Monuments on Facebook

"FIRTH OF THE FIFTH"

Tuesday, 20 December 2016 15:57
Published in Αρθρογραφία

Τα μόνα μάτια που μένουν διαρκώς ανοιχτά, είναι εκείνα στις φωτογραφίες

Γράφει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

13 Οκτωβρίου 1979

 

Οι φωνές του Διευθυντή σκέπασαν τη μουσική. Το ίδιο και τα λυσσαλέα χτυπήματά του στην κλειδωμένη πόρτα της βιβλιοθήκης. Δε μπορώ όμως να πω ότι τρόμαξαν ιδιαίτερα τους κλειδωμένους μέσα, αφού εκ των προτέρων γνώριζαν ότι η «επανάσταση» δε θα ήταν αναίμακτη. Κάθε αληθινή επανάσταση είναι κατεξοχήν προσωπική υπόθεση, που έχει προσωπικό κόστος. Μην κοιτάζετε τι λένε τα λεξικά. Κάπως έτσι, αποστασιοποιημένοι από κάθε είδους κομματική ιδεολογία, είχαμε αποφασίσει να μιλήσουμε για την ειρήνη, εν μέσω ανθρώπων που τη μισούσαν, στο όνομα της δικής τους ελευθερίας. Κι όχι μόνο δεν διατυπώσαμε κανένα απολύτως αίτημα, αλλά δε μιλήσαμε καν. Για φωνή μας διαλέξαμε τα συναισθήματα που γεννούσε το, όπως πιστεύαμε τότε, καλύτερο τραγούδι στην ιστορία της ηλεκτρικής μουσικής. Το “Firth of the Fifth” των Genesis. Κι η πίστη μας αυτή, θα έλεγα πως ακόμα δεν έχει αλλάξει.

 

“The mountain cuts off the town from view”

Το Σχολείο ήταν μια σειρά επιβλητικών παλαιών κτηρίων, διεσπαρμένο σε ένα κατάφυτο άλσος. Το όλο περιβάλλον, ιδιαίτερα τις συννεφιασμένες μέρες, θύμιζε την Welton Academy της ταινίας Dead Poets Society. Είχε μερικούς εξαιρετικούς δασκάλους, που σε μάθαιναν αληθινά γράμματα, πέρα από τα προβλεπόμενα στη διδακτέα ύλη. Αναμεσά τους ήταν και ο Γιώργος Π., ο οποίος μέσα από ατελείωτες και αμήχανες για τους αμύητους μαθητές διδακτικές σιωπές, αλλά και ερωτήσεις του στυλ «Γιατί τα μάρμαρα είναι κυματιστά», με αφορμή ένα ποίημα του Σεφέρη, μάθαινε στα μάτια μας τον τρόπο για να βλέπουν μέσα από τους τοίχους. Είχαμε το δικό μας αληθινό John Keating, δέκα χρόνια πριν αυτός γεννηθεί κινηματογραφικά.
Υπήρχε όμως παράλληλα, ιδιαίτερα αυξημένη τυπολατρία και αυστηρότητα, που όσο μεγαλώνουμε τείνουμε να δικαιολογούμε, μήπως κατά λάθος αδικήσουμε κάποιον που δεν ήταν αληθινά υπεύθυνος. Τις μέρες εκείνες δέσποζε η έντονη κομματικοποίηση, σύμφωνα με την οποία ήταν αφελής -αν όχι αντίπαλη- σχεδόν κάθε διαλλακτική ουδέτερη φωνή, βάσει του βαθυστόχαστου δόγματος «αν δεν είσαι με εμάς, τότε είσαι με τους άλλους». Χωρίς τη λατρεία μας για τη μουσική, από μόνη της αυτή η «ουδετερότητα» δε θα μπορούσε να φέρει το Διευθυντή ωρυόμενο έξω από την πόρτα της βιβλιοθήκης. Κι όλα αυτά πριν καλά - καλά συμπληρωθεί ένας μήνας από τη μέρα της μεγάλης απόφασης, που συνέπεσε με την αρχή εκείνου του σχολικού έτους.

“The sheep remain inside their pen, though many times they've seen the way to leave”

Η ιδέα ουσιαστικά ανήκε στον Κώστα Α., αν και αυτός ποτέ δε διεκδίκησε αποκλειστικά την πατρότητά της. Αυτό που θέλαμε να κάνουμε δεν αποσκοπούσε να περάσει κάποιο μήνυμα ή να αντιταχθεί σε κάποια δράση. Η ιδέα έγινε άμεσα δεκτή με ενθουσιασμό από τόσο από τους Ανδρέα Μ. και Γιώργο Β., όσο και από εμένα. Η «επανάστασή» μας ήταν κατά βάση απλή, αλλά, τουλάχιστον για εμάς τους τέσσερις, πολύ σημαντική: θα παραβαίναμε κάποιους κανόνες του Σχολείου, για να παίξουμε ζωντανά στη βιβλιοθήκη ένα τραγούδι την ώρα του μεγάλου διαλείμματος. Όλα τα άλλα, τα αφήναμε στη μουσική. Κι ας μη γινόταν τίποτα! Το σχέδιο άρχισε να καταστρώνεται από την πρώτη σχολική μέρα στην αποθήκη του Λευκού, όπου είχαμε καταφύγει για να προφυλαχτούμε από το πρωτοβρόχι. Θυμάμαι πως τη μέρα εκείνη ο χρόνος έμοιαζε να κυλά αργά και τα χρώματα γίνονταν όλο και πιο έντονα. Η «πλύση εγκεφάλου» στο μάθημα της Μουσικής από τον Αθανάσιο Χ. με την αποκλειστική και θεωρούμενη τότε ως βαρετή ενασχόληση τα έργα κλασικών συνθετών, που μας έκανε να αγαπήσουμε τη «Σονάτα υπό το Σεληνόφως» και να χλευάσουμε τον Carl Maria von Weber, μας οδήγησε χωρίς τον παραμικρό δισταγμό στο τραγούδι που θα παίζαμε.

 

Το “Firth of the Fifth”, που ήταν σύνθεση των Genesis, δηλαδή των Tony Banks (κατά κύριο λόγο), Steve Hackett, Peter Gabriel, Mike Rutherford και Phil Collins, στις 13 Οκτωβρίου θα συμπλήρωνε έξι χρόνια ζωής (κυριολεκτικά και όχι μεταφορικά). Δεν ήταν ένα συνηθισμένο τραγούδι: ήταν ένας ολόκληρος κόσμος, που ανέπνεε με (δανεική κι αγύριστη) την ανάσα της φαντασίας σου. Δε σου άφηνε κανένα περιθώριο χαλάρωσης από την πρώτη κιόλας νότα του Hammond, με τις ατελείωτες progressive εναλλαγές του, την πλούσια κλασική και jazz ενορχήστρωσή του και την απίστευτη δυναμική του. Αποτελούσε μέρος του λατρεμένου μας “Selling England by the Pound”, ενός μεγαλειώδους δίσκου, που για πολλούς ακόμα δεν έχει ξεπεραστεί. Αρχικά, λόγω της δυσκολίας να αποδοθεί ένα τέτοιου συνθετικού εύρους τραγούδι, σκεφτήκαμε να παίξουμε το “Dancing with the Moonlit Knight”, όμως γρήγορα αλλάξαμε γνώμη, αφού είχαμε στις τάξεις μας έναν χαρισματικό πιανίστα και οργανίστα, τον Ανδρέα, που σίγουρα θα έκανε τον Banks υπερήφανο. Στους υπόλοιπους απέμενε σχεδόν ένας μήνας για εντρυφήσουμε στο τραγούδι, που ήδη κατά καιρούς παίζαμε. Ο Κώστας έπρεπε να γεμίσει με κάλους τα δάχτυλά του στην κιθάρα προκειμένου να μην απογοητεύσει τον Steve Hackett, εγώ έπρεπε να μάθω να τραγουδώ παίζοντας ταυτόχρονα διαζευγμένο από κάθε έννοια rhythm section μπάσο κατά τα πρότυπα του Mike Rutherford και ο Γιώργος να γεφυρώνει και να στηρίζει τα επίπεδα της σύνθεσης με τα τύμπανα του Phil Collins. Μόνη ανησυχία μας ήταν αν τελικά θα «έδενε» η φλογέρα του Γιώργου, σε αντικατάσταση του φλάουτου, που δε γνώριζε κανείς μας να παίζει. Θυμάμαι καθαρά πως η χαρά μας ήταν τέτοια, που δε συνειδητοποιήσαμε ποτέ τι πηγαίναμε να κάνουμε. Μας «τύφλωνε» η αγάπη που είχαμε στο τραγούδι. Από τη μέρα εκείνη, το ακούγαμε εμμονικά. Κάποιες φορές έφερνα στο Σχολείο το φορητό πικάπ μου, που έπαιρνε οκτώ μεγάλες μπαταρίες και είχε για καπάκι τα αποσπώμενα ηχεία. Κατηφορίζαμε τη μικρή πλαγιά πλάι στο υπαίθριο θέατρο και φτάναμε στην αποθήκη των εργαλείων, στη μέση του άλσους, όπου το στήναμε και χανόμαστε στις νότες του. Δεν το χορτάσαμε ποτέ. Φυσικά, κάναμε πολύωρες καθημερινές πρόβες στην αποθήκη της οδού Φειδίου 5, τρώγοντας στα διαλείμματα διψήφιο αριθμό ολόφρεσκων μιλφέιγ και σεράνο, που μας έφερνε από το εργαστήριό του ο πατέρας του Κώστα. Δεν το ξέραμε τότε, αλλά ζούσαμε την πιο γλυκιά εποχή της ζωής μας. Κι όχι μόνο κυριολεκτικά…

“The course laid down long before”

Με την ίδια ευκολία που είχαμε επιλέξει το τραγούδι, συμφωνήσαμε και στην επιλογή του συναυλιακού χώρου. Ουσιαστικά, μόνο ένας ήταν κατάλληλος, δεδομένης της εύκολης πρόσβασης που παρείχε στη μπάντα, της αυτονομίας, αλλά κυρίως της υποδομής για να δεχτεί μια ανάλογη εκδήλωση. Αυτός ήταν η τεράστια βιβλιοθήκη του Σχολείου, που ταυτόχρονα ήταν χώρος θεατρικών εκδηλώσεων και αίθουσα διδασκαλίας. Η δική μας αίθουσα. Κι έτσι, δεν είχαμε άμεση πρόσβαση στα κλειδιά της, αλλά και αυθεντική σκηνή να παίξουμε, με δυνατότητα να δώσουμε ρεύμα στους ενισχυτές μας και να τραγουδήσουμε σε μικρόφωνα. Ναι, ομολογουμένως, την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν και πολλά δημόσια σχολεία με τέτοιες παροχές.
Όταν καταλήξαμε σε αυτά, μόλις η ανακούφιση άρχισε να τρέφει τη μουσική μας φαντασία, ο Ανδρέας, αν θυμάμαι καλά, πέταξε τη βόμβα: «Και τι θα γίνει με τους επιμελητές; Δε θα τη γλυτώσουν με τίποτα». Την αρχική δυσθυμία διαδέχτηκαν τρία πονηρά χαμόγελα και μια «επικίνδυνη αποστολή». Κάποιος έπρεπε να φροντίσει ώστε τη συγκεκριμένη ημέρα να έχουν οριστεί επιμελητές δύο από εμάς. Κι αυτός ο κάποιος έπρεπε να πείσει την υπεύθυνη για τον ορισμό τους φιλόλογό μας να μπουν συγκεκριμένα άτομα, χωρίς να κινήσει την παραμικρή υποψία. Υποθέτω πως καταλαβαίνετε γιατί ήμουν ο μόνος που δε χαμογέλασα. Παρ’ όλα αυτά, δε ζορίστηκα ιδιαίτερα, αφού σύντομα κατάφερα να πείσω τον εαυτό μου πως θα τα καταφέρω. Όπως όμως αποδείχτηκε αργότερα, είχα λάθος.

 

“The path is clear, though no eyes can see”

Για καλή μας τύχη, υπεύθυνη στο τμήμα μας ήταν η φιλόλογος Σοφία Σ., η οποία στην έναρξη των εντός του μαθήματος «πολιτιστικών εκδηλώσεων» είχε συμφωνήσει να μιλήσουμε για τη μουσική και να ακούσουμε μέσα στην τάξη μερικά τραγούδια. Πιο συγκεκριμένα, μερικά «ξένα» τραγούδια. Στις μέρες μας αυτό δε σημαίνει τίποτα απολύτως. Τότε όμως, σήμαινε πολλά. Πάρα πολλά. Θυμάμαι πως αναζητούσα για τρεις μέρες την κατάλληλη ευκαιρία, για να την κάνω ακούσια συνεργό του σχεδίου μας. Τη βρήκα την παραμονή του ορισμού των επιμελητών της επόμενης κρίσιμης εβδομάδας. Μόλις άκουσε το αίτημά μου, με κοίταξε κλείνοντας ελαφρώς τα μεγάλα γαλάζια, μα καθόλου ψυχρά μάτια της, και με ρώτησε για ποιο λόγο ζητούσα να αλλάξει η σειρά του ορισμού. Κι εγώ, προετοιμασμένος εδώ και μέρες κατάλληλα να προβάλλω τη φανταστική δικαιολογία που είχα βρει στο αναμενόμενο ερώτημα, ξερόβηξα και… της είπα την αλήθεια! Μη νομίσετε πως με πίεσε. Απλά είδα πως με κάποιον άγνωστο σε μένα τρόπο το ήξερε. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, κάτι τέτοιο ακούγεται τελείως παράλογο. Όμως τότε…
Συνέχιζε να με κοιτάζει τόσο επίμονα, που προτιμούσα να βλέπω τα παπούτσια μου. Με αυστηρό, αλλά ευγενικό ύφος, μου είπε πως είναι υποχρεωμένη να μην επιτρέψει κάτι τέτοιο κι αν εμείς δεν κάνουμε πίσω, να το αναφέρει στον Διευθυντή. Στη σιωπή που ακολούθησε ένιωθα τον κόσμο να στροβιλίζεται γύρω μου και την απογοήτευση με παραλύει. Έφυγα από κοντά της χωρίς να πω λέξη. Το ίδιο έκαναν και οι άλλοι από εμένα, όταν τους το ανακοίνωσα.

Την επόμενη μέρα, η λύπη μας ήταν τόση, που δε μιλούσαμε μεταξύ μας. Ενώ καθόμουν στο πλατύ περβάζι του παραθύρου του Πύργου χαμένος στις σκέψεις μου, άκουσα μια φωνή να λέει: «Στις 13 Οκτωβρίου οριστήκατε επιμελητές εσύ και ο Γιώργος. Απόλυτη εχεμύθεια και χαμηλή ένταση». Μέχρι να συνειδητοποιήσω τι είπε, έβλεπα την πλάτη της. Ο κόσμος έπαψε απότομα να γυρίζει κι έγινε ασάλευτο τοπίο. Χωρίς τον παραμικρό ήχο.

“A waterfall, his madrigal. An inland sea, his symphony”

Μπορεί οι πρόβες κατά κανόνα να πραγματοποιούνταν εκτός Σχολείου, αλλά ήταν αναγκαίο κάποιες να γίνουν στη βιβλιοθήκη. Αρχικά, οι αντιρρήσεις των εκάστοτε επιμελητών κάμπτονταν επειδή επικαλούμασταν λόγους «ασθένειας», που δικαιολογούσαν την παραμονή μας μέσα στην αίθουσα, κατά την ώρα του διαλείμματος. Ποτέ όμως δεν «αρρωσταίναμε» περισσότεροι από δύο. Το ότι κατά την παραμονή του στην αίθουσα ο Ανδρέας έπαιζε με τα πλήκτρα, έμοιαζε απόλυτα φυσιολογικό και δεν προκαλούσε υποψίες. Άλλωστε, ήταν πασίγνωστος όχι μόνο για τη μουσική του παιδεία, αλλά και ως διευθυντής της χορωδίας. Όταν μέναμε οι άλλοι, οι «τυχαίες» επισκέψεις μας στο χώρο της θεατρικής σκηνής, όπου φυλάσσονταν τα μουσικά όργανα, παρείχαν, με τη βοήθεια της τραβηγμένης αυλαίας, τη δυνατότητα πρόχειρης μεμονωμένης πρόβας, αλλά και διευθέτησης των λεπτομερειών της συναυλίας. Επειδή όμως το “Firth of the Fifth” αποτελούσε επτασφράγιστο μυστικό, δοκιμάζαμε τα όργανα με το “The Cinema Show", παρεμβάλλοντας κάποια σύντομα τμήματα που θέλαμε να δούμε πώς ακούγονται εκεί. Κι έτσι, όταν οι «άρρωστοι» εκτός συγκροτήματος και οι περίεργοι πλήθαιναν σταδιακά κατά τις πρόβες μας, κανείς δε ήταν σε θέση να καταλάβει ποιο ήταν το αγαπημένο μας τραγούδι. Πλησιάζοντας μάλιστα στην τελική ευθεία, με εμάς επιμελητές, μπροστά στον κίνδυνο να διαρρεύσει η δραστηριότητά μας λόγω αντίδρασης όσων έμεναν απέξω, αναγκαζόμασταν να τους βάζουμε μέσα, παρά το διαρκώς αυξανόμενο αριθμό τους.

Μια μέρα πριν τη συναυλία ήμασταν σίγουροι ότι το σχέδιο θα τιναζόταν στον αέρα. Από τη νευρικότητά μας δεν έγινε η πρόβα τζενεράλε, αλλά ατελείωτες βόλτες όσο πιο μακριά από τον τόπο του «εγκλήματος». Όχι, δεν αφήσαμε την τάξη χωρίς επιμελητές. Απλά «προσφέρθηκαν» ο Περικλής Δ. και η Ρέα Λ., που γενικώς καλοέβλεπαν την ιδέα να ενταχθούν στη μπάντα μας. Στο μεγάλο διάλειμμα, κάπου κοντά στο γήπεδο μπάσκετ, διασταυρώθηκα με τη φιλόλογό μας και μου φάνηκε πως είδα την άκρη των χειλιών της να στρίβει προς τα πάνω. Στο δε μεγάλο διάλειμμα της επόμενης μέρας, το νέο είχε διαδοθεί και η επέτειος κυκλοφορίας του “Selling England by the Pound” είχε την τιμητική της μέσα από το τραγούδι της καρδιάς μας.

“The scene of death is lying just below”

Οι ώρες μέχρι το μεγάλο διάλειμμα κύλησαν αργά, αλλά με αναπάντεχη ηρεμία. Ο ήχος του κουδουνιού όμως, μας έκανε να πεταχτούμε όρθιοι. Πέρασε ένα περίπου λεπτό μέχρι να καταλάβουμε ότι η φιλόλογός μας, που μόλις είχε τελειώσει την παράδοση, δε θα έβγαινε από την αίθουσα. Στα επόμενα τρία λεπτά μπήκαν όσοι μαθητές χρειάζονταν για να μην πέφτει καρφίτσα, με τον Κώστα να σπρώχνει δυνατά την πόρτα για να μπορέσει να την κλειδώσει, αφήνοντας αρκετούς διαμαρτυρόμενους απέξω. Εκ των υστέρων καταλάβαμε πως οι φωνές τους -και όχι η ένταση της μουσικής- έφερε για κάποιον λόγο τον Διευθυντή στο κατώφλι μας. Κι αυτός δεν ήταν για να διαμαρτυρηθεί που δεν παίξαμε το “Gimme Shelter”. Αν όμως έθετε θέμα, εδώ που τα λέμε, θα του κάναμε τη χάρη. Τέτοια τραγούδια σίγουρα δεν φτιάχνει κανείς τώρα, αλλά ούτε και τότε πολύ συχνά.
Δε θα ξεχάσω ποτέ τη νεκρική ησυχία που επικράτησε απότομα μέσα. Τα στριμωγμένα βήματά μας προς τη σκηνή ακούγονταν στα πλακάκια του δαπέδου. Χαθήκαμε πίσω από την αυλαία, ανάψαμε τους ενισχυτές, πήραμε θέσεις και κλειστήκαμε στον κόσμο του “Firth of the Fifth”. Δε μπορούσαμε να δούμε τι γινόταν κάτω. Ρωτήσαμε μετά τους άλλους τι έγινε.

Μπορεί ο Ανδρέας να μην είχε Hammond, αλλά στ’ αυτιά μας δε φάνηκε η διαφορά. Η τρομερή εισαγωγή, βγαλμένη από τη γραμμή εκείνη του μουσικού ορίζοντα, όπου η κλασική μουσική συναντά τη rock και τη jazz για να γεννηθεί το progressive rock, μας έκανε να ανατριχιάσουμε, λες και δεν την είχαμε ξανακούσει. Το χάρισμα του Ανδρέα να περνά το μέτρο από τα 13/16 και τα 15/16 στα 2/4 θα έκανε πράγματι τον Banks υπερήφανο. Πάνω στην πρώτη μεγάλη αλλαγή μπήκαμε όλοι μας και μαζί τα φωνητικά. Αν και δεν ήταν δυνατό να μην «εκτελέσω» την ερμηνεία του Gabriel, προφανώς λόγω της διάχυτης ηχητικής μαγείας, το κοινό δεν έδειξε να ενοχλείται. Κι έτσι η νευρικότητα έφυγε και ασυναίσθητα πρόσεχα να μην απογοητεύσω τον Rutherford. Η φλογέρα του Γιώργου, που αντικατέστησε το φλάουτο, πέρασε επίσης απαρατήρητη, επειδή απευθυνόταν σε κοινό που ήθελε να ζήσει τη στιγμή. Απευθυνόταν σε κοινό, που με τη μουσική είχε κάτι κοινό να το ενώνει. Έχοντας σταθερή ανατριχίλα τα πλήκτρα του Ανδρέα, ο Γιώργος με τα τύμπανα και ο Κώστας με την κιθάρα έβαζαν πλέον συγκλονιστικά τη jazz στο παιχνίδι. Ο Hackett άθελά του αποδείχτηκε καλός δάσκαλος και ο Κώστας βγήκε μπροστά καλά διαβασμένος, αποδίδοντας εξαιρετικά το κομμάτι του. Κάπως έτσι φτάσαμε στα πλήκτρα που έκλειναν το τραγούδι, όταν εκστόμισα την ανεπανάληπτη μυθική φράση του τέλους. Μην αντέχοντας να βλέπω προς τα παιδιά, κοίταζα και πάλι τα παπούτσια μου.
Κατά τα άλλα, θυμάμαι μόνο ελάχιστα σκόρπια πράγματα. Έχω την εντύπωση ότι η ματιά μου έπιασε τη Σοφία Σ. να ψιθυρίζει κάποιους στίχους, αλλά δε μπορώ να το πω με βεβαιότητα. Θυμάμαι όμως σίγουρα ότι οι φωνές και τα χτυπήματα του Διευθυντή στην πόρτα της βιβλιοθήκης ακούστηκαν ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν σβήσουν οι τελευταίες νότες. Επικράτησε αμηχανία και κανείς δεν τολμούσε να βγει μπροστά και να ανοίξει την πόρτα, αλλά πολύ σύντομα ήρθε ο επιστάτης και την ξεκλείδωσε. Στις φωνές του Διευθυντή δεν υπήρξε καμία απολύτως αντίδραση, ούτε καν ο παραμικρός αντίλογος. Οι τέσσερίς μας μείναμε στη σκηνή, ενώ η Σοφία Σ. βγήκε μπροστά για να τον υποδεχτεί, αφήνοντάς τον εμβρόντητο. Στη θέα της η ένταση καταλάγιασε προσωρινά, αφού οι κύριες ευθύνες έμοιαζαν καταρχάς να βαρύνουν άλλο πρόσωπο.

“The sands of time were eroded by the river of constant change”

Ύστερα ακολούθησαν όσα είχαμε φανταστεί, για την περίπτωση που το σχέδιό μας δεν περνούσε απαρατήρητο. Μετά από επίπληξη σχεδόν μιας ώρας στο γραφείο του Διευθυντή και συνεδρίαση του συλλόγου καθηγητών, μάθαμε πως πήραμε πενθήμερη αποβολή. Δε μας είπαν αν η απόφαση είχε ληφθεί παμψηφεί. Στη διάρκεια της αποβολής η μπάντα μας εξακολουθούσε να πηγαίνει στο Σχολείο, ως συνεπής στις αρχές της επανάστασής της, περνώντας τις διδακτικές ώρες στο άλσος. Βλέπετε, ο λόγος της αποβολής ήταν «ιερός», για να ξεπέσει σε δικαιολογημένη αφορμή για κοπάνα. Σε μια συζήτηση που είχαμε έξω από το κλειστό γυμναστήριο, αποφασίσαμε, τιμής ένεκεν, να μη ξαναπαίξουμε το “Firth of the Fifth” ποτέ. Κάπως έτσι, η δική μας διαφορετική επανάσταση είχε συμβεί. Δεν απασχόλησε κανέναν μας το αν είχε πετύχει ή όχι. Άλλωστε, οι επαναστάσεις δεν είναι δυνατό να αποτιμώνται με οποιαδήποτε κριτήρια, πέραν των προσωπικών. Ένα όμως ήταν σίγουρο: ότι παιδιά ετερόκλητων ιδεολογιών είχαμε περάσει μερικά λεπτά πολύτιμης ειρήνης και ενότητας, χωρίς κανενός είδους προαπαιτούμενα, μέσω ενός τραγουδιού. Του καλύτερου.
Δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε με τη Σοφία Σ. Γνωρίζω όμως ότι, μάλλον κατόπιν αιτήσεώς της, μετατέθηκε σε νησί των Κυκλάδων, χάνοντας την ευκαιρία να εμπλουτίσει περισσότερο το βιογραφικό της. Για λίγο κρατήσαμε επαφή μέσω αλληλογραφίας. Δεν συγχώρησα ποτέ στον εαυτό μου το ότι την έμπλεξα στην όλη κατάσταση, αν και η ίδια μου επαναλάμβανε πως ήταν αποκλειστικά δική της απόφαση, για την οποία δεν είχε μετανιώσει.

Στο πέρασμα του χρόνου η μουσική εξακολουθεί να είναι το ίδιο σημαντική, για όσους έχουν μάθει να βλέπουν μέσα από τα δικά της μάτια. Όσα όμως συνέβησαν στις 13 Οκτωβρίου του 1979 θα είχαν γίνει ξεθωριασμένες φθίνουσες αναμνήσεις, αν δεν υπήρχε ο κόσμος των φωτογραφιών. Ο κόσμος όπου τα μάτια μένουν διαρκώς ανοιχτά.

Read 360 times

Leave a comment