Monuments on Facebook

Η «ΑΛΛΗ» ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ BAD COMPANY

Thursday, 14 July 2016 13:54
Published in Αρθρογραφία

Η κυκλοφορία του "καινούργιου" live άλμπουμ των ιστορικών Bad Company, με τίτλο Live 1977/Live 1979, μου έδωσε την ιδέα να ασχοληθούμε με αυτό το σπουδαίο αγγλικό συγκρότημα, αλλά όχι με την πρώτη εξαιρετική περίοδο τους αλλά με την πιο αμερικάνικη, τη δεύτερη. Για να φθάσουμε όμως σ' αυτή τη δεύτερη περίοδο, ας θυμηθούμε πως ξεκίνησε η μεγάλη καριέρα τους.

Ήταν το 1973 κι αμέσως μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ των Free, Heartbreaker, όταν ο τραγουδιστής Paul Rodgers κι ο ντράμερ Simon Kirke αντιλαμβάνονται ότι το συγκρότημα έχει κλείσει το κύκλο του και το μέλλον του είναι δυσοίωνο. Με την προσθήκη του κιθαρίστα των Mott the Hoople, Mick Ralphs και του μπασίστα Boz Burrell (King Crimson), σχηματίζουν τους Bad Company. Σύμφωνα με τον Paul Rodgers πήραν το όνομα από ένα βικτωριανό βιβλίο όπου υπήρχε η φωτογραφία ενός τύπου που ακούμπαγε σ' ένα λυχνοστάτη. Από κάτω έγραφε 'προσοχή στις κακές παρέες' ("beware of bad company"). Από  αυτή τη φράση ο Paul Rodgers κράτησε μόνο το Bad Company και βάφτισε το καινούργιο συγκρότημα. Η ιστορία τους έως και το 1982 με την κυκλοφορία του πιο σκληρού τους άλμπουμ, Rough Diamonds, είναι γνωστή. Η κυκλοφορία του Live 1977/Live 1979, με οδήγησε να ξανακούσω όχι τα άλμπουμ με τον Paul Rodgers, αλλά αυτά που ηχογράφησαν μετά την αποχώρηση του, κι όταν ο ήχος τους έγινε πιο αμερικάνικος ή αν προτιμάτε A.O.R. Η αποχώρηση τού Rodgers έβαλε το συγκρότημα στο ψυγείο για 4 χρόνια, όταν ο κιθαρίστας Mick Ralphs κι ο ντράμερ Simon Kirke αποφασίζουν να συνεχίσουν κρατώντας το ίδιο όνομα με την προσθήκη του τραγουδιστή Brian Howe, (από το συγκρότημα του Ted Nugent) και του session μπασίστα Steve Price. Για την ιστορία μπάσο παίζει κι ο Boz Burrell αλλά σαν ...φιλοξενούμενος.

Έτσι το 1986 κυκλοφορούν το πρώτο άλμπουμ της νέας περιόδου τους με τίτλο Fame and Fortune σε παραγωγή του Keith Olsen και executive producer τον Mick Jones των Foreigner. Το άλμπουμ χαρακτηρίζεται σαν μέτριο, ίσως κι υπό του μετρίου. Αν εξαιρέσεις το Burning Up που προσπαθεί να μάς ζεστάνει και το ομώνυμο τραγούδι, που είναι το καλύτερο του άλμπουμ, τα υπόλοιπα 8 πελαγοδρομούν στη μετριότητα. Είναι φανερό ότι το συγκρότημα αν κι έχει βρει ένα καλό ερμηνευτή, τον αμερικάνο Brian Howe (που σαν τραγουδιστής του Ted Nugent είχε συμμετάσχει στο άλμπουμ Penetrator-1984) μουσικά και συνθετικά, παραπαίει. Ο Howe, έχει τη φωνή που μπορεί να πει τα κλασικά τραγούδια τους ενώ στέκεται πολύ κοντά στο χρώμα και στο ύφος του θρυλικού προκατόχου του, όμως τα τραγούδια έχουν πρόβλημα. Βέβαια υπάρχει μια δικαιολογία που λέει, ότι το rock από την αρχή της δεκαετίας του '80 έχει αλλάξει και προσαρμόζεται στα καινούργια δεδομένα.  Ακούστε τα Turbo των Judas Priest, το Seventh Star των Black Sabbath, το Ultimate Sin του Ozzy ή και το Agent Provocateur των Foreigner, που ναι μεν κυκλοφόρησε το 1984, αλλά με τον ήχο του επηρέασε όλα τα αμερικάνικα συγκροτήματα. Είναι φανερό ότι οι Ralphs, Kirke, Burrell και Howe δεν έχουν πιάσει το νόημα παρ'όλη τη βοήθεια των Keith Olsen και Mick Jones.  Το Dangerous Age (1988 No 58 U.S.A) ήταν σίγουρα καλύτερο και πιο δεμένο και κυρίως έχει την ταυτότητα που οι Mick Ralphs και Simon Kirke έψαχναν στο Fame and Fortune.

Το hard rock blues της δεκαετίας του 70 έχει γράψει ιστορία, και οι «καινούργιοι» Bad Company έχουν προσαρμοστεί στην καινούργια δεκαετία. Ο ήχος τους είναι εντελώς αμερικάνικος και τρία κομμάτια του άλμπουμ γνωρίζουν ραδιοφωνική επιτυχία ("No Smoke Without A Fire", "One Night"(#9) και "Shake It Up"). Όμως ακόμα καλύτερο είναι το Holy Water (1990), όπου και πάλι το συγκρότημα παρουσιάζεται τριμελές με τον μπασίστα να είναι session. Εν προκειμένω  μπάσο παίζει ο Felix Krish ενώ δεύτερες φωνές κάνει ο Lea Hart των Fastway! Οι Bad Company έχουν κρατήσει τα καλά στοιχεία του Dangerous Age,  έχοντας ακούσει τα άλμπουμ των Foreigner, Styx, Journey και R.E.O. Speedwagon... και ποιός τους πιάνει! Το Holy Water ξεπερνά το 1.000.000 αντίτυπα σε πωλήσεις, αν και φθάνει μόνο έως το Νο 35 του The Billboard Top Pop Albums Chart, αλλά βγάζει δύο κομματάρες: Το ομότιτλο "Holy Water" και το ακόμα καλύτερο "If You Needed Somebody" (Νο 16 U.S.A.) που είναι μια από τις καλύτερες power ballads. Το ύφος όλων των τραγουδιών είναι μέσα στο A.O.R ύφος που εκείνη την εποχή έκανε θραύση στην Αμερική και σίγουρα είναι best buy  για τους fans του είδους. Και συνεχίζουμε την περιήγησή μας στη δισκογραφία των Bad Company της δεκαετίας του'80, με την κυκλοφορία του Here Comes Trouble (1992) που ήταν το τελευταίο με τραγουδιστή τον Brian Howe. Και πάλι session μπασίστας είναι ο Felix Krish ενώ σαν δεύτερη κιθαρίστας παρουσιάζεται ο Dave Colwell του οποίου η συνεργασία με το συγκρότημα συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια. Το Here Comes Trouble βγάζει ένα πολύ καλό single, το "How About That" ενώ τα υπόλοιπα απλώς ακούγονται.

ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΜΕ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ...

Κι ενώ έχουν ηχογραφήσει 3 άλμπουμ με τον Brian Howe κι  οι νεώτεροι τούς μαθαίνουν σαν ένα A.O.R. συγκρότημα, ο Howe φεύγει κι αντικαθίσταται από τον άγγλο Robert Hart ο οποίος έως τότε δεν είχε καμία ιδιαίτερη προϊστορία. Το 1980 είχε συνεργαστεί με τον μεγάλο μπασίστα Bernard Edwards των Chic με σημαντικότερη δουλειά τους το soundtrack,  The Burglar (στη ταινία έπαιζε η Whoopie Goldberg), ενώ συνεργάστηκε και με τον Russ Ballard στο προσωπικό άλμπουμ του «Robert Hart» (1992). Τότε τον πλησίασε ο Mick Ralphs και του πρότεινε να πάρει τη θέση του Howe και με τους Bad Company ηχογράφησε  τα άλμπουμ Company of Strangers και Stories told and Untold . Ξεκινώντας από το Company of Strangers (No 159 U.S.A.)που είναι γενικά μέτριο  άλμπουμ  και συνεχίζοντας στο Stories Told & Untold (1996) που είναι το δωδέκατο άλμπουμ της δισκογραφίας τους , το συγκρότημα προσπαθεί να ακολουθήσει το πνεύμα της εποχής που ήταν οι unplugged κι ακουστικές ηχογραφήσεις. Έτσι στο Stories Told & Untold ακούμε παλαιότερα κομμάτια τους σε αχρείαστες unplugged ηχογραφήσεις (Oh Atlanta, Ready for Love, Can't Get Enough, Silver Blue and Gold, Shooting Star, Simple Man και Weep no More) και κάποια αδιάφορα καινούργια . Ο Hart ακούγεται πολύ κοντά στις δυνατότητες του Rodgers σε σημείο που πολλές φορές νομίζεις ότι ακούς τον ιστορικό τραγουδιστή του συγκροτήματος. Και στα δύο προαναφερόμενα άλμπουμ μπάσο παίζει ο Rick Willis (Peter Frampton, Foreigner, David Gilmour) και δεύτερη κιθάρα ο Dave "Bucket" Colwell. Να σημειώσω ότι κανένα άλμπουμ τους με τραγουδιστή είτε τον Howe είτε τον Hart δεν μπήκε στα 100 πρώτα του αγγλικού chart! Με τον Hart στο μικρόφωνο περιόδευσαν στην Αμερική και διαλύθηκαν.

ΤΑ LIVE ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΗ ΚΡΙΤΙΚΗ

Έξι Live άλμπουμ έχουν κυκλοφορήσει οι Bad Company αλλά κανένα δεν αποτύπωσε την ενέργεια των συναυλιών τους.  Ιστορικά, το πρώτο κυκλοφόρησε το 1993 με τραγουδιστή τον Brian Howe και είχε τίτλο What You Hear Is What You Get με υπότιτλο The Best of Bad Company. Το δεύτερο ήταν το In Concert: Merchants of Cool(2002) και κυκλοφόρησε σε cd και  DVD με τραγουδιστή τον Paul Rodgers κι ήταν προϊόν ενός reunion! Ηχογραφήθηκε στην Αμερική, περιλαμβάνει 11 κλασικά τραγούδια τους, το "All Right Now" των Free και 2 καινούργια! Πρόκειται για τα   Joe Fabulous και  Saving Grace (τη μουσική έγραψε ο κιθαρίστας των Journey Neil Schon) και τα 2 studio, αλλά δεν λένε τίποτε! To Live in Albuquerque 1976 κυκλοφόρησε το 2006 και από τον τίτλο καταλαβαίνετε ότι αποτελεί την πρώτη μέχρι στιγμής live ηχογράφηση που κυκλοφορεί από τους 4 αρχικούς μουσικούς. Η ηχογράφηση έγινε από τον Mick Ralphs που ηχογραφούσε όλες τις συναυλίες τους, ενώ έγραψε το ένθετο και προσέφερε τις φωτογραφίες. Δυστυχώς, το Live in Albuquerque 1976 αποσύρθηκε λόγω νομικών κωλυμάτων.

Τέταρτο live άλμπουμ τους ήταν το Hard Rock Live (2010) που κι αυτό κυκλοφόρησε σε CD και DVD. Ηχογραφήθηκε σε συναυλία τους στη Φλόριδα κατά τη διάρκεια ενός ακόμα reunion, αυτό του 2008, με τον Lynn Sorensen στο μπάσο και τον Howard Leese στη δεύτερη κιθάρα. Και πάλι με τους Lynn Sorensen και Howard Leese στη σύνθεση τους ηχογραφήθηκε το Hard Rock Live(2010) στο Wembley Arena και πιο πρόσφατο είναι το διπλό cd Live in Concert 1977 & 1979 που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2016 και όπως λέει κι ο τίτλος περιέχει 2 παλαιότερες συναυλίες τους, από τη χρυσή εποχή τους, Η πρώτη συναυλία του 1977  δόθηκε στο Houston του Texas κι είναι αξιοπρόσεχτο πόσο κουραστικοί κι άνευροι είναι. Δια της βίας ακούγεται το πρώτο cd. Η κατάσταση στο δεύτερο βελτιώνεται αισθητά. Ηχογραφήθηκε στο Wembley στις 9 Μαρτίου 1979 κι έχει καλύτερο set list και η απόδοση του συγκροτήματος είναι καλή, αλλά σε κανένα δεν κατορθώνουν να πιάσουν την απόδοση στο studio. Πολύ καλό το ένθετο με πολλά στοιχεία για τις 2 συναυλίες και την εποχή και με πλήθος φωτογραφιών.

LIVE ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ 13 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2008

Ο Mick Ralphs κρατώντας ζωντανή την ιστορία του συγκροτήματος, βγαίνει περιοδεία στη Μ. Βρετανία και ανακοινώνει εμφανίσεις και στην Ευρώπη. Έτσι στις 13 Απριλίου τον βλέπουμε μαζί με τους Harry James ντραμς (Thunder), Dave "Bucket" Colwell  κιθάρα, Jaz Lochrie μπάσο και Robert Hart τραγούδι, σ' ένα γεμάτο Κύτταρο να παίζουν τα κλασικά τραγούδια των Bad Company αλλά και μερικά των Free! Ήταν μια συναυλία- πάρτι.

Ακούστε την εκπομπή του Αλέξανδρου Ριχάρδου κάθε ημέρα, Δευτέρα-Παρασκευή, 18.00 – 20.00 στο web radio
http://www.rockmachine.gr

Read 517 times

Leave a comment