«ΤΗΝ ΟΓΔΟΗ ΗΜΕΡΑ Ο ΘΕΟΣ ΕΦΤΙΑΞΕ ΤΟΥΣ PEARL JAM. ΜΕΤΑ ΞΕΚΟΥΡΑΣΤΗΚΕ. AΦΗΣΕ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ»

Thursday, 08 September 2016 09:51
Published in Αρθρογραφία

Γιατί αν οι Nirvana είναι υπεύθυνοι για το attitude των 90’s, οι Perl Jam είναι σε τεράστιο βαθμό για τον ήχο. Και όλα ξεκίνησαν πριν 25 χρόνια με το Ten.

 

Είναι αρκετά δύσκολο για μένα να περιορίσω τον προσωπικό παράγοντα, το βίωμα και το συναίσθημα σε ένα αφιέρωμα σαν αυτό. Όσοι με γνωρίζουν καταλαβαίνουν απόλυτα τι ακριβώς εννοώ, τι είναι οι Pearl Jam για μένα. Η πρώτη μου επαφή ήρθε στην τρυφερή και ευάλωτη σε μουσικά ερεθίσματα ηλικία των 14 ετών, με το “Ten” (ασχέτως αν είχε κυκλοφορήσει μια δεκαετία πριν πέσει στα χέρια μου). Όντως ένας πιτσιρικάς φαν της κλασικής ροκ των 70 ‘s, που δεν μπορούσα να ταιριάξω το εαυτό μου με το heavy metal που άκουγαν οι φίλοι μου, το “Ten” έπεσε σαν κεραυνός στον μουσικό μου κόσμο. Αυτό που λέμε έρωτας με το πρώτο άκουσμα.
Επίσημα λοιπόν, άρχισαν όλα πριν 25 χρόνια, στις 27 Αυγούστου το 1991.

Την μέρα που στην αγορά κυκλοφορεί το πρώτο άλμπουμ των Pearl Jam.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ή καλύτερα ας τα πάρουμε λίγο πριν την αρχή. Είναι τέλη της δεκαετίας του 80 και μια παρέα στο Seattle παίζει μουσική με το όνομα Mother Love Bone. Όλοι στην πόλη λένε πως πρόκειται για το “next big thing” της τοπικής σκηνής, κυρίως λόγω του ταλαντούχου frontman, Andrew Wood, συγκάτοικος και φίλος του Chris Cornell, τραγουδιστή των ήδη γνωστών Soundgarden. Στο γκρουπ συμμετέχουν και δύο παιδικοί φίλοι και πρώην μέλη των Green River, ο μπασίστας Jeff Ament και ο κιθαρίστας Stone Gossard. Ωστόσο, ο θάνατος του Wood μόλις δύο χρόνια μετά, το 1990, βάζει πρόωρο τέλος στους Mother Love Bone. O Gossard βρίσκει τον φίλο του, έτερο κιθαρίστα, Mike Mc Cready και παρέα με τον Ament ξεκινάνε τη σύνθεση νέων τραγουδιών. Φτιάχνουν μια κασέτα/demo με κάποια από αυτά και αρχίζουν να μοιράζουν αντίτυπα στην προσπάθεια να βρουν ντράμερ και τραγουδιστή. Κι αν στο θέμα ντράμερ τους πήρε μερικά χρόνια (και πέντε album) για να κρατήσουν κάποιον σταθερό, στο θέμα τραγουδιστή έπιασαν λίρα εκατό. Ο Jack Irons, ένας από τους υποψήφιους drummer (αργότερα μέλος) δίνει την κασέτα σε έναν φίλο του serfer από τον San Diego, τον Eddie Vedder. Αυτός βάζει στίχους και φωνητικά στα τρία από τα πέντε τραγούδια της κασέτας, τα “Footsteps”, “Once” και “Alive”. Η συνέχεια λίγο πολύ γνωστή. Στο άκουσμα της κασέτας με την φωνή του Vedder, οι υπόλοιποι αποφασίζουν να τον καλέσουν στο Seattle για να γίνει μέλος της μπάντας χωρίς δεύτερη σκέψη. Πίσω από τα ντραμς κάθεται ο Dave Krusen και η πεντάδα κλείνεται στο στούντιο και αρχίζει την ηχογράφηση.

Μουσικά το “Ten” έδωσε στο κοινό την φρεσκάδα που χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή, πατώντας ταυτόχρονα σε μουσικές βάσεις από το παρελθόν. Μακρυά από το glamour "ροκασταριλίκι" των 80’s, χωρίς να υοθετεί την αλητεία και το τρίπτυχο “sex, drugs and rock ‘n roll” του Los Angeles, είναι μία παρέα που παίζει μουσική απλά γιατί το απολαμβάνει. Με άλλα λόγια ροκ από τους φαν για τους φαν. Παντρεύοντας τα εφηβικά τους ακούσματα, όπως classic rock και punk, βάζοντας ταλέντο και ενθουσιασμό, το αποτέλεσμα είναι ένα album που δεν σε αφήνει να ησυχάσεις ούτε δευτερόλεπτο. Άλλοτε με άμεσα και δυνατά riffs, άλλοτε με μελωδίες, σόλα γεμάτα ροκιά από τα 70’s και με την φωνή του Vedder να βγάζει, βάθος, αγριάδα, συναίσθημα, όλα όσα θες. Στιχουργικά κάποιος μπορεί να σταθεί στα “Release”, “Alive” και “Jeremy”. Τα δύο πρώτα έχουν γραφτεί με αφορμή τον φυσικό και θετό πατέρα του Vedder ενώ το “Jeremy” εμπνεύστηκε από ένα άρθρο για έναν μαθητή που αυτοκτόνησε μπροστά στους συμμαθητές του. Αν υπάρχει ένα μελανό σημείο, ίσως είναι η παραγωγή (εμένα προσωπικά ποτέ δεν με πείραξε!). Οι ίδιοι οι Pearl Jam έχουν δηλώσει χαρακτηριστικά ότι το reverb που υπάρχει παντού είναι υπερβολικό και χαλάει την αισθητική του δίσκου. Ωστόσο αυτό διορθώθηκε στην επανέκδοση με νέο mixing και mastering το 2009. Τέλος το όνομα “Ten” είναι αναφορά στον παίκτη του μπάσκετ Mookie Blaylock και στο νούμερο της φανέλας του. Το γκρουπ είχε διαλέξει αρχικά να ονομάζεται Mookie Blaylock, κάτι που άλλαξε όταν υπέγραψαν με την δισκογραφική τους εταιρία λόγω εμπορικών δικαιωμάτων.

Για πολλούς το “Ten” παραμένει ακόμα η καλύτερη δουλειά των Pearl Jam. Επίσης ίσως είναι το καλύτερο ντεμπούτο άλμπουμ τουλάχιστον από το ’90 και μετά (και λίγο πριν θα έλεγα εγώ). Ο ήχος και το στυλ έχτισε μια ολόκληρη σκηνή που κυριάρχησε για τουλάχιστον μια δεκαετία και επηρεάζει νέους μουσικούς ακόμα και σήμερα. 25 χρόνια μετά το γκρουπ παραμένει ενεργό και εξελίξιμο, με τις ζωντανές εμφανίσεις τους να είναι από όταν ξεκίνησαν μέχρι και σήμερα το σήμα κατατεθέν. Όπως είχε πει και ο Chris Cornell όταν τον ρώτησαν ποια είναι η καλύτερη μπάντα της σκηνής του Seattle: «Οι Pearl Jam. Μετά από τόσα χρόνια εξάλλου είναι οι μόνοι που δεν σταμάτησαν ποτέ».

Όποιο είδος του σκληρού ήχου κι αν έχεις επιλέξει να σε χαρακτηρίζει, το “Ten” είναι άλμπουμ που θα κάνει την δισκοθήκη σου πληρέστερη.

1. Once
2. Even Flow
3. Alive
4. Why Go
5. Black
6. Jeremy
7. Oceans
8. Porch
9. Garden
10. Deep
11. Release

Stone Gossard - Κιθάρες
Jeff Ament – Μπάσο
Mike MC Cready - Κιθάρες
Eddie Vedder - φωνητικά
Dave Krusen - ντραμς

Φωτογραφίες από την συναυλία του Ο.Α.Κ.Α. - 2006: Χρήστος Κισατζεκιάν / www.livephotographs.com 

Read 571 times

Leave a comment