκωμένη από περηφάνεια): Αίμα μου, εσύ!

Η σκηνή του Canterbury…  

… κανονικά θα έπρεπε να περιλαμβάνει μόνο συγκροτήματα από την πόλη αυτή. Επειδή όμως στη ζωή τίποτα δεν έχει εξελιχθεί σύμφωνα με το αυτονόητο, η σκηνή του Canterbury επικράτησε να μην αναφέρεται σε ένα τόπο, αλλά σε ένα ευρύτερο γεωγραφικά μουσικό είδος, που αναπτύχθηκε (μεγαλούργησε, καλύτερα) στη Βρετανία. Κι αν θέλετε να τα πω χωρίς περιστροφές και αστερίσκους, ξεκαθαρίζω από τώρα ότι μιλάμε για το ανυπέρβλητο και καθαρόαιμο jazz rock. Δηλαδή, για ένα «είδος» που αναπτύχθηκε παράλληλα με το μυθικό μεν progressive rock, το οποίο όμως υστερεί -έστω και ελάχιστα- απέναντί του. Το jazz rock είναι κυριολεκτικά το απόγειο της ηλεκτρικής μουσικής. Η κορωνίδα της. Αλήθεια, πώς αλλιώς θα μπορούσε να ήταν, αφού, κατ’ ουσία, πρώτα απ’ όλα είναι jazz; Ναι, ναι, τόσο απλά.
Φυσικά, υπήρχαν οι αυτόχθονες μπάντες που συνέδεσαν τον ήχο με την περιοχή, αλλά σύντομα τα μουσικά όρια του Canterbury επεκτάθηκαν διακριτικά και απολύτως ελεγχόμενα για εξαιρετικές περιπτώσεις που είχαν τη δυνατότητα να παίξουν σε τέτοιο επίπεδο. Μερικά από τα συγκροτήματα του είδους είναι οι Caravan, Hatfield & The North, Camel, Egg, National Health, Matching Mole, Wilde Flowers, Khan, Gilgamesh, Henry Cow και Gong. Α, και ένα άλλο: οι Soft Machine.

Ο William Burroughs, ένα βιβλίο κι ένα συγκρότημα

Η δεκαετία του ’60 ευνόησε στην πράξη την απερίσπαστη δημιουργία κάθε οραματιστή της τέχνης, αφήνοντας το πεδίο ορθάνοιχτο και διατηρώντας όλους τους «-ισμους» σε φάση πλήρους άνθισης. Κι επειδή η λογοτεχνία και η μουσική είναι πρώτα ξαδερφάκια, το 1966 μια νέα μπάντα από το ειδυλλιακό Canterbury επέλεξε να πάρει το όνομά της από το πρωτοποριακό βιβλίο Soft Machine του William Burroughs. Έτσι δημιουργήθηκε ένα από τα σημαντικότερα και επιδραστικότερα συγκροτήματα της εν γένει ανεξάρτητης βρετανικής σκηνής.

Τι ακριβώς να έπαιζε, άραγε, αυτή η μπάντα;

Εντάξει, είπα μεν πως έπαιζε jazz rock, αλλά σίγουρα χρειάζεται να πω και κάτι παραπάνω. Αρχίζω από το σαφώς πιο εύστοχο, πλην όμως πολύ αινιγματικό, avant - jazz rock. Τώρα, ας προσπαθήσω κάπως να το συγκεκριμενοποιήσω. Ξεκινώ με το δεδομένο ότι οι Softs ήταν μία από τις μπάντες της πρώιμης Βρετανικής ψυχεδέλειας, που έπαιξαν μαζί με τον Syd Barrett (Pink Floyd) και τους Jimi Hendrix Experience. Παράλληλα όμως, είχαν σαφή πειραματικό προσανατολισμό, ο οποίος, ως κεντρικός ηχητικός άξονας, τους βοηθούσε να εξελίσσουν διαρκώς τον ήχο τους από τις παραδοσιακές απλές pop φόρμες, σε περίτεχνες avant garde και progressive rock διαδρομές, αν και ανέκαθεν λειτουργούσαν ως μια δυναμική και απίστευτα ευρηματική jazz rock μπάντα.
Με άλλα λόγια, έπαιζαν περίτεχνα, για απαιτητικά και μη ακροατήρια, progressive jazz fusion, εμπλουτισμένη με ατμοσφαιρικά ψυχεδελικά και ambient στοιχεία, που διαμόρφωναν με μοναδικό και άμεσα αναγνωρίσιμο τρόπο το δικό τους εγκεφαλικό και ελεγχόμενα αυτοσχεδιαστικό jazz rock. Πού καταλήξαμε, λοιπόν; Σε αυτό που είχαμε πει: στο ότι έπαιζαν jazz rock. Μόνο που τώρα γνωρίζουμε ακριβώς (ή, μάλλον, όσο καλύτερα μπορούσα να το περιγράψω) τι εννοούμε.  

Αν θυμηθείς όλα τα μέλη της μπάντας, σου δίνω τη δισκοθήκη μου

Ναι, μιλάω εκ του ασφαλούς. Σιγά μην τα ήξερες όλα απέξω… Κι αν προσπαθούσες, θα ξεχνούσες τουλάχιστον καμιά δεκαριά. Ναι, καλά καταλάβατε, όσοι δεν τους γνωρίζετε. Κόσμος πολύς πήγε και ήρθε στο συγκρότημα και μάλιστα πολύ υψηλών ποιοτικών προδιαγραφών. Προσέξτε όμως: αυτό είναι κείμενο για το διαδίκτυο, οπότε πρέπει από τη μια να μην είναι μακροσκελές (γκουχ, γκουχ…), χωρίς όμως να αφήνει τεράστια κενά και να καταφεύγει στην εύκολη λύση «μπείτε στην ιστοσελίδα τους».
Συνεπώς, αναφέρω την αρχική σύνθεση, που αποτελούνταν από δύο μέλη των Wilde Flowers, τους τιτάνες Robert Wyatt και Kevin Ayers, οι οποίοι  ένωσαν δυνάμεις με τον φοιτητή του πανεπιστημίου της Οξφόρδης Mike Ratledge και τον εκκεντρικό Αυστραλό Daevid Allen. Ζαλιστήκατε; Και πού είστε ακόμα…

Ο Giorgio Gomelsky και οι φιλόξενες Γαλλικές ακτές

Οι εξαιρετικοί αυτοί τύποι είχαν ενεργό εμπλοκή στη Βρετανική underground φάση, συχνάζοντας στα διάσημα του χώρου στέκια του Λονδίνου, όπως τα UFO Club, Speakeasy Club και Middle Earth. Μόνο που αντί για τον Bilbo Baggins, ήρθαν σε επαφή με τον παραγωγό Giorgio Gomelsky, στον οποίο έδωσαν ηχογραφημένο υλικό, παίζοντας παράλληλα ζωντανά στην Ολλανδία, τη Γερμανία και τη Γαλλική Ριβιέρα. Και μια και ήταν στη γειτονιά, ο Gomelsky κανόνισε να εμφανιστούν στην πλατεία του Saint-Tropez. Εκεί τους είδε ο παραγωγός Eddie Barclay (βλέπετε, τότε οι παραγωγοί πήγαιναν σε συναυλίες) και τους προσκάλεσε να παίξουν στο δικό του Nuit Psychédélique μια σαραντάλεπτη εκδοχή του "We Did It Again", κατά την οποία τραγουδούσαν συνέχεια ως μάντρα το ρεφρέν. Κι αν πριν ζαλιστήκατε εσείς, τότε τι να πω για τους «ψαγμένους» Γάλλους μουσικόφιλους, που μαγεύτηκαν και έφεραν τους Soft Machine όχι μόνο στην τηλεόραση, αλλά και στην Paris Biennale τον Οκτώβριο του 1967.

Μια ληγμένη βίζα και ένα κουαρτέτο που έγινε τρίο

Με τις δάφνες της επιτυχίας ακόμα νωπές στα πέτα τους, οι Softs πήραν το δρόμο της επιστροφής για τη Βρετανία. Μόνο που στον έλεγχο διαβατηρίων διαπιστώθηκε ότι η βίζα του Αυστραλού Daevid Allen είχε λήξει, με αποτέλεσμα να του απαγορευτεί η έξοδος από τη χώρα. «Τώρα, τι κάνουμε, που έχουμε κι ένα ντεμπούτο να ηχογραφήσουμε;», πιθανόν αναφώνησε κάποιος από τη μπάντα. Ποιος έσκαγε όμως τω καιρώ εκείνω; Ακολούθησαν αποχαιρετισμοί, όχι όμως δακρύβρεκτοι, αφού οι τρεις μπήκαν στο αεροπλάνο, αφήνοντας πίσω τον Allen, ο οποίος έπνιξε τον πόνο του δημιουργώντας τους υπερηχητικούς Gong.

Αν έχεις για μέσον τον Chas Chandler, μέχρι κι ο Jimi Hendrix θα συγκινηθεί

Μόλις επέστρεψαν στα νοτισμένα από το ψιλόβροχο πάτρια εδάφη, ήρθαν σε επαφή με τον Chas Chandler (Animals), ο οποίος έκανε την παραγωγή και στους τρεις δίσκους των Jimi Hendrix Experience. Με άλλα λόγια, συνάντησαν τον κατάλληλο άνθρωπο στην κατάλληλη θέση. Αυτός τους βοήθησε να υπογράψουν στην Polydor Records, πείθοντας παράλληλα τον Jimi να βοηθήσει στο επτάιντσο “Love Makes Sweet Music” (1967). Εντάξει, μη νομίσετε ότι τους χαρίστηκε. Το αντίθετο, μάλιστα. Δε νομίζω πως θα ήταν και τόσο εύκολο να αντισταθεί κάποιος, όταν ερχόταν σε επαφή με μουσικούς τέτοιου επιπέδου.

“The Soft Machine”, με το “The” μπροστά

Επειδή η μπάντα αρχικά λεγόταν The Soft Machine, το φερώνυμο ντεμπούτο της, που κυκλοφόρησε το 1968, είχε τον ίδιο τίτλο. Αν κυκλοφορούσε όμως το 1970, τότε ήδη το “The” θα απουσίαζε δικαιολογημένα, αφού είχε πάει βόλτα να συναντήσει τον Daevid Allen και δε γύρισε ποτέ. Αμέσως πριν την ηχογράφησή του, ο «θείος» Chas είχε καθαρίσει, με αποτέλεσμα οι Softs να παίξουν ως support στην εκτενή περιοδεία των Jimi Hendrix Experience στη βόρεια Αμερική το 1968. Παίζοντας δίπλα στο δάσκαλο, δε θα μπορούσαν να μην επηρεαστούν (κι άλλο) από τους ψυχεδελικούς ήχους, συνθέτοντας ένα πρωτόλειο prog classic rock, που όμως διχαζόταν ανάμεσα στην ψυχεδέλεια και τη jazz. Μαντέψτε προς τα που πήγε τελικά… Η ηχογράφησή του έγινε στη Νέα Υόρκη, αμέσως μετά την ολοκλήρωση του πρώτου σκέλους της περιοδείας. Οι ομοιότητες του ήχου με εκείνον του ντεμπούτου των μυθικών Caravan, που επίσης κυκλοφόρησε το 1968, είναι εμφανείς ακόμα και στους μη μυημένους, καταδεικνύοντας τη συγγένεια των συγκροτημάτων της επονομασθείσας σκηνής του Canterbury. Τα μεγάλα πνεύματα είχαν συναντηθεί.

Το μοναστήρι να ‘ναι καλά…

Ή, με άλλα λόγια, "ουδείς αναντικατάστατος". Κι αυτό συνήθως κάποιες φορές αποδεικνύεται σωστό. Έτσι και στην περίπτωσή μας, που ο Ayers δήλωσε ότι αποχωρεί από τη μπάντα στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1968, μετά τη συναυλία τους στο Hollywood Bowl. Πριν όμως φύγει, φρόντισε να «φύγει» και τον Andy Summers (The Police), που είχε πρόσφατα ενταχθεί στο συγκρότημα, ύστερα από τη διάλυση των Dantalian's Chariot (πρώην Zoot Money's Big Roll Band). Η αρχική σύγχυση σχετικά με το μέλλον τους, έφερε στην επιφάνεια διαφωνίες σχετικά με την ηχητική κατεύθυνση που έπρεπε να κινηθούν (jazz, βρε παιδιά!), οπότε η προσωρινή «αναστολή εργασιών» που ακολούθησε, ήρθε μάλλον φυσιολογικά. Ο Wyatt έμεινε στις Η.Π.Α. για να ηχογραφήσει προσωπικά demos, ενώ ο Ratledge επέστρεψε στο Λονδίνο. Κι αν μερικοί βιάστηκαν να πιστέψουν ότι είχε έρθει το τέλος, η προσθήκη του μεγάλου Hugh Hopper (Wilde Flowers) εγγυήθηκε την ποιοτική συνέχεια των Softs, που πριν ήταν κουαρτέτο που έγινε τρίο και μετά ξαναέγινε τρίο, ενώ στο μεταξύ είχε για λίγο γίνει και πάλι κουαρτέτο. Αν δεν καταλάβατε, μη δίνετε ιδιαίτερη σημασία. Δεν έχει, άλλωστε.  

“Volume Two” ή The Soft Machine Experience

«Πες μου το φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι», δε λένε; Τώρα, αν περιόδευσες με τους Jimi Hendrix Experience, τους οποίους ρητά οι Softs ευχαρίστησαν στους στίχους του "Have You Ever Bean Green?", τι μουσική μπορούσες να ηχογραφήσεις στο δεύτερο δίσκο σου; Σωστά μαντέψατε. Οι σουρεαλιστικές jazz εμπειρίες του “Volume Two” (1969) ήταν κατά βάση ψυχεδελικές και σηματοδότησαν μια instrumental μεταστροφή, που σε λίγο θα ονομαζόταν jazz fusion.

“Third”, αλλά πρώτο στην καρδιά μας

Φίλε, αυτό είναι δύσκολο άλμπουμ. Δεν είναι για όλους. Τέρμα. Γιατί όμως να μην είναι για σένα; Είναι όμως τέλειο; Ναι, βρε φίλε. Πιο τέλειο, δε γίνεται, εκτός κι αν αφήνουμε (ναι, ναι, αφήνουμε…)  χώρο για τους Camel και τους Caravan. Πάντως, πιο σοφιστικέ, δε θα μπορούσε να γίνει. Τελεία και παύλα. Το “Third” (1970), που ηχογραφήθηκε με νέα μέλη ως σεπτέτο, είναι η συγκλονιστικότερη δουλειά των Soft Machine, σημείο αναφοράς της jazz rock και της progressive rock, με τολμηρές αποδομημένες συνθέσεις, τις οποίες επαναπροσδιόρισαν με γνώμονα την αχαλίνωτη jazz οπτική τους.
Τι άλλο μπορώ να πω εγώ τώρα, ύστερα από τόσα που έχουν τόσα γραφτεί; Τίποτα καινούργιο, αλλά, για σκεφτείτε, πρέπει να μιλάς μόνο όταν έχεις να (ξανα-) πεις κάτι, αν αυτό είναι καινούργιο; Σε μια εποχή που έχουν στερέψει τα διδακτορικά από «νέα» θέματα και υιοθετούν πλέον «αναμασημένες» ιδέες, στην κριτική της μουσικής θα κολλήσουμε; Άλλωστε, εδώ όλα έχουν να κάνουν με τις αισθήσεις, που ποτέ δε μπαίνουν σε καλούπια και είναι διαρκώς «φρέσκιες». Έτσι δεν είναι; Αν απαντάτε αρνητικά, παρακαλώ μη διαβάσετε παρακάτω. Δεν έχει κανένα νόημα. Αν απαντάτε καταφατικά, συνεχίστε, αν θέλετε, με μουσική υπόκρουση ξέρετε εσείς πιοα.
Κανονικά, το 2020 δε μπορεί να πει κανείς τίποτα για το “Third”. Τι κι αν ακόμα (απολύτως δικαιολογημένα) δυσκολεύει κάποιους (τους περισσότερους, υποθέτω) να το αποδεχτούν ως κορυφαίο ή απλά αξιόλογο; Κυρίες και κύριοι, στη μουσική δε γίνεται (δηλαδή, γίνεται αλλά είναι ανέντιμο) να μη μιλάμε «κατ’ αναλογία» για μια πτυχή της (ουσιαστικά ανύπαρκτης) ελευθερίας, που όλοι τόσο τρελά γουστάρουμε. Δεν είναι ανάγκη να υπάρχει «μαζική αίσθηση του ωραίου». Με άλλα λόγια, μπορεί και πρέπει να είναι ωραίο ό,τι καθένας αντιλαμβάνεται ως τέτοιο. Κι αυτό δεν είναι προσβλητικό για τους άλλους, αλλά, απλά, αληθινό και, τελικά, πανέμορφο «συστατικό» του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε την τέχνη.

Το “Third” μόνο εύληπτο δεν είναι. Αυτό το ξέρουμε όλοι. Κι όμως, αποτελεί την πιο ευπώλητη κυκλοφορία των Soft Machine, που ακόμα και στις Η.Π.Α. επανατυπωνόταν επί μια δεκαετία! Αυτό σίγουρα κάτι έχει να μας πει. Οι συνθέσεις του, σε σχέση με τον δύο προηγούμενων δίσκων, είναι σημαντικά μεγαλύτερες και εντυπωσιακά μεστότερες. Οι φαν των Pink Floyd ίσως φτιαχτείτε περισσότερο, αν πω ότι το “The Madcap Laughs” έχει εδώ την τιμητική του, αλλά ακούγεται τόσο πολυδιάστατο, που ούτε ο ίδιος ο Syd Barrett θα μπορούσε να διανοηθεί (συγγνώμη, κι εμένα μου αρέσουν οι  Pink Floyd, αλλά…) τέτοια ποιότητα και τόσα πνευστά.   
Αγαπητοί φίλοι, εδώ έχουμε να κάνουμε με το δίσκο - σημείο αναφοράς, όπου οι Soft Machine έμπρακτα διαπίστωσαν ότι η ψυχεδελική μουσική είναι απλά το όχημα προς το μεγαλείο της jazz, ακούσια εισερχόμενοι στο μεγαλείο της σκηνής του Canterbury. Συγγνώμη, αλλά δε μπορώ (αν και θέλω πολύ) να μιλήσω για επιμέρους συνθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση κάνουμε λόγο για μια από τις χαρακτηριστικότερες στιγμές που η rock μουσική ενσωματώνεται απολύτως ομαλά και δημιουργικά στη jazz. Παρακαλώ, μη μου μιλήσετε τώρα για το μέγιστο Miles Davis, μια και εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τζαζίστες που παίζουν rock, αλλά με «ροκάδες» (λέμε, τώρα) που παίζουν καθαρόαιμη jazz. Ξέρω, ξέρω, με βρίσατε, αλλά, για ξανασκεφτείτε το. Πώς να το κάνουμε; Δεν είναι καθόλου το ίδιο. Σόρυ, αλλά είναι περίπου σα να ακούω τους φανατικούς του Frank Zappa να μου λένε ότι αυτά έγιναν πρώτα στο τιτανοτεράστιο “Hot Rats”, που είχε προηγηθεί ένα χρόνο. Sorry guys, δε συμφωνώ. Φιλάκια!

“Fourth”

Ο τέταρτος δίσκος τους, που ήταν εξολοκλήρου ορχηστρικός και έγινε αφορμή για να καταξιωθούν ευρύτερα, περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, το setlist που έπαιξαν στο ιστορικό The Proms του BBC το 1970, δηλαδή στο παλιό και μεγάλο συναυλιακό γεγονός, που κατά κανόνα αφορούσε σχήματα κλασικής μουσικής. Έτσι, έγιναν η πρώτη rock μπάντα που εμφανίστηκε σε αυτό, εκτοξεύοντας τη φήμη τους σε κάθε γωνιά της Ευρώπης, μια και η εμφάνισή τους αυτή όχι μόνο μεταδόθηκε απευθείας από την κρατική τηλεόραση (α, ρε ανυπέρβλητα 70s, που το mainstream ήταν συνώνυμο της κουλτούρας), αλλά και κυκλοφόρησε ως live album.
Το ατυχές γεγονός όμως ήταν η αποχώρηση - απομάκρυνση του Wyatt τον Αύγουστο του 1971, που απέφερε το σχηματισμό των αγαπημένων Matching Mole (που λεκτικά αποτελούσαν τη Γαλλική εκδοχή των Soft Machine, ως παράφραση του “ machine mole”), η οποία πράγματι στοίχισε πολύ στο γκρουπ, αν και η χαρακτηριζόμενη από τις συχνές αλλαγές μελών συνέχεια της πορείας τους ως και το 1981, δεν ήταν αξιοσημείωτα κατώτερη.

 

Κι όμως, το πέμπτο ήταν εξαιρετικό!

Κι αυτό, παρά την απουσία του μεγάλου Robert Wyatt. Κεκτημένη ταχύτητα; Μπα, δε θα το έλεγα με τίποτα. Εδώ απλά μιλάμε για τεράστιους μουσικούς και ομάδα που «σκοράρει» παρά το συνεχές rotation. Η ψυχεδέλεια πλέον αποτελούσε οριστικά παρελθόν, όπως και το ακραιφνές progressive rock, προς όφελος του νεοσύστατου jazz fusion. Κι αν αυτός ο μεταγενέστερος όρος σας ξενίζει, μπορείτε να βάλετε στη θέση του απλά εκείνον του jazz rock. Παρακαλώ, μην κολλάμε στις ετικέτες και χάνουμε την ουσία. Δηλαδή, τι θα μπορούσε να ήταν η jazz, αν όχι τα πάντα; Ή, αν θέλετε αλλιώς, σιγά την έκπληξη αν πούμε πως στη jazz ενυπάρχουν και διάφορες άλλες μουσικές…
Η φυγή του Wyatt διασκεδάστηκε κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο με την έλευση του παλιού γνώριμου free-jazz ντράμερ Phil Howard, ο οποίος άντεξε μόνο για την πρώτη πλευρά του διπλού αυτού άλμπουμ λόγω της έμφυτης αδυναμίας του στους αυτοσχεδιασμούς, με τον John Marshall να τον αντικαθιστά, του Roy Babbington, που είχε έρθει για να μείνει, αλλά και της αναβάθμισης του σαξοφωνίστα Elton Dean που δυστυχώς έμελλε να είναι και η τελευταία του. Ο δίσκος είναι άριστος, με γερές δόσεις από Fender πιάνο, αλλά και αναφορές στον Miles Davis. Όπως βλέπετε, τυχαίες αναφορές δε γίνονται εδώ…   

Και μετά, τι;

Αλήθεια, τι κάνεις, αν σε λένε Soft Machine και έχεις φτάσει σε τέτοιο επίπεδο; Το μόνο σίγουρο είναι να νιώσεις ανασφάλεια, μπας και δεν ανταποκριθείς στις προσδοκίες του κόσμου. Γι’ αυτό οι αφίξεις - αναχωρήσεις συνεχίστηκαν, όπως και οι ποικίλες συμμετοχές session μουσικών. Στα επόμενα χρόνια κυκλοφόρησαν τα άλμπουμ “Six” (1973), “Seven” (1973), “Bundles” (1975), “Softs” (1976), “Land of Cockayne” (1981) και “Hidden Details” (2018). Επίσης, κυρίως όψιμα, είδαμε πολλά live albums και bootlegs (μην «τρομάζετε» όμως, σε καμία περίπτωση όσα των King Crimson).

 

Πες μου τις «εναλλακτικές» εκδοχές σου, να τρομάξουμε μαζί

Αλήθεια, τι περιμένατε; Να σβήσει τέτοια κληρονομιά; Όχι, βέβαια. Όμως, ποιος απ’ όλους (τους πολλούς και εξαιρετικούς) θα είχε το δικαίωμα να τη συνεχίσει; Όλοι τους ή κανείς τους; Όπως και να ‘χει, κατά καιρούς βγήκαν διάφορες alternative bands: Soft Heap (ή και Soft Head), Soft Ware, Soft Mountain, Soft Works, Soft Bounds και Soft Machine Legacy. Μπορούσε όμως μέσα από αυτές να βγει κάτι αληθινά καλό; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Εσείς τι λέτε;



Read 90 times

Leave a comment