CARAVAN – Ένα Καραβάνι που δεν περιπλανιέται σε ερήμους, αλλά σε καταπράσινα δάση και σε μαγικές γκρίζες - ροζ περιοχές.

Thursday, 05 November 2020 09:19
Published in Αρθρογραφία

Μια σπουδή στα μουσικά χρώματα της φαντασίας

Αποθεώνει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Ο Oscar Wilde και η απίστευτη… μπάντα του

Όχι, δεν ήταν δυνατό να γνωρίζει καν ότι υπήρξαν τα Λουλούδια του, αφού είχε εγκαταλείψει το μάταιο τούτον κόσμο εξήντα οκτώ χρόνια νωρίτερα. Ίσως είναι καλύτερα έτσι, διότι αν απλά ήξερε τι επρόκειτο να χάσει, σίγουρα θα έφευγε με ένα ακόμα παράπονο. Βλέπετε, οι The Wilde Flowers ήταν μια φοβερή και τρομερή all-star μπάντα, που εκτός από τον Kevin Ayers και τους μετέπειτα Soft Machine Robert Wyatt και Hugh Hopper, «έδωσε» μέλη της στους απλά κορυφαίους Camel και είχε στις τάξεις της τη θρυλική τετράδα των Pye Hastings (κιθάρα, φωνητικά), Dave Sinclair (keyboards), Richard Sinclair (μπάσο, φωνητικά) και Richard Coughlan (ντραμς). Δηλαδή, τους Caravan.   

Ένα Καραβάνι χαμένο στο ψιλόβροχο του καταπράσινου Canterbury

Η μουσική περιπλάνησή του ξεκίνησε το 1968 στο Whitstable του Kent, που είναι ενταγμένο στην ευρύτερη περιοχή του Canterbury, και δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ. Τέτοια πολυσύνθετη μουσική δεν είναι δυνατόν να σβήσει, αλλά μόνο να συνεχίζει επ’ άπειρο να μαγεύει νέους ακροατές με μοναδική ευαισθησία και αφάνταστη ευρηματικότητα.
Οι Caravan είναι πρωτεργάτες της σκηνής του Canterbury και εγκεφαλικά περίτεχνοι συνθέτες του jazz rock. Μπορώ άνετα να φανταστώ ότι κάποιοι στο άκουσμα της λέξης jazz θα έχουν κάμποσες επιφυλάξεις, αλλά, λυπάμαι, αυτό δε μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία. Εντάξει, όλοι αυτοί προφανώς δεν έχουν καμία ουσιαστική σχέση με τη jazz, αλλά μια αόριστη ιδέα ότι πρόκειται αποκλειστικά για δύσληπτους ή ανούσιους μουσικούς αυτοσχεδιασμούς, που αρέσουν μόνο σε μια κλειστή κάστα. Λυπάμαι, μα όσο κι αν σέβομαι το προσωπικό γούστο του καθενός, τόσο δεν επιθυμώ να μπω στη διαδικασία να αντικρούσω την τρομερά λανθασμένη άποψή τους. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με οποιοδήποτε αίσθημα κακώς εννοούμενης ανωτερότητας, αλλά με το ότι δογματικά η jazz rock έχει ό,τι όλα τα άλλα ήδη θα μπορούσαν κάποτε να αποκτήσουν. Εντάξει, εντάξει, αυτή είναι η άποψή μου…
Έχοντας πει όλα αυτά, μπορώ να διευκρινίσω ότι οι απαρχές της μπάντας ήταν κατά κανόνα απόλυτα προσηλωμένες στο jazz rock, τουλάχιστον μέχρι και το “Waterloo Lily”. Σχεδόν όμως αμέσως από την αποχώρηση του Richard Sinclair και μετά ο Pye Hastings βρήκε την ευκαιρία να «περάσει» περισσότερα folk και λιγότερα pop στοιχεία, που έδωσαν στον ήχο τους πιο εύληπτο περιεχόμενο. Στις γραμμές που ακολουθούν θα μιλήσουμε, φυσικά, για τη στοιχειωμένη από το Hammond του εκπληκτικού Dave Sinclair, αλλά και τα πνευστά του Pye Hastings πρώτη περίοδο. Ξαφνιάστηκε κανείς;

Ναι, jazz rock έπαιζαν, αλλά μπορείς να το πεις αλλιώς;  

Θα δοκιμάσω, αλλά δεν ξέρω αν είναι ευχάριστο. Τέλος πάντων, αφού ρωτάτε εμένα (λέμε, τώρα…), τότε θα απαντήσω με το τι βλέπω εγώ (και όχι μόνο, όπως θα δείτε παρακάτω) μέσα από τη μουσική τους. Βλέπω την ομίχλη να σέρνεται μαζί με το ποτάμι, τα καθρεφτίσματα των δροσοσταλίδων που κρέμονται από τα λουλούδια, τα παιχνίδια του νερού στο ταβάνι της σπηλιάς, τα φαντάσματα στις σκιές των δέντρων, ακόμα και το σούρουπο μέσα από κλεισμένα μάτια. ΚΙ αυτό να ήταν μόνο; Πού να δείτε και τι νιώθω. Νιώθω να γίνομαι τόσο αόρατος, που να μπορούν να περάσουν από μέσα μου τα πουλιά, τη βροχή να δροσίζει τον αέρα, να ακροβατώ πάνω από δάση, τα φύλλα του φθινοπώρου να με ακολουθούν και πως υπάρχουν κι άλλοι που ζουν τη ζωή μου (τώρα, ο «γλύφτης» στο πρώτο θρανίο θα έλεγε πως αυτό αποδεικνύει την παγκοσμιότητα της μουσικής). Κάτι τέτοια «παράξενα όμορφα» συμβαίνουν με τη μουσική τους. Και να σας πω κάτι; Δε χρειάζονται οποιεσδήποτε «ουσίες» για να τα δεις. Βλέπετε, εδώ δεν ακούς μόνο, αλλά βλέπεις. Κι αυτό δε γνώρισα παρά μόνο ελάχιστες μπάντες που το κατόρθωσαν. Δοκιμάστε και θα με θυμηθείτε…
Η ιστορία των Caravan είναι μεγάλη με αρκετά σταυροδρόμια, πάρα πολλές αφίξεις και αναχωρήσεις μελών και διάφορα άξια λόγου περιστατικά. Θα μπορούσα να μεταφέρω κάποια από αυτά, μέσα από τις σελίδες διάφορων φανζίν που έχω, αλλά, ειλικρινά, δε νομίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να μιλήσουμε για ο,τιδήποτε άλλο, εκτός από τη μουσική. Κι αυτό επέλεξα να το κάνω με τον παλιό καλό τρόπο. Μιλώντας για τους δίσκους τους. Δηλαδή, για τους τέσσερις πρώτους.

“Caravan” (1968)

Οι Caravan έγιναν η πρώτη Βρετανική μπάντα που υπέγραψε με τη βοήθεια του Tony Cox στην περίφημη Αμερικανική MGM/ Verve. Κι αυτό λέει πολλά. Μόνο και μόνο το ντεμπούτο single τους, το “Place of My Own”, να άκουγε κάποιος, θα καταλάβαινε ότι εδώ κάτι σημαντικό πρόκειται να συμβεί. Το ότι οι κριτικοί το δέχτηκαν με εξαιρετικά σχόλια και ο John Peel του έδινε σημαντικό air play στη δημοφιλή εκπομπή του Top Gear ήταν από μόνα τους αρκετά για να ενδιαφερθούν οι απανταχού λάτρεις της ποιοτικής μουσικής.
Ένα μέρος του ενθουσιασμού σίγουρα οφειλόταν στο πόσο σφιχτοδεμένες και ώριμες ακούγονταν οι οκτώ συνθέσεις του, μην αφήνοντας και πολλά περιθώρια να διαφωνήσεις κατά κυριολεξία με τον τίτλο του καθαρόαιμου progressive "Where but for Caravan Would I?" Έλα, ντε… Για να λέμε την αλήθεια πλήρη, καλό είναι να θυμηθούμε ότι το 1968 ήταν αδύνατο να σκεφτεί κάποιος ότι το φερώνυμο ντεμπούτο τους ήταν ένα εξαιρετικό δείγμα της σκηνής του Canterbury, αφού αυτή δεν είχε βαφτιστεί ακόμα έτσι. Μπορούσε όμως κάλλιστα μέσα από αυτό να δει μια νέα μπάντα, η οποία όντας σαφώς επηρεασμένη από τον κυρίαρχο ανεξάρτητο ψυχεδελικό ήχο, έδειχνε μια διαφορετική ταξιδιάρικη οπτική γωνία του, που κατά περίεργο τρόπο ήταν ταυτόχρονα όχι τόσο ορθόδοξα αρτίστικη, αλλά και πιο μελωδική από αυτόν. Κι όλα αυτά, ενώ αποτελούσε σαφέστατα και κατ’ ουσίαν progressive rock.
Κι αν σώνει και καλά ψάξουμε να βρούμε την αιτία της διαφοροποίησης αυτής, δηλαδή το ότι η μουσική τους δεν ήταν παρόμοια εκείνης των τιτάνων Pink Floyd και Giles, Giles & Fripp ή των Moody Blues, θα διαπιστώσουμε ότι… φταίει η soul. Δηλαδή, οι καταβολές των Wilde Flowers, που λέγαμε παραπάνω. Βέβαια, μη νομίστε ότι δεν επηρεάστηκαν και από τα «γειτονάκια» που λέγονταν Soft Machine, με τους οποίους τα έπιναν συνήθως στο Middle Earth club. Πέρα από τα τραγούδια που ήδη αναφέρθηκαν αξίζει να σημειωθούν κατά πρώτο λόγο και με ελάχιστη διαφορά τα επίσης ατμοσφαιρικά "Magic Man" και "Love Song With Flute" και κατά δεύτερο τα "Grandma's Lawn" και "Policeman".

“If I Could Do It All Over Again, I’d Do It All Over You” (1970)

Ακριβώς την ίδια φράση θα έλεγα κι εγώ άπειρες φορές στο δίσκο αυτό, ελπίζοντας να μη ζηλέψει το “In the Land of Grey and Pink”. Το άλμπουμ, που έχει ως εξώφυλλο τη χαρά κάθε μουσικόφιλου ορειβάτη, κυκλοφόρησε μέσω της πέρα-από-το-μύθο Decca Records.
Από τις πρώτες νότες του φερώνυμου τραγουδιού, με το μπάσο να «σκάει» βαρύγδουπα κάθε νότα κυριαρχώντας μέχρι να ακουστούν τα «πειραγμένα» φοβερά και τρομερά πλήκτρα, το νιώθεις πως εδώ υπάρχει κάτι μεγαλειώδες. Κι όταν αρχίζει η σουίτα "And I Wish I Were Stoned" και "Don't Worry", δεν… ανησυχούμε καθόλου, μιας και το μεγαλείο έχει ήδη ξεκινήσει. Είπα κυριολεκτικά τη λέξη «σουίτα» μιας και τότε όλα τα progressive rock συγκροτήματα -και ιδιαίτερα τα jazz rock- ενσωμάτωναν περισσότερες συνθέσεις σε μία (κατά το πρότυπο της κλασικής μουσικής), δίνοντάς τους ξεχωριστά ονόματα. Σχεδόν πάντα μάλιστα, μια τέτοια σύνθεση, με τις ουσιαστικές εναλλαγές και διαφοροποιήσεις που συναντά κανείς σε μια μπάντα του χώρου που σέβεται τον εαυτό της, έφτανε για να γεμίσει ένας ολόκληρος δίσκος. Όμως, κυρίες και κύριοι, εδώ μιλάμε για jazz rock και όχι για μουσικές της σειράς, που δίνονται με την τσιγγουνιά του άγχους για να βρεθεί υλικό για τον επόμενο δίσκο.
Το "As I Feel I Die" βάζει σαφέστερα τα πράγματα στη θέση τους, υπενθυμίζοντας σε όσους «χάθηκαν» στα ψυχεδελικά τοπία ότι η μπάντα παίζει το γλυκό, πολύχρωμο και μυθικό jazz rock με τέτοιον τρόπο που ελάχιστοι μπόρεσαν. Η ένταση ανεβαίνει, το μπάσο δε συμμαζεύει απλά τη μπάντα, αλλά παίζει σαν κιθάρα, ενώ τα πλήκτρα αυτοσχεδιάζουν ελεγχόμενα με καθαρόαιμο ροκάδικο στυλ.

Η πρώτη πλευρά ολοκληρώνεται με τα πέντε μέρη της αληθινά μεγαλειώδους και κατά περιόδους ανατριχιαστικής σουίτας "With an Ear to the Ground", "You Can Make It", "Martinian", "Only Cox" και "Reprise". Πώς το είπαμε παραπάνω; Αυτό ακριβώς: μουσικές που θα έφταναν για έναν ολόκληρο δίσκο, μαζί με την άλλη μέγιστη σουίτα της δεύτερης πλευράς, την "Can't Be Long Now", "Françoise", "For Richard" και "Warlock". Εδώ δε μπορώ να πω πολλά, όχι όμως γιατί δεν έχω. Απλά να επισημάνω τις επικές jazz παύσεις που μεγιστοποιούν το αποτέλεσμα, το φλάουτο που σε καθηλώνει ξυπνώντας τα ξωτικά του δάσους και καλώντας σε να δεις εικόνες που μέχρι τώρα ήταν μπροστά σου, αλλά δεν τις έβλεπες. Όπως στο "Can't Be Long Now", όπου οι απαλές ταξιδιάρικες αρχικές νότες μετατρέπονται σε σκληρά μονοπάτια, τα οποία μεταβάλλονται χωρίς να το καταλάβεις σε ένα jazz ύμνο, για να επιστρέψουν στο μέρος από όπου ξεκίνησαν. Ξέρετε κάτι; Η ψυχεδέλεια του jazz rock δεν έχει ανάγκη από ουσίες για να λειτουργήσει, δεν είναι τεχνητή, γι’ αυτό είναι η κορυφαία.
Ο δε επίλογος του "Limits" μοιάζει να έρχεται σταδιακά από μακριά, δεν αρχίζει με τον αναμενόμενο ορθόδοξο τρόπο, για να φύγει πάλι… χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα. Μόνο που μας καλεί να ξανακούσουμε το άλμπουμ. Χα! Λες και δε θα το κάναμε…

“In the Land of Grey and Pink” (1971)

Το “In the Land of Grey and Pink” είναι ο δίδυμος πύργος του “If I Could Do It All Over Again, I’d Do It All Over You”. Κι αν νομίζετε ότι τυχαία τον χαρακτήρισα έτσι, ρίξτε μια ματιά στο εξώφυλλο. Όποιος βρει τον Frodo, κερδίζει! Άντε, μην ψάχνετε, κρατήστε μόνο το ότι σίγουρα ο Tolkien θα ήταν περήφανος, αν είχε ακούσει το άλμπουμ.
Τέτοιοι δίσκοι, δε φτιάχνονται σήμερα. Ούτε τότε, δηλαδή, φτιάχνονταν εύκολα. Η αυτοπεποίθηση της μπάντας ήταν στα ύψη, οι συναυλίες της είχαν πολλές χιλιάδες (σε μια περίπτωση πάνω από δύο εκατοντάδες από αυτές) κόσμο, ο «εγκέφαλος» Dave Sinclair ήταν σε μεγάλα κέφια, οπότε τι μπορούσε να βγει; Προφανώς κάτι ονειρικό σε γκρίζες και ροζ αποχρώσεις. Μετά από αυτό όμως, δυστυχώς, ο όντως «προχωρημένος» Dave άφησε το συγκρότημα, για να σχηματίσει τους Matching Mole μαζί με τον Robert Wyatt, επειδή ένιωθε πως με τους Caravan τελικά δε θα γνώριζε την επιτυχία που ποθούσε.  
Το άλμπουμ ήταν άψογα εκτελεσμένο, εγκεφαλικό και είχε έκδηλη τη Βρετανική αίσθηση του χιούμορ, που τόσο πολύ εκτιμούσαν τα μέλη της μπάντας. Για παράδειγμα, στο εισαγωγικό "Golf Girl", που αρχικά δε μπορείς να εκτιμήσεις δεόντως, ακούμε την προσπάθεια ενός τύπου που δοκιμάζει την τύχη του σε μια κοπέλα που πουλά τσάι σε ένα γήπεδο γκολφ και αγοράζει τρία φλυτζάνια μέχρι να βεβαιωθεί ότι εκείνη τον γουστάρει, για να καταλήξει να μιλά μαζί της με σήματα μορς (τα οποία ακούγονται στο τραγούδι), λόγω ομοιοκαταληξίας: “On the golf course / We talk in Morse”. Κι όλα αυτά, αφού η τύπισσα τον έχει προστατεύσει από μια βροχή από μπαλάκια του γκολφ! Η αποθέωση όμως, την οποία παίζαμε άπειρες φορές στο repeat με το Σπύρο μη μπορώντας να συγκρατηθούμε από τα γέλια, ήταν ο στίχος “And we sat under a tree / She kissed me”, όπου το “She” ακουγόταν ως “Shee”, επειδή η έλλειψη μιας συλλαβής χαλούσε το μέτρο. Εδώ το φλάουτο σολάρει και ακούγεται σαν ορχήστρα ολόκληρη, πάνω σε ένα jazz μοτίβο, που αγαπά τη folk με τέτοιον τρόπο που θα λατρέψουν οι ροκάδες.  

Κι ύστερα έρχεται το "Winter Wine"… ‘Νταξ’ μωρέ, καλούτσικο είναι. Έτσι λες την πρώτη φορά που το ακούς (κι εγώ το ίδιο είπα, φίλε), αλλά πρόσεχε, γιατί χαζεύεις. Όσες φορές κι αν το ακούσεις, πάντα θα υπάρχει κάτι νέο να σου αποκαλυφθεί. Τα πλήκτρα είναι κυριολεκτικά μαγικά (λευκή μαγεία, φίλοι μου, φυσικά, εδώ δεν έχει χώρο για μαυρίλες). Η τζαζιά αυτή είναι τόσο αριστοτεχνικά δομημένη, που, αν δεν είσαι εξοικειωμένος, δε σου περνάει καν από το νου ότι είναι jazz. Κι ας βγάζει μάτια! Μετά από 5.25’ λεπτά, πιστεύεις πως τελειώνει, αλλά η μουσική ανακυκλώνεται αιφνιδιαστικά (για πολλοστή φορά, ως συνήθως) γεννώντας ένα πιο επιθετικό σόλο που σε συνεπαίρνει. Εδώ ακούμε για το μυθικό πρόσωπο του sandman: “Make no fuss, for you must - in stardust, he puts all the colours in your dreams”. Αυτός βάζει τα χρώματα κι αυτοί τη μουσική τους. Άντε τώρα να μη σου κολλήσει το “We'll be together all the time”. Ύστερα από τόσα χρόνια, χρειάζεται να σας το υποσχεθώ παιδιά;
Το "Love to Love You (And Tonight Pigs Will Fly)" είναι ρυθμικό, εύθυμο και πιο folky. Γιατί; Απλά, διότι είναι το μόνο τραγούδι που έγραψε ο Pye Hastings. Δένει όμως με τα υπόλοιπα κυρίως διότι σε «χαλαρώνει» για τον τυφώνα που πλησιάζει. Το φερώνυμο τραγούδι (δεν είναι τραγούδι, αλλά σύνθεση, με διορθώνει η Smeagol πλευρά του εαυτού μου) φέρνει τα πράγματα στον ίσιο δρόμο, ευρηματικά και χαλαρά μαζί, για να μεγιστοποιήσει το αντίκτυπο της συνάντησής σου με το "Nine Feet Underground". Όχι six, αλλά nine. Δε νομίζετε πως έχει σημασία;

Με αυτήν την εκ των κορυφαίων σουίτα της ηλεκτρικής μουσικής ανοίγει και κλείνει η δεύτερη πλευρά. Η συνολική διάρκειά της είναι 22.40’ λεπτά και τα μέρη της τα εξής: I. "Nigel Blows a Tune", II. "Love's a Friend", III. "Make It 76", IV. "Dance of the Seven Paper Hankies", V. "Hold Grandad by the Nose", VI. "Honest I Did!", VII. "Disassociation" και VIII. "100% Proof". Εδώ συνοψίζεται όλη η μαγεία των Caravan, με μουσικές που μπορούσαν να φτάσουν άνετα για δυο - τρεις δίσκους. Υπάρχουν αναφορές στους φίλους Soft Machine και τους μεγαλειώδεις συνοδοιπόρους King Crimson. Θα μπορούσα να πω ότι υπάρχουν όλα. Έχοντας χαθεί στη δυναμική και ρυθμική jazz του "Make It 76", η βουκολική αύρα του "Dance of the Seven Paper Hankies" ακούγεται καθηλωτική, για να έρθει η έκρηξη (κυριολεκτικά, την ακούτε;) με το "Hold Grandad by the Nose" (το πιάσατε το υπονοούμενο στο όνομα;) και να συνεχιστεί κλιμακούμενη ως το τέλος. Δεν είμαι σε θέση να ξέρω πόσες εκατοντάδες (χα, χα, κρύβω λόγια) φορές έχω ακούσει το "Nine Feet Underground", απλά γνωρίζω ότι η σύνθεση αυτή είναι μια πολύ σπάνια πηγή που αναβλύζει διαρκώς φρέσκο νερό. Για ακούστε: “…my mind is yours, yours is mine…” κι αν θελήσετε να διαβάστε και τους λοιπούς στίχους, θα καταλάβετε ότι όσα γράφτηκαν παραπάνω για το τι μορφής jazz rock έπαιζαν, δεν ήταν και τόσο προσωπικά.

 

“Waterloo Lily” (1972)

Τώρα, τι κάνουμε χωρίς τον Dave και το σήμα κατατεθέν Hammond του; Απλά, παίρνουμε τον Steve Miller (Delivery), που κατέχει καλά τα keyboards. Και, μάλιστα, τα jazz keyboards, θα έλεγα. Προφανώς τα μέλη της μπάντας ήταν τόσο αγχωμένα (πώς αλλιώς;) με τη συνέχεια, ιδιαίτερα με δεδομένο το επίπεδο του “In the Land of Grey and Pink”, που επιστράτευσαν πέντε ακόμα μουσικούς, για να συνεισφέρουν στο τελικό αποτέλεσμα. Το "Waterloo Lily" ήταν αξιοπρεπέστατο, πιο «βαρύ» όμως και πιο απροκάλυπτα εξαρτημένο από τη jazz, με λιγότερες αναφορές στην progressive rock και τη folk. Εδώ δε μπορούσαν να διαφύγουν ακόμα και από τον πιο ανυποψίαστο τα κυρίαρχα jazz στοιχεία.  
Το εισαγωγικό φερώνυμο τραγούδι φανέρωσε από την αρχή τις προθέσεις του γκρουπ, οι οποίες ξεδιπλώθηκαν πλήρως με τη jazz fusion σουίτα "Nothing at All", "It's Coming Soon", "Nothing at All (Reprise)", όπου το μεσαίο κομμάτι χρησιμοποιείται έξυπνα ως γέφυρα των ακραίων με πολύ όμορφα πλήκτρα, που τότε συναντούσαμε παρόμοια ακόμα και σε ψαγμένα soul τραγούδια.

Το "Songs and Signs" αρχικά φλερτάρει με τις πιο ατμοσφαιρικές στιγμές τους, αλλά σύντομα παρασύρεται από το μπάσο του Richard Sinclair και προσπαθεί με σχετική επιτυχία να δημιουργήσει ατμόσφαιρα ανάλογη με του “If I Could Do It All Over Again, I’d Do It All Over You”. Το ίδιο μπορεί να πει κάποιος και για τη σουίτα "The Love in Your Eye", "To Catch Me a Brother", "Subsultus", "Debouchement", "Tilbury Kecks", που αναπαράγει μεν το ύφος του δίσκου αυτού όπως και του ντεμπούτου, αλλά με μια Jethro Tull οπτική και την κιθάρα του Hastings να προσπαθεί να κάνει τη διαφορά. Το "Aristocracy" είναι δυνατό και γεμάτο αυτοπεποίθηση, σε αντίθεση με τον επίλογο του "The World is Yours", που μοιάζει να χάνεται στην ατολμία του.

Ένα ταξίδι γεμάτο σταθμούς

Παρά τις πολλές αλλαγές στη σύνθεσή του, αλλά και τη σταδιακή εγκατάλειψη του jazz rock ύφους, με το οποίο μεγαλούργησε, το συγκρότημα όχι μόνο επιβίωσε στα χρόνια που ακολούθησαν, αλλά κυκλοφόρησε και αρκετούς πολύ καλούς δίσκους. Το “For Girls That Grow Plump in the Night” (1973) ήταν αντιπροσωπευτικό του «νέου» ήχου τους, το “Cunning Stunts” (1975) μάλλον αναπάντεχα και πανέμορφα νοσταλγικό του παρελθόντος, με τα “Blind Dog at St Dunstans” (1976), “Better by Far” (1977) , “The Album” (1980),  “Back to Front” (1982), “Cool Water” (1994), “The Battle of Hastings” (1995), “The Unauthorized Breakfast Item” (2003) να κρατούν τη φλόγα αναμμένη. Μια φλόγα που μας ταξίδεψε με καινούργια τραγούδια, ακόμα και το 2014 με το “Paradise Filter”.

Άλλωστε, το είπαμε ήδη: στη μουσική των Caravan κανένα ταξίδι δε μπορεί ποτέ να είναι το ίδιο…

Caravan concert shots @ Rodon Club, Athens 2005 by Chris Kissadjekian

Read 64 times

Leave a comment