SUPERTRAMP TRIBUTE – Η Στούντιο Δισκογραφία του πιο «παραγνωρισμένου» Supergroup

Monday, 30 January 2017 12:13
Published in Αρθρογραφία

Τους Supertramp τους σιχαίνομαι. Από μικρός. Με συγχωρείτε, αλλά δε μπορώ να βρω οποιαδήποτε άλλη λέξη που μπορεί να αποδώσει καλύτερα τα συναισθήματά μου, όταν ακούω τα τραγούδια τους. Litost δεν το είπε ο Κούντερα εκείνο το «νέο» για εμάς συναίσθημα; Ε, λοιπόν, κι εγώ θέλοντας να εκφράσω κάτι περισσότερο από το τέλειο, συνεχίζω τον αέναο κύκλο του συγκεκριμένου συναισθήματος από το κακό προς το καλό, ξαναρχίζοντας από την αρνητική πλευρά, προσπαθώντας όμως να περιγράψω κάτι ακόμα καλύτερο από το τέλειο. Γι’ αυτό όσο ζω θα τους «σιχαίνομαι».

Γράφει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης 

 

Τώρα, τι να πω για τους Supertramp; Πιστεύω πως τα ξέρετε καλά. Όποιος τα αγνοεί, να γράψει εκατό φορές με άξυστο μολύβι τη φράση: «Please don't arrange to have me set to no asylum, It's just a game I play for fun». Αφήστε που τα λέει εξίσου καλά και το διαδίκτυο. Οπότε μην περιμένετε να κάνω βιογραφικές ή βαθυστόχαστες υφολογικές μουσικές αναλύσεις για την αγαπημένη μου μπάντα από το Λονδίνο, που ξεκίνησε το 1969 ως Daddy και σύντομα μετονομάστηκε σε Supertramp, από τον τίτλο του βιβλίου The Autobiography of a Super-Tramp του William Henry Davies. Να πω μονάχα ότι το σχετικά ασυνήθιστο με αυτήν ήταν η χρηματοδότησή της από τον Ολλανδό εκατομμυριούχο Stanley 'Sam' August Miesegaes, ο οποίος εμπιστεύθηκε το ταλέντο του Rick Davies, παρά την αποτυχία των The Joint, που επίσης χρηματοδοτούσε. Sam, ως ένδειξη της ευγνωμοσύνης μου, επισυνάπτω μια από τις ελάχιστες φωτογραφίες σου και αναφωνώ: «Φίλε, είχες γούστο!» Κι ύστερα, ανοίγω το στόμα για να πω και το «Δώσε και μένα, μπάρμπα», αλλά τελικά η ανατροφή μου με αποτρέπει από το να το κάνω. Πώς να το κάνουμε; Για μια υπόληψη ζούμε…

 

 

 

 

 

Έχοντας το οικονομικό λυμένο, ο Davies, μετά από αγγελία στο Melody Maker, βρήκε τους Roger Hodgson, Richard Palmer και Keith Baker και πούλησε μαζί τους (και με μερικούς άλλους που ακολούθησαν, όπως τον συμπαθέστατο John Jelliwell) καμιά εξηνταριά εκατομμύρια δίσκους. Κι όσο για το πρώτο αρχαίο ερώτημα: «είναι άραγε οι Supertramp μια progressive rock μπάντα;», απαντώ βεβαίως ναι, διευκρινίζοντας ότι αναφέρομαι κατεξοχήν στον πρώτο δίσκο τους και δευτερευόντως στις μέχρι το 1977 δημιουργίες τους, αλλά σπεύδω να διευκρινίσω ότι και στη συνέχεια παρέμειναν progressive με ένα «ανεξήγητο» τρόπο, παρά τους αρχικούς μεγατόνους jazz, blues και ψυχεδέλειας. Κι αν αρέσουν και σε σας τα περίεργα, θεωρώ πως ήταν από τους λίγους που πραγματικά μπορούσαν να δίνουν ακόμα και στα πιο απλά pop τραγούδια συγκλονιστικές διαστάσεις. Κι αν μιλάτε τη γλώσσα των μαθηματικών, τότε παραθέτω την ακόλουθη εξίσωση: Supertramp = Wurlitzer + σαξόφωνο + πολύ συναίσθημα. Όσο, τώρα, για το δεύτερο αρχαίο ερώτημα: «ποιος είναι καλύτερος, ο Davies ή ο Hodgson;», αρχικά δεν απαντώ συνειδητά, αλλά ακολούθως, αφού σας έχω κοιτάξει στα μάτια, παίρνω ανάσα και λέω: Μην πέσετε στην παγίδα που ακόμα κι εκείνοι έπεσαν και (ατυχώς) αποτύπωσαν σε μερικά τους τραγούδια, όπως τα Casual Conversations και Child of Vision (ω, τι τραγουδάρες, μυλαίδη…). Επειδή όμως σας βλέπω να χαμογελάτε ειρωνικά, θεωρώντας πως υπεκφεύγω, συνεχίζω λέγοντας ότι και μετά το 1983, που έφυγε ο Hodgson, πάλι Supertramp λέγονταν, αλλά, όπως έλεγε φιλοσοφώντας κι ο μουσικός Αριστοτέλης «Δύο, κρείσσονες του ενός εισίν». Δάσκαλε, τις εστίν ο τολμών διαφωνήσαι σοι;

 

Στις ηλεκτρονικές γραμμές που ακολουθούν θα γράψω λίγα λόγια για τη στούντιο δισκογραφία τους. Ανάμεσά τους θα βρείτε ελάχιστες πληροφορίες για τα άλμπουμ και κάποιες σκόρπιες σκέψεις ενός φανατικού ακροατή τους, που ακόμα δε μπορεί να κατασταλάξει ποιο είναι το καλύτερο τραγούδι τους και ίσως γι’ αυτό (λέμε τώρα, για να μη νομίσετε ότι έχω μικρή δισκοθήκη) εξακολουθεί να ακούει τους δίσκους τους. Το μόνο που έχω καταλήξει είναι ότι το «Έγκλημα του Αιώνα» είναι μέσα στα μονοψήφια κορυφαία που θα έπαιρνα στο ερημονήσι. Βλέπετε, εδώ υπάρχει χρόνιο σοβαρό αίσθημα, αφού από αυτό άρχισε η περιπέτειά μου με τους Supertramp, όταν μου το δάνεισε ένα μεσημέρι στο σχολικό λεωφορείο μια φίλη για να το ακούσω από μια γερμανική κασέτα εισαγωγής. Εκ των υστέρων, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτή θα μπορούσε να ήταν πιθανή αιτία (όχι διαζυγίου, αλλά) γάμου! Θυμάμαι πως όταν την πρωτοέβαλα στο κασετόφωνο, ακουγόταν συνέχεια από το απέναντι σπίτι το Moonchild του Rory Gallagher. Ο γείτονάς μου ο ρόκερ, είχε βαλθεί με διαδοχικές ακροάσεις (το ήξερα απέξω, χωρίς καν να το έχω) να βαθύνει τα αυλάκια του Calling Card. Κι εγώ όμως δεν πήγα πίσω. Το τερμάτισα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Η κασέτα ξεκινούσε με το στίχο “I can see you in the morning when you go to school…” κι εγώ μετά τις πρώτες τρεις ακροάσεις, ήμουν σε θέση να πιστέψω ότι μπορεί να το έλεγε και για μένα, λόγω του σχολικού λεωφορείου. Αργότερα κατάλαβα, όπως σε κάθε μορφή τέχνης, ότι όντως η μουσική «ανήκε» και σε μένα, ύστερα θύμωσα με το θεματικό «κοπιάρισμα» του The Wall, ενώ, τέλος, με το φερώνυμο τραγούδι αποφάσισα ότι κάποτε θα μάθω μπάσο.

Το ταξίδι στη δισκογραφία τους έχει έντεκα στάσεις. Ξεκινά με ένα παράξενο ανθρώπινο τριαντάφυλλο και τελειώνει (χμ, δε νομίζω…) με έναν μοναχικό τύπο που διαβάζει το βιβλίο του σε ένα παγκάκι, εν μέσω κάποιων δεκάδων ανθρώπων που μιλούν στα κινητά τηλέφωνά τους.

 

 

Supetramp (1970)


Το πιο πιστό ραντεβού των Supertramp με το progressive rock έγινε στο ντεμπούτο τους. Με τραγούδια όπως τα "It's a Long Road", "Aubade/And I Am Not Like Other Birds of Prey", "Maybe I'm a Beggar" και "Shadow Song" αποδεικνύουν ότι η καρδιά του ήχου του Canterbury χτυπούσε και στο Λονδίνο. Στο "Words Unspoken" θα βρείτε κάποιες αναφορές στους Pink Floyd, που την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν το “Atom Heart Mother”. Πράγματι, το άλμπουμ αυτό δε μπορούσε να σε προϊδεάσει ιδιαίτερα για την πορεία που θα ακολουθούσαν τέσσερα χρόνια αργότερα. Η δε αρχική εμπορική του αποτυχία δεν είχε να κάνει παρά ελάχιστα με την ποιότητά του. Μπορεί να επανακυκλοφόρησε, αλλά ως επί το πλείστον μένει παραγνωρισμένο από τους μη φανατικούς φίλους. Καταλάβατε, πιστεύω, ποιους (μακριά από μας…).

 

 

Indelibly Stamped (1971)

Με το άλμπουμ αυτό οι Supertramp διαφοροποίησαν σημαντικά την πορεία που χάραξαν στο ντεμπούτο τους, με μόνη κατά τους ίδιους εξαίρεση το εξαιρετικό "Travelled", που σίγουρα είναι ό,τι υποδηλώνει ο τίτλος του. Αν το πω απλά «χαμένο» διαμάντι, θα το αδικήσω. Η δε γλυκιά μελαγχολία του "Rosie Had Everything Planned", παρά την τραγικότητα των γεγονότων που περιγράφει στους στίχους του, βγαίνει απρόσμενα ζεστή, τρυφερή και ανθρώπινη. Αγαπημένο τρελά από τους «ψαγμένους» φίλους τους, έχω την εντύπωση ότι, στην απλότητά του, ακούγεται σήμερα πιο πολύτιμο απ’ ό,τι στο παρελθόν. Παράλληλα, είναι η μοναδική περίπτωση τραγουδιού, που ανήκει αποκλειστικά στον Hodgson, με το όνομα του Davies να είναι ασυνήθιστα απόν. Το εξώφυλλό του, το οποίο ήταν αρκετά προχωρημένο για την εποχή, στην Αμερικανική έκδοσή του είχε δύο αστεράκια στα στήθη της Marion Hollier, που είχε ποζάρει για 45 λίρες.

 

 Crime of the Century (1974)

Μάλλον, θα ήταν καλύτερα να μη γράψω τίποτα. Δηλαδή, τι θα μπορούσα να πω, όταν γνωρίζω πως το άλμπουμ συμπεριελήφθη μεν από το Rolling Stone στα 50 καλύτερα μεν progressive rock άλμπουμ, αλλά στο # 27; Ορίστε; Θα μου πείτε, τι να περίμενα, αφού οι τύποι έβαλαν το “Third” των Soft Machine στο # 40, το “In the Land of Grey and Pink” των Caravan στο # 34 και το “Mirage” των Camel # 27. Πώς να περιγράψω τα απολύτως εσωτερικά συναισθήματα του δίσκου, που ζουν μονάχα όταν τα βιώνεις; Στην προκειμένη περίπτωση όμως, βιώθηκαν ως τέτοια από πολλούς, αλλά όχι τόσους, όσους έπρεπε. Η μπάντα μετά το αρνητικό εμπορικά ξεκίνημα, και με τρία νέα μέλη, πλην του τρομερού ντουέτου, έπαιξε art rock, με τη βοήθεια και του παραγωγού Ken Scott. Έβαλε για «δόλωμα» τα «πιασάρικα» "Dreamer" και "Bloody Well Right" και κατέκτησε χαλαρά Αγγλία και Η.Π.Α. Το άλμπουμ, που ηχογραφήθηκε σε μια φάρμα του 17ου αιώνα, έχει τα ανεξίτηλα και εφιαλτικά πανέμορφα “Rudy”, “Hide in your Shell”, If Everyone was Listening”, “Asylum” και “Crime of the Century”, αλλά και το ορόσημο της εποχής “School”. Οι στίχοι, για πρώτη και τελευταία ίσως φορά, έχουν μεγάλη λογοτεχνική αξία (Roger, σου θυμίζουν κάτι;) και κινηματογραφικό χαρακτήρα. Βλέπονται, μερικές φορές τρομάζουν και διαχρονικά συγκινούν.

 

 

 Crisis? What Crisis? (1975)

Για σκεφτείτε το λιγάκι. Τι θα μπορούσαν να έκαναν μετά το «Έγκλημα του Αιώνα», για να μην εγκληματήσουν; Η απάντηση να κυκλοφορήσουν το “Breakfast in America” δε μετράει, επειδή αφενός ξέρετε τι συνέβη στο μέλλον και αφετέρου επειδή υποβαθμίζετε το “Even in the Quietest Moments…”. Ακόμα κι αν το δείτε έτσι, τότε το “Crisis? What Crisis?” αποκτά αυτόματα ειδικό βάρος. Προσωπικά όμως, δεν το βλέπω κάτω από αυτήν την οπτική, θεωρώντας το την καλύτερη δυνατή συνέχεια, υπό το κράτος και την πίεση της τεράστιας επιτυχίας. Ναι μεν είναι άνισο, σε σχέση με το προηγούμενο αριστούργημα, αλλά έχει μερικά εξαιρετικά και κάμποσα πολύ καλά τραγούδια, που κράτησαν τον πήχη πολύ ψηλά. Στα πρώτα βάλτε το συγκλονιστικό "A Soapbox Opera" που σε καθηλώνει όσες φορές κι αν το ακούσεις, το "Another Man's Woman" με τις μεγαλειώδεις jazz αναφορές του και το "Lady". Στα δεύτερα τα "Easy Does It", "Sister Moonshine", "Ain't Nobody But Me" και "Just a Normal Day". Θα έπρεπε να ήσουν τυφλός για να μη δεις ότι κάτι υπέροχο ετοιμαζόταν για τη συνέχεια.

 


Even in the Quietest Moments... (1977)

Αν ο προηγούμενος δίσκος ήταν εν μέρει ηχογραφημένος στην Αμερική, αυτός είναι εξ ολοκλήρου, όπως και όσοι ακολούθησαν. Η ποιότητα του ήχου είναι αληθινά εξαιρετική, χάρη στον Peter Henderson, που συνεργάστηκε μαζί τους και στα επόμενα τρία άλμπουμ. Το “Even in the Quietest Moments…” ανήκει στα πολύ αγαπημένα των φίλων τους και, παρά το ότι είναι κατά κανόνα απαιτητικό, έφτασε στο # 16 στο Billboard Pop Albums Chart. Ναι, το είδα το pop, αλλά κάνω τον αδιάφορο. Τα είπαμε και πριν στα 50 καλύτερα. Ουδέν περαιτέρω σχόλιο. Αν οι τύποι το ακούνε pop, ας είναι. Μπορεί έτσι να φτάσουν σε ποιοτικότερα μονοπάτια. Στο εξώφυλλο η παρτιτούρα λέει "Fool's Overture", αλλά στην πραγματικότητα απεικονίζει τον εθνικό ύμνο της Αμερικής "The Star-Spangled Banner"! Το τραγούδι όμως αυτό είναι συγκλονιστικό, progressive με τα όλα του, που ξεχωρίζει για τα εθιστικά πλήκτρα του ή ακόμα, για κάποιους σαν εμένα, και για το βομβαρδιστικό του μπάσο. Μνείαν ποιούμαι (η γλώσσα προσπαθεί να δώσει μεγαλοπρέπεια) στο συναφές σε ύφος “Babaji”, που κατορθώνει να συγκινεί εξίσου τους πιο «ψαγμένους», αλλά και τους πιο «επιφανειακούς» φίλους τους. Αλήθεια, για πόσα τραγούδια μπορεί κανείς να το πει αυτό; Φυσικά, δεν ξέχασα το επιτυχημένο στα charts "Give a Little Bit", που μας κάνει να μελαγχολούμε για το σήμερα, όταν αναλογιζόμαστε ποια τραγούδια τότε (μεταξύ πολλών σκουπιδιών, βέβαια) σκαρφάλωναν ψηλά.

 


Breakfast in America (1979)

Να που το πείραμα πέτυχε και οι Αμερικανοί έβαλαν τα γυαλιά στους Βρετανούς (λέμε τώρα). Η δισκάρα αυτή στη Βρετανία έκανε επιτυχίες στο chart μόνο τα "The Logical Song" και το φερώνυμο, ενώ στην Αμερική, εκτός από αυτά, τα "Goodbye Stranger" και "Take the Long Way Home". Ναι, καταλαβαίνω πως δεν το πιστεύετε, αλλά… Αυτό το γεγονός, κατ’ επέκταση, μιλάει πολύ γλαφυρά και για το ύφος του δίσκου. Απλά διότι ΔΕΝ είναι ο δίσκος που έχει μόνο εκείνα τα δύο τραγούδια, αλλά δέκα (άντε, οκτώ) σχεδόν ισάξια μικρά και μεγάλα αριστουργήματα. Ομολογώ ότι αρχικά κι εγώ τον είχα αδικήσει, θεωρώντας τον απλά ως έναν πολύ καλό δίσκο. Το τραγούδι που με ξύπνησε ήταν το απλό και συνάμα τεράστιο "Lord is it Mine", για να ακολουθήσουν τα καθηλωτικά "Gone Hollywood" και "Take the Long Way Home". Ύστερα συγκεντρώθηκα περισσότερο στα "Goodbye Stranger", "Child of Vision" και "Casual Conversations" και η εικόνα αποκαλύφθηκε. Μετά από όλα αυτά θα ήθελα πολύ να πω ότι το σημαντικότατο αυτό άλμπουμ είναι υποεκτιμημένο, αλλά δε μπορώ να το κάνω βάσει πωλήσεων, διαχρονικής αναγνωρισιμότητας δύο τραγουδιών του, αλλά και θέσης στους καταλόγους επιτυχιών. Δε βαριέστε όμως; Το λέω. Αφού τελικά έτσι είναι. Μόνο τόσα του άξιζαν;

 


...Famous Last Words... (1982)

Για πολλούς οι Supertramp τελείωσαν με το "...Famous Last Words... " ή πριν καν ακόμα αυτό κυκλοφορήσει. Από τυπικής πλευράς, δε μπορεί παρά να έχουν δίκιο, όσον αφορά τη δυναμική της αρχικής σύνθεσης, αφού η επόμενη χρονιά βρήκε τον Roger Hodgson μακριά από το γκρουπ να οραματίζεται σόλο καριέρα. Παρεμπιπτόντως, η καλύτερες στιγμές της ήταν εκείνες που έπαιζε τα τραγούδια των Supertramp (μη χαμογελάτε, αυτό δεν είναι κακία). Από ουσιαστικής πλευράς όμως, αργότερα αποδείχτηκε ότι η μπάντα δεν είχε πει την τελευταία της λέξη, παρά την εμφανή στροφή προς την pop που ακολούθησε. Όπως είναι εύκολα κατανοητό, κι εδώ η δυσκολία ήταν αντίστοιχη με εκείνη της εποχής που ακολούθησε το “Crime of the Century”. Με άλλα λόγια, “Breakfast in America”, τι να συγκριθεί μαζί σου; Όμως είχαμε ένα αξιοπρεπές άλμπουμ με πιασάρικο το "It's Raining Again" που κέρδισε τα charts, το "My Kind of Lady" που θύμισε τις μέρες του “Crisis? What Crisis?” και το εξαιρετικό "Don't Leave Me Now", που, χωρίς να χάνει κανέναν οψιγενή φίλο τους, ήξερε πώς να κερδίσει τους παλιούς και πώς να θυμίσει ότι κάποτε η μπάντα έπαιζε progressive rock.

 


Brother Where You Bound (1985)

“And then, there was him”, που θα έλεγαν κι οι Genesis, έχοντας υπόψη όχι μόνο τον παρεμφερή τίτλο του δίσκου τους, αλλά και την ανάλογη κατάσταση που πέρασαν μετά την αποχώρηση του Gabriel. Κάπως έτσι κι ο Rick Davies απέμεινε μόνος συνθέτης και τραγουδιστής, με εμφανή σκοπό να αποδείξει πως οι Supertramp παρέμεναν μεγάλο συγκρότημα και στη μετά Hodgson εποχή. Επιστράτευσε, λοιπόν, τον παραγωγό David Kershenbaum, με τη σοβαρή μεν, αλλά σαφώς πιο pop αισθητική, καθώς και τον David Gilmour των Pink Floyd. Το "Cannonball" ακουγόταν παντού, κατέκτησε υψηλές θέσεις στους καταλόγους επιτυχιών, αλλά ανήκε σε έναν ελαφρώς «διχασμένο» δίσκο, που προσπαθούσε κάπως ανορθόδοξα να γεφυρώσει το παρόν με το παρελθόν. Οι λάτρεις του παρελθόντος ένιωσαν κάπως καλά με το φερώνυμο μεγάλο σε διάρκεια τραγούδι και την progressive rock δομή του, αλλά δεν άφησαν ποτέ τον εαυτό τους να χαρεί, κυρίως λόγω των τραγουδιών της πρώτης πλευράς. Υπήρχε πλέον διάχυτη η αίσθηση ότι ο Davies κινδύνευε να πέσει στην παγίδα του να θελήσει να αποδείξει ότι «αυτός ήταν οι Supertramp», αντί να συνεχίσει τη δημιουργία του χωρίς περιττές αγωνίες.

 

 Free as a Bird (1986)


Πολλοί υποστηρίζουν ότι το “Free as a Bird” είναι το χειρότερο άλμπουμ τους. Βάλτε κι εμένα μέσα. Τελικά οι φόβοι είχαν επαληθευτεί και ο Rick Davies είχε προκρίνει την απόλυτη ενσωμάτωση του ήχου των Supertramp στα προχωρημένα 80’s. Τι σήμαινε αυτό; Δυστυχώς, γενναίες δόσεις από computers και drum machines και το παλιό πνεύμα της μπάντας να πάει… περίπατο, όπως περίπου δήλωσε αργότερα και ο ίδιος. Μάλιστα, για να σιγουρευτεί για το ύφος του δίσκου, πήρε ως συμπαραγωγό τον Tom Lord-Alge και τον κιθαρίστα και τραγουδιστή Mark Hart, που αργότερα έγινε μόνιμο μέλος της μπάντας. Αυτό όμως που τελικά πέτυχε ήταν ένα χορευτικό χιτάκι, το "I'm Beggin' You", αλλά από εκεί και πέρα… απολύτως τίποτα. Ή μάλλον, κατόρθωσε να κυκλοφορήσει τον πρώτο δίσκο μετά το ήδη βαρυσήμαντο “Indelibly Stamped” που δε μπήκε στις 100 πρώτες θέσεις. Δεν προκάλεσε καμία έκπληξη το ότι το συγκρότημα διαλύθηκε προσωρινά, μετά την περιοδεία για την προώθηση του δίσκου. Ενός δίσκου που όχι μόνο δε βρήκε θέση στην εποχή του, αλλά εξακολουθεί να ακούγεται τελείως παράταιρο. Το ακούς σήμερα και το μόνο που σου έρχεται στο μυαλό είναι να βρεις το παλιό σου σακάκι με τις βάτες, μπας και χρειαστεί για κάποιο 80’s πάρτι.


Some Things Never Change (1997)

Όχι, δεν ίσχυε (μόνο) το «ό,τι και να έβγαζαν, θα ήταν καλύτερο». Αυτό το άλμπουμ ήταν απρόσμενα απολαυστικό και ποιοτικό. Αναγνωρίζω ότι ένα μεγάλο μερίδιο στην επιτυχία ανήκει στην εξαιρετική παραγωγή των
Jack Douglas και Fred Mandel. Επιτέλους, με δυο πιο «ροκάδες» πίσω από την κονσόλα, με τον Davies να βρίσκει τη φόρμα του και τον John Helliwell να παίζει σαξόφωνο απ’ τα παλιά, τι λιγότερο θα μπορούσε να βγει; Και τώρα το «κρυμμένο» μυστικό: Η ποιότητα του δίσκου οφείλεται (και) στη jazz. Όχι μόνο στα καθαρόαιμα "It's a Hard World" και "Some Things Never Change", αλλά σε όλη τη jazz ατμόσφαιρα που βρίσκεται σε πρώτο ή δεύτερο πλάνο, αλλά είναι πανταχού παρούσα. Στα "Listen to Me Please" και "You Win, I Lose" θα διακρίνετε πλάγιες αναφορές στο “Crime of the Century”, στο "Help Me Down That Road" τα blues (ξανα)ζούν, ενώ ακόμα και οι πιο ελαφρές στιγμές των "C'est What?" και "Give Me a Chance" ακούγονται πολύτιμες. Για το τέλος άφησα το τραγούδι που ακούω πολύ συχνά στο repeat εδώ και είκοσι χρόνια (πότε πέρασαν;): το "Sooner or Later". Δε θα πω όμως τίποτα άλλο γι’ αυτό. Δε θέλω να το μικρύνω…

 


Slow Motion (2002)

Το “Slow Motion” δεν αποτέλεσε αντάξια συνέχεια του “Some Things Never Change”. Απ’ ό,τι φαίνεται, sometimes they do. Μη νομίσετε όμως ότι είναι κακός δίσκος. Είναι καλός όσο και το “Brother Where you Bound”, αλλά δεν παύει να είναι πισωγύρισμα. ΚΙ αυτό τον κάνει χειρότερο στα σημεία. Μόνη διακριτική εξαίρεση αποτελεί το γραμμένο από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 "Goldrush", το οποίο, αν και το έπαιζαν για να ανοίγουν τις συναυλίες τους μέχρι την κυκλοφορία του “Crime of the Century”, δεν είχαν ως τότε ηχογραφήσει σε στούντιο. Αυτή τη φορά βοηθός την παραγωγή είναι ο Jay Messina, του οποίου η όποια συνεισφορά μοιάζει να χάνεται στη μετριότητα των περισσότερων συνθέσεων. Εξαιρέσεις αποτελούν το "Tenth Avenue Breakdown" που θέλει να φέρει πίσω το “Breakfast in America” με τη διακριτική jazz του, όπως και το "A Sting in the Tail", του οποίου η φυσαρμόνικα φέρνει στο νου το “School”. Ούτε το όμορφο λίκνισμα του "Little By Little" τελικά κατορθώνει να διασκεδάσει ιδιαίτερα τις εντυπώσεις, που επιβεβαιώνουν ότι η έμπνευση του Davies αυτή τη φορά μοιάζει να κινήθηκε σε αληθινή “Slow Motion”.

 

Read 516 times

Leave a comment