Monuments on Facebook

GENESIS TRIBUTE – "Η στούντιο δισκογραφία τους μέχρι και το 1976" (γιατί από εκεί και πέρα…)

Wednesday, 22 February 2017 11:47
Published in Αρθρογραφία

“The river of constant change”

Γράφει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Είναι εξ ορισμού «επικίνδυνο» το να μιλάς για συγκροτήματα παγκόσμιας εμβέλειας. Όχι τόσο επειδή όλοι έχουν προσωπική άποψη για αυτά, η οποία (ευτυχώς, για το καλό της τέχνης) είναι πολύ δύσκολο να συμπίπτει με τη δική σου, αλλά, κυρίως, λόγω του ότι τελικά αναφέρεσαι σε απολύτως προσωπικά συναισθήματα. Τέτοια, που μόνο η μουσική μπορεί να γεννήσει. Αν πάρεις το ρίσκο και το κάνεις, τότε δε μπορεί παρά να ανήκεις σε μια από τις παρακάτω κατηγορίες: α) είσαι ορκισμένος φαν του συγκροτήματος, β) βλέπεις τις διαφωνίες των άλλων μόνο ως αφορμή για εποικοδομητική ανταλλαγή εμπειριών ή γ) δεν αντέχεις να ζεις μόνος τόση χαρά και θέλεις να τη μοιραστείς με όσους περισσότερους γίνεται. Φυσικά, δεν αποκλείεται να ανήκεις ταυτόχρονα και στις τρεις κατηγορίες.

 

Κάπως έτσι ξαναπιάνω κι εγώ το ηλεκτρονικό μου στυλό για να μιλήσω για τους Genesis. Τώρα, θα μου πείτε, τι μπορώ πλέον να πω γι’ αυτούς, ύστερα από τόσα και τόσα που έχουν ήδη γραφτεί. Πράγματι, δε μπορεί να πει κανείς τίποτα καινούργιο. Όμως, επειδή το μεγαλείο της μουσικής δε μεταφέρεται ποτέ επιτυχώς μέσω των λέξεων, κάθε ανάλογη επαναπροσέγγιση δε μπορεί να είναι τίποτε άλλο από μια ακόμα προσπάθεια να ξυπνήσουμε τα μεγάλα συναισθήματα. Εκείνα που στο πέρασμα των χρόνων κάνουν την απίστευτα πολυδιάστατη μουσική τους να γίνεται αντιληπτή με έναν διαρκώς διαφορετικό και εξελισσόμενο τρόπο. Γι’ αυτό έχω αλλάξει αρκετές φορές γνώμη σχετικά με το ποιο άλμπουμ είναι το καλύτερό τους ή πιο τραγούδι τους βρίσκεται στη δική μου κορυφή. Με τους Genesis βιώνει κανείς αυτήν την κατάσταση στον απόλυτο βαθμό. Νιώθει τα τραγούδια τους τόσο, μα τόσο πολύ, κατάδικά του, σα να τα έγραψε ο ίδιος. Αλήθεια, πόσα τραγούδια, που έχετε ακούσει κάποιες εκατοντάδες φορές, εξακολουθούν να σας φαίνονται «καινούργια»;

Η ιστορία των Genesis, αν, λέμε τώρα, δε σας είναι ήδη γνωστή, υπάρχει εύκολα προσβάσιμη στο διαδίκτυο. Το ίδιο, βέβαια, ισχύει και για τα παρακάτω στοιχεία, τα οποία όμως επέλεξα να παραθέσω με τη μορφή «δεκαλόγου», απλά και μόνο για να μας βάλουν στο κλίμα για να γνωρίσουμε και πάλι τους δίσκους τους. Μέχρι να έρθει η ευτυχισμένη ώρα να τους ξαναγνωρίσουμε και πάλι (για πρώτη φορά!)


 

1. Οι Genesis μπήκαν στο Rock & Roll Hall of Fame το 2010! Συγκινήθηκα. Οι τύποι που έχουν την ευθύνη της επιλογής δεν έχουν απλά γούστο, αλλά είναι και λαγωνικά. Μη βγει κάτι καλό – μπαμ! και το παίρνουν στη στιγμή. Σιγά τώρα. Εντάξει, τα 43 χρόνια δεν τα λες και καθυστέρηση…

2. «Οι Genesis δεν είναι progressive»! Να κοιταχτείτε από ψυχίατρο (και μάλιστα πιωμένο). Πολλοί θα το ήθελαν, αλλά… Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι είναι μόνο progressive, αλλά κυρίως αυτό, αφού ταυτόχρονα αυτό είναι (σχεδόν) τα πάντα!

3. Οι Gabriel, Hackett, Banks, Rutherford και Collins αποτέλεσαν τον ορισμό του «συγκροτήματος». Δείτε (εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων) τι έκαναν μετά το 1976 και τι είχαν κάνει μαζί και θα καταλάβετε... Άκουσα κάτι μεγαλειώδες για world music; Θου Κύριε…

4. Ποιός έχει τα καλύτερα φωνητικά, ο Gabriel ή ο Collins; Ψευδοπρόβλημα, αφού και οι δύο ακούγονται το ίδιο! (Άντε, ο Gabriel του ρίχνει στ' αυτιά. Χαλαρά...)

5. Οι Genesis τελείωσαν με τη φυγή του Gabriel. Παραμύθι! Απλώς, ποτέ δεν ήταν ίδιοι, αλλά μέχρι και το 1976 κινήθηκαν σχεδόν στο ίδιο επίπεδο. Μη βρίζετε. Είπα «σχεδόν».

6. Υπήρξαν ένα από τα κορυφαία συγκροτήματα από πλευράς μουσικής παιδείας των μελών του. Δεν είχαν μονάχα πολλά και ετερόκλητα ακούσματα, αλλά -το κυριότερο- ήξεραν όσο λίγοι να παίζουν.

7. Τα πλήκτρα του Tony Banks (Peter, ξέρω ότι τώρα κλαις, αλλά σκέψου τουλάχιστον ότι στην άλλη φάση σου τραγούδησες με την Kate Bush) ευθύνονται κυρίως για τα χαρακτηριστικά εκείνα που κάνουν ξεχωριστό και άμεσα αναγνωρίσιμο τον ήχο τους.

8. Κατά κανόνα, τα εξώφυλλα των δίσκων τους είναι ζωγραφικοί πίνακες (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) σπάνιας ομορφιάς.

9. Η προσωπικότητα και η συνεισφορά του Gabriel εκτιμήθηκε στον υπέρτατο βαθμό κυρίως μετά την αποχώρησή του από το γκρουπ.

10. Στις συναυλίες τους ήταν πρωτοπόροι στη χρήση laser και ο Gabriel πρωταθλητής στις μεταμφιέσεις (για μένα, σαν την αλεπού, τίποτα).


Πριν ξεκινήσει το ταξίδι στην στούντιο δισκογραφία τους, θεωρώντας δεδομένη την άνευ όρων αποδοχή του μεγαλείου της μπάντας στο καθαρά μουσικό κομμάτι, σπεύδω να διευκρινίσω ότι ακόμα και όσοι από εσάς δε συμφωνείτε με κάποιους από τους στίχους τους, σίγουρα θα εκτιμάτε την πλειοψηφία τους για την αχαλίνωτη φαντασία, την καυστικότητα, αλλά και τις αναφορές της στη μυθολογία. Η στούντιο δισκογραφία τους, που παρουσιάζεται αμέσως παρακάτω, αφορά τα άλμπουμ που κυκλοφόρησαν μέχρι και το 1976, διότι όσα ακολούθησαν, ουσιαστικά, αναφέρονται σε μια «άλλη» μπάντα, η οποία δυστυχώς δεν άλλαξε το όνομά της στο «νέο» από το 1978 ξεκίνημά της.

 

 

From Genesis to Revelation (1969)

Μια φορά κι έναν καιρό, όταν η παρέα των Gabriel, Banks, Rutherford και Phillips πήγαινε ακόμα στο σχολείο, έφτιαξε μια μπάντα χωρίς ντράμερ, που έπαιζε καθαρή και απλή pop. Ένα demo τους κέρδισε την προσοχή του Jonathan King, που είχε δικαστικές περιπέτειες με ανήλικα αγόρια χωρίς να υπάρξει καταδίκη του, ο οποίος έγινε ο μέντοράς τους. Αφού τους έδωσε το όνομα Genesis, μεσολάβησε να ηχογραφήσουν δύο singles στο ύφος των Bee Gees (που άρεσαν πολύ στον ίδιο) και παρά το ότι αυτά πέρασαν απαρατήρητα, με τη μεσολάβηση του μέντορα και τον John Silver στα τύμπανα ξεκίνησαν το 1968 να ηχογραφούν υλικό για τον πρώτο μεγάλης διάρκειας δίσκο τους. Ο King απαίτησε το άλμπουμ να έχει το συγκεκριμένο τίτλο και να βασίζεται -προφανώς για ξεκάρφωμα- χαλαρά στη Βίβλο (πώς το λέει εκεί για ανάλογες περιπτώσεις; «Προβατόσχημοι λύκοι»;) Ο δίσκος συνήθως τοποθετήθηκε στα ράφια των δισκοπωλείων που είχαν θρησκευτική θεματολογία, με αποτέλεσμα αρχικά να πουλήσει μόνο 649 αντίτυπα. Ακολούθησαν κι άλλες επανεκδόσεις με διαφορετικούς τίτλους, διότι τα δικαιώματα τα είχε «παρακρατήσει» από τη θρυλική Decca Records (eternal respect) ο ίδιος ο King. Ο ήχος τους αυτός δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τη μουσική και την ποιότητα του επόμενου δίσκου. Μόνο στο πολύ καλό "In the Wilderness", που θυμίζει τους καταπληκτικούς Aphrodite's Child, μπορεί να διακρίνει κανείς ψήγματα από τις δυνατότητές τους. Οι οπαδοί τους τον αγοράζουν για καθαρά συλλεκτικούς λόγους.

 

 

Trespass (1970)

«Ακατέργαστη» σκοτεινή ομορφιά! Οι Genesis έχουν ενέργεια, πάθος και τον Gabriel στα καλύτερά του. Δεν σου αφήνουν περιθώριο να αναπνεύσεις μέσα από διαρκείς εναλλαγές σε ηχητικές κορυφώσεις και ήπιες στιγμές. Βρισκόμαστε στο 1970, δηλαδή τότε που συνέβαιναν μοναδικά πράγματα στη μουσική. Και οι Genesis έδειχναν με το «καλημέρα» ότι ήθελαν να πάρουν ενεργά μέρος στην αλλαγή. Και το έδειχναν με τον πιο περίτεχνο τρόπο, αν και το "Trespass" τότε πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Όταν βάλεις το δίσκο να παίξει κι ακούσεις τη φωνή του Gabriel να φωνάζει: «Looking for someone...» κοιτάζεις αυτόματα πίσω από τον ώμο σου. Λες και η φωνή ακούστηκε από το ίδιο δωμάτιο. Αυτή είναι η όλη αίσθηση του άλμπουμ: μπαίνεις μέσα στη μουσική του. Για αρχή, το "Looking for Someone" σε έχει ήδη βάλει στα βαθιά κι ύστερα έρχεται το επικό "White Mountain" για να ταξιδέψει το μυαλό σου σε άλλες εποχές. Το μεγαλειώδες "The Knife" έδειξε τη βασική οδό όπου έμελλε να πορευθεί η τραχιά πλευρά του ήχου τους, ενώ το "Visions of Angels" πιστοποίησε την progressive μεταστροφή τους, που επρόκειτο να απογειώσει τη δημιουργία τους.

 

 

Nursery Cryme (1971)

Θυμάμαι ότι ήταν μεσημέρι όταν το άκουσα για πρώτη φορά. Μετά από αυτό, ο κόσμος γύρω μου δεν έμοιαζε με εκείνον που νόμιζα πως είχα γνωρίσει. Το "Nursery Cryme" (λογοπαίγνιο μεταξύ του crime και rhyme), ομολογουμένως, εκπέμπει σε δύσκολη συχνότητα, της οποίας τα συναισθήματα απλά δεν περιγράφονται με λόγια. Αφού δε μπορείς να κάνεις το απρόσωπο προσωπικό, τότε πώς γίνεται να κάνεις αισθητό, περιγραπτό με λέξεις; Η πρώτη γροθιά στο στομάχι έρχεται από το "The Musical Box", ένα αξεπέραστο μουσικό έπος που απογειώνεται από τα ανατριχιαστικά φωνητικά του Gabriel και διεκδικεί τη θέση του ανάμεσα στα καλύτερα τραγούδια στην ιστορία της μουσικής. Την κατακλυσμική έντασή του διαδέχεται το λατρεμένο "For Absent Friends", που τραγουδήθηκε από τον Collins, τον έναν από τους δύο νεοφερμένους στη μπάντα. Ο άλλος ήταν ο κορυφαίος κιθαρίστας Steve Hackett. Στο κυριολεκτικά ταξιδιάρικο "Seven Stones" απολαμβάνουμε το τρομερό mellotron του Banks, ενώ στο σουρεαλιστικά αποκαθηλωτικό "Harold the Barrel" βιώνουμε προφητικά τη θεατρική απαξίωση μιας επικείμενης αυτοκτονίας. Το "The Fountain of Salmacis" αποτελεί μια ακόμα απόδειξη της αγάπης του Gabriel στην ελληνική μυθολογία, ενώ το "Harlequin" μοιάζει με πυγολαμπίδα στο σκοτάδι, αποκαλύπτοντας δειλά τις αρετές του. Μπορεί το άλμπουμ αυτό να είναι το μικρότερο σε διάρκεια, αλλά κατέχει ξεχωριστή θέση στις καρδιές των φίλων του γκρουπ.

 

 

Foxtrot (1972)

Οι αδαείς το παραγνώρισαν και οι πιο σκληροί το λάτρεψαν. Το άλμπουμ αυτό είναι καθηλωτικό και μεγαλειώδες. Πομπώδες, επιβλητικό και ορόσημο της όλης progressive θεματολογίας. Ήταν το πρώτο που μπήκε στο UK Top 20, φτάνοντας τη δωδέκατη θέση. Πλέον, το κοινό είχε αρχίσει να εξοικειώνεται με τον ιδιαίτερο και απαιτητικό ήχο τους και να ταξιδεύει σε πρωτόγνωρα τοπία. Το εξώφυλλο ανήκει στον Paul Whitehead, που έφτιαξε και εκείνα του "Trespass", αλλά και του πολύ συναφούς σε τεχνοτροπία "Nursery Cryme", το οποίο, παρεμπιπτόντως, απεικονίζεται στο οπισθόφυλλό του. Το "Watcher of the Skies" ξεκινά την επίθεση με αριστοτεχνικό mellotron και τον Hackett σε μεγάλα κέφια, να μεγαλουργεί στο "Horizons", παράλληλα με τις διακριτές επιρροές από την πρώτη σουίτα για τσέλο του Bach. Το πολυσύνθετο αριστούργημα του "Supper's Ready", με διάρκεια σχεδόν ολόκληρης πλευράς (θυμηθείτε πως ακούμε σε βινύλιο), αγγίζει τα υψηλότερα στάνταρντ του γκρουπ και παραδίδει δωρεάν progressive rock μαθήματα προς κάθε ενδιαφερόμενο. Επίσης, μας βοηθά, παραφράζοντας τον τίτλο του τέταρτου από τα επτά μέρη του, να αναρωτηθούμε: «How dare it be so beautiful?»

 

 

Selling England by the Pound (1973)

Εδώ θα μπορούσα να γράψω καμιά πεντακοσαριά λέξεις, μόνο που όλες τους θα έπρεπε να ήταν επίθετα. Μπας και ξεχάσω να προσδιορίσω με τον ακριβέστερο δυνατό τρόπο τα μεγαλείο της (progressive) μουσικής του μυθικού αυτού δίσκου. Είμαι όμως σίγουρος ότι και πάλι δε θα κατάφερνα τίποτα απολύτως. Κάτι τέτοιοι δίσκοι (υπάρχουν λιγότεροι από τους μονοψήφιους αριθμούς) είναι πολύ επικίνδυνοι, διότι μιλάνε απευθείας στην ψυχή σου. Σου αποδεικνύουν τη σχετικότητα του χρόνου και πιστοποιούν την υπεράνω πολιτισμικών καταβολών πανεθνική γλώσσα της μουσικής. Ο δίσκος αυτός δεν είναι ο μοναδικός που θα έπαιρνες στο ερημονήσι, αλλά... το ίδιο το ερημονήσι! Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια στη jazz για να κατανοήσω κάτι από το μεγαλείο του. Μη ξεχνάτε ότι το πολυαγαπημένο και αληθινά αξεπέραστο progressive rock κάποτε λεγόταν (πολύ εύστοχα) jazz rock. Είμαι βέβαιος ότι ούτε οι ίδιοι οι Genesis είχαν καταλάβει -τότε- τι έφτιαξαν. Το πέμπτο στούντιο άλμπουμ τους είναι «ανελέητο». Σε κάνει ανατριχιάσεις από την a cappella εισαγωγή του progressive ύμνου "Dancing with the Moonlit Knight", έπειτα σου δίνει μια ελιτίστικη ανάσα με το "I Know What I Like (In Your Wardrobe)", για να σε ταρακουνήσει αμέσως μετά, γεμίζοντας την ψυχή σου με οξυγόνο, μέσα από την πληρέστερη ever σύνθεση του "Firth of the Fifth". Τι να πει κανείς για το διαμαντάκι "More Fool Me", που σοφά ο Gabriel άφησε να τραγουδήσει ο Collins ή το ανατριχιαστικό "The Cinema Show" που αφηγείται «πειραγμένη» την ιστορία των Μοντέγων και Καπουλέτων μπλεγμένη με το μάντη Τειρεσία; Και να ήταν μόνο αυτά; «Κλείνω» με τη φράση: «The river of constant change», αφήνοντας τα πάντα ανοικτά.

 

 

The Lamb Lies Down on Broadway (1974)

Οι φανατικοί φίλοι τους έχουν αυτό το διπλό concept άλμπουμ ψηλά στην εκτίμησή τους. Τα εισαγωγικά υπέροχα πλήκτρα του Banks υποχωρούν σύντομα σε progressive μονοπάτια, για να αφηγηθούν την ιστορία ενός νεαρού με ρίζες από το Πουέρτο Ρίκο, που ψάχνει να βρει τον αδελφό του στη Νέα Υόρκη. Στην προσπάθειά του αυτή μπλέκει με περίεργα όντα και δύσκολες καταστάσεις, βγαλμένες κυρίως μέσα από τα όνειρα του Gabriel, ο οποίος στη συνέχεια αποχώρησε από το συγκρότημα. Η όλη βιωτή του Gabriel παντρεύεται με την αγάπη του για τη μυθολογία, συνθέτοντας στίχους που συχνά αφήνουν τη μουσική σε δεύτερο πλάνο, χωρίς όμως να αφαιρούν τη μαγεία της στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Για παράδειγμα, το "Broadway Melody of 1974" είναι ένα δείγμα κλασικού τσαμπουκαλεμένου τραγουδιού, που προετοιμάζει περίτεχνα το κλίμα για το εξαιρετικό "Cuckoo Cocoon", που μας φέρνει στο νου τις μέρες του "Selling England by the Pound". Εδώ θα τα συναντήσετε όλα. Από την ψυχεδέλεια του "The Waiting Room" και τη ροκάδικη άποψη του "Lilywhite Lilith", μέχρι την εφιαλτική αφηγηματικότητα του "Anyway".

 

 

A Trick of the Tail (1976)

Αν πω πως δε βγαίνουν πλέον τέτοιοι δίσκοι, δεν του αποδίδω ούτε κατά διάνοια τα δέοντα. Αν όμως συμπληρώσω ότι ούτε τότε έβγαιναν (εύκολα), κάτι θα έχω κάνει. Ο δίσκος αυτός είναι ο ορισμός του δόγματος του Τάγματος των Καθαρών με την επωνυμία «music is my drug». Αληθινά, δεν πάει πιο ψηλά. Τόσο απλά. Η μαεστρία και η ευφυΐα του παραγωγού David Hentschel, που είχε πάρει το χρίσμα ως τεχνικός ήχου στο "Nursery Cryme", συνέτεινε στη δημιουργία ενός συγκλονιστικού ηπιότερων τόνων δίσκου που, ενώ αρχικά μοιάζει σταδιακά να αφίσταται από το δυνατό παρελθόν, στη συνέχεια αποκαλύπτει το καθαρόαιμο progressive μεγαλείο του. Ο Collins οδηγεί τα φωνητικά στη θέση του Gabriel, παρά την προτροπή του Banks να γίνουν ορχηστρική μπάντα, και κατορθώνει να μη νιώθουμε την απουσία του. Σχεδόν. To καθηλωτικό "Dance on a Volcano" αναλαμβάνει απότομα να κερδίσει την προσοχή σου, μια και ακολουθούν εμβληματικές ήπιων τόνων συνθέσεις, που ξεδιπλώνουν με δεξιοτεχνία την υπεροχή του progressive ύφους, που έμοιαζε πλέον να κλείνει τον κύκλο του. Μέσα σε αυτές βάλτε τις "Entangled", "Mad Man Moon" και "Ripples", που σε ανεύθυνη ακρόαση δείχνουν μονάχα τις pop επιρροές τους, αλλά στους έχοντες «καθαρά» αυτιά αποκαλύπτουν μια καθηλωτική, διαχρονική και αβίαστη rock τελειότητα. Τα αγαπημένα του γκρουπ "Squonk" και "Los Endos", μαζί με το φερώνυμο, συνεισφέρουν στη δημιουργία ενός αληθινά πολύτιμου δίσκου.

 

 

Wind and Wuthering (1976)

Αν προσθέσετε στο τέλος του τίτλου τη λέξη “Heights”, τότε θα αντιληφθείτε ευκολότερα γιατί το άλμπουμ αυτό θα μπορούσε να είναι το σάουντρακ του βιβλίου της Emily Bronte. Άντε, μαζί με το φερώνυμο τραγούδι – ύμνο της λατρευτής Καιτούλας Θάμνου στη συνονόματή της και στον Heathcliff, που έμελλε να βγει δύο χρόνια αργότερα. Δύο συνθέσεις, μάλιστα, της δεύτερης πλευράς έχουν για τίτλους μέρος από την καταληκτική φράση του βιβλίου: «Unquiet slumbers for the sleepers in that quiet earth». Το όγδοο άλμπουμ τους είναι τόσο διακριτικό και ευαίσθητο, όσο και το εξώφυλλό του. Θεματικό και ταξιδιάρικο, όσο λίγα. Περιέργως, ο δίσκος αυτός άρεσε περισσότερο στους δημιουργούς του, από όσο σε πολλούς φίλους της μπάντας. Ο Banks έχει δηλώσει πως αποτελεί τον ένα από τους δύο πιο αγαπημένους του δίσκους (δεν θα θέλατε να μάθετε τον άλλο - μπορεί, άλλωστε, να ήταν μεθυσμένος όταν το είπε), ο Hackett έχει επίσης δηλώσει την ικανοποίησή του γι' αυτόν, ενώ ο Rutherford έχει πει πως τον θεωρεί χαλαρότερη συνέχεια του "A Trick of the Tail", που είχε κυκλοφορήσει λίγους μήνες νωρίτερα. Το "Your Own Special Way" είναι αντιπροσωπευτικό της γλυκόπικρης και σαφώς λιγότερο rock αίσθησης που αναδύει ο δίσκος, ενώ το "Blood on the Rooftops" συνοδεύεται από ομιχλώδη τοπία περασμένων εποχών. Το τέλος των Genesis, όπως τους ξέραμε, είχε φτάσει.

 

 

Read 585 times

Leave a comment