Monuments on Facebook

SAVIOUR MACHINE : "Apostles and Prophets of the End"

Thursday, 13 April 2017 12:33
Συντάκτης:
Published in Αρθρογραφία

Κάποιες φορές, αναρωτιέμαι. Τόσες πολλές «ταμπέλες» στη μουσική, τόσες πολλές ορολογίες, τόσοι πολλοί χαρακτηρισμοί… Σίγουρα, μέσα στην όποια υπερβολή, οι «ταμπέλες» αυτές πολλές φορές είναι απαραίτητες για να χαρακτηριστεί σωστά ένας καλλιτέχνης ή μια μπάντα. Γίνεται όμως αυτό πάντα; Εννοώ, είναι σωστές οι περιγραφές, ή διολισθαίνουμε σε λάθη;

Γράφει ο Δημήτρης Τσέλλος

Κάτι μου λέει πως ναι, δεν είμαστε πάντα σωστοί. Ας πάρουμε παράδειγμα τον όρο “gothic”. Χρησιμοποιήθηκε στην αρχή για να αποδώσει σωστά τα μεγάλα μεσαιωνικά κεντροευρωπαϊκά κτίσματα. Κατόπιν τη σκοτεινή μυθιστορία και λογοτεχνία του 18ου και 19ου αιώνα, τη βικτωριανή εποχή και έφτασε να είναι ταυτόσημος με νουβέλες και σειρές για κοριτσάκια τύπου “Twilight”, βαμπιρορομάντζα και μαύρα φορέματα αιωνίως θλιμμένων κορασίδων, οι οποίες δεν ξέρουν τον λόγο για τον οποίο είναι θλιμμένες. Στη μουσική δε, το έγκλημα ήταν μεγαλύτερο. Ως “gothic”, εννοούμε τους Evanescence, τους Within Temptation και δεν ξέρω γω τι άλλο… Ουδεμία σχέση! Πάμε σ ’έναν άλλον όρο τώρα, αυτόν του “progressive”. Τι είναι άραγε το “progressive”; Είναι αυτό που λέει η ίδια η λέξη, δηλαδή το προοδευτικό; Αν είναι έτσι, τότε κάθε τι καινοτόμο, θα πρέπει εξ ορισμού να χαρακτηρίζεται έτσι. Αντ’ αυτού, θεωρούμε κάποιον καλλιτέχνη προοδευτικό, πρωτίστως αν αλλάζει δεκάδες ρυθμούς σε ένα κομμάτι, ή παίζει τόσο τεχνικά που γίνεται ακαταλαβίστικος. Τρίτο παράδειγμα, και τελευταίο: “Epic Metal”. Ποιος παίζει epic; Τι πρέπει να έχεις, τι πρέπει να είσαι, για να σου αποδοθεί η ταυτότητα του «επικού»; Να παίζεις συγκεκριμένο στυλ μουσικής, να έχεις πολεμική θεματολογία και να κυκλοφορείς με γούνες, πανοπλίες, δερμάτινα σώβρακα και βούκινα γεμάτα μπύρα; Μόνον αυτό;

Έκανα αυτόν τον (ελπίζω όχι κουραστικό) πρόλογο, για να παρουσιάσω μια μπάντα που απέχει πολύ απ’ όλα τα παραπάνω, αλλά ταυτόχρονα είναι ΑΚΡΙΒΩΣ αυτά! Μια μπάντα που η ιδιαιτερότητά της, η αψεγάδιαστη μουσική της ταυτότητα και η όλη της φιλοσοφία, έχουν δημιουργήσει ένα εντελώς προσωπικό σύμπαν, όπου και να ήθελε κάποιος να μπει, δεν θα μπορούσε. Ακολουθήστε λοιπόν το γραπτό μου, και θα δείτε πως συνδέονται όλα αυτά.

 

Σχηματίστηκαν το 1989 στο LA, παίρνοντας το όνομά τους από το ομώνυμο τραγούδι του David Bowie. Όταν όλοι προσπαθούσαν να ανέβουν στο τρένο αυτού που κακώς ονομάστηκε “glam metal” (άλλη ιστορία πονεμένη αυτή), αυτοί δεν φόρεσαν πουκαμίσες, σκισμένα τζιν και μπότες. Ντύθηκαν στα μαύρα, φόρεσαν δερμάτινες καμπαρτίνες, χρησιμοποίησαν σκοτεινό μακιγιάζ, ήταν ως και τρομακτικοί. Τρομακτικοί όμως, όχι όπως οι black metal καρικατούρες. Όλη τους η εικόνα δημιουργούσε …άβολες στιγμές. Η θεματολογία τους, χριστιανική. White. Όχι όμως σαν αυτή των (θεών!) Stryper. Από τους Saviour Machine δεν άκουγες μόνο «Θεέ μου πιστεύω σε Σένα», αλλά και «Θεέ μου, λυπήσου με». Δεν υμνούσαν απλά. Προσεύχονταν για έλεος. Άλλωστε, η ίδια η μουσική τους, «πίεζε» προς αυτό το πεσιμιστικό ύφος. Μετά από ένα demo, έκαναν το δισκογραφικό τους ντεμπούτο το 1993, με κεντρικό πυρήνα τους αδερφούς Eric και Jeff Clayton, σε φωνητικά και κιθάρα αντίστοιχα, τον Dean Forsyth στο μπάσο, τον Samuel West στα τύμπανα και τον Nathan Van Hala στα πλήκτρα. Το “Saviour Machine I”, που κυκλοφόρησε από την Malineum Productions, θεωρείται (και είναι) ένα αψεγάδιαστο άλμπουμ. Δώδεκα κα-τα-πλη-κτι-κά τραγούδια, πέντε εξαιρετικοί μουσικοί και κυρίως πράγματα που δεν είχαν ακουστεί ξανά ως τότε, συνθέτουν το αριστούργημα αυτό.

 

Και επανέρχομαι στα όσα έγραψα στον πρόλογο. Σε τούτο το δίσκο, ακούς το απόλυτο κράμα gothic, progressive και epic metal. Gothic γιατί είναι μεγαλειώδες, μεγαλεπήβολο, όπως ένας μεγάλος καθεδρικός ναός γοτθικού τύπου και φέρνει μαζί του μια βικτωριανή καταχνιά που δεν θα μπορέσουν ποτέ να αποδώσουν οι όποιοι Evanescense ούτε σε εκατό δίσκους. Progressive γιατί είναι ανανεωτικό και οι εναλλαγές του επιβάλλουν αυτόν τον χαρακτηρισμό. Epic, γιατί είναι τόσο υμνικό και ηρωικό, που θα μπορούσε να προκαλέσει υπαρξιακά προβλήματα στους διάφορους επικάδες της οκάς, που παίρνουν macho πόζες για να φωτογραφηθούν, αλλά ακούγονται τόσο «άντριδοι», όσο τα βρέφη σε παιδικό σταθμό. Ο Eric Clayton είναι σαφέστατα το πρώτο βιολί της μπάντας. Με μια φωνή που ξεκινά από βαρύτονος και τελειώνει στα ψηλά όρια του τενόρου, ντυμένος στα μαύρα και μακιγιαρισμένος με τρόπο που θυμίζει αρχαίους Αιγυπτίους, φορά τη λευκή του μάσκα, χύνει «αίμα» στη σκηνή, ανάβει τις Επτά Λυχνίες, καίει τη σημαία των ΗΠΑ και των ΗΕ, φορά τους μανδύες του και τραγουδά σαν να μην υπάρχει αύριο. Πέραν από την, σε έκταση, φοβερή και τρομερή του φωνή, το συναίσθημα που βγάζει αυτός ο άνθρωπος όταν τραγουδά δεν το έχω ακούσει πουθενά αλλού, σε ΚΑΝΕΝΑΝ άλλον ερμηνευτή του ευρύτερου rock. Αλλά και οι υπόλοιποι δεν πάνε πίσω. Ειδικά ο Jeff στις κιθάρες ακολουθεί ως νούμερο δύο στην άτυπη κόντρα των μελών της μπάντας για το βραβείο του πιο εντυπωσιακού μουσικού.

Υποκειμενικά καλύτερες στιγμές σε τούτο το μουσικό αραβούργημα, πολλές. Το οπερατικό “Carnival of Souls”, το “Force of the Entity” με τον λυρικό του χαρακτήρα, το “Legion”, μια σύνθεση για σεμινάριο με μελαγχολικό gothic πιάνο και σκοτεινό ρομαντισμό... Το δεκάλεπτο ανατολίτικο έπος “Killer” με τις τρομερές κιθάρες του J. Clayton και το DNA των Led Zeppelin και Rainbow μέσα του και φυσικά η δυάδα των “A World Alone” και “Jesus Christ”, που κλείνουν ιδανικά το δίσκο. Συναισθηματικά φορτισμένη μπαλάντα το πρώτο, με στίχους σαν τους παρακάτω που μιλούν για τα λάθη των ανθρώπων

“In a world that's drowning in its lies
Which persecutes his brother
For the color of his eyes
In a world that radiates the skies
Intoxicates the oceans
So watch it as it dies…”

 

Η τελευταία αυτή στροφή, τελειώνει με ένα μακρόσυρτο “…Alone” που αποτελεί την σύνδεση μεταξύ των δύο κομματιών. Με τον τρόπο αυτό ξεκινά ένα από τα μεγαλύτερα τραγούδια στην ιστορία ολόκληρου του metal. Είτε αυτό λέγεται heavy, είτε power, είτε death, είτε black… «Στοιχειωτική» μελωδία από τη κιθάρα του JC, υποβλητική ατμόσφαιρα στα πλήκτρα, καταπληκτικό solo στη μέση (solo καλό δεν είναι μόνο ο αυνανισμός στη ταστιέρα, εκτός από την επίδειξη τεχνικών ικανοτήτων υπάρχει και αυτό που λέμε έμπνευση) και ένας Eric σ ’απίστευτο φωνητικό κρεσέντο στο τέλος να τραντάζει το σύμπαν όλο και να οδηγεί σε ισοπεδωτικό, συγκλονιστικό φινάλε. Οι στίχοι είναι μια προσευχή προς τον Χριστό για σωτηρία, αλλά και μια αναφορά των δεινών που λαμβάνουν χώρα ανά τον κόσμο στο όνομά Του, από τους όποιους φανατικούς που Το χρησιμοποιούν για δικούς τους λόγους. Οι Saviour Machine άλλωστε, είναι κατά της οργανωμένης θρησκείας όπως εμείς τη γνωρίζουμε, και θεωρούν ιδανική επαφή με το Θείο, τη πραγματική πίστη. Για το λόγο αυτό δεν πρέπει να φαίνεται περίεργο που αντιμετώπισαν προβλήματα, με το “I” να είναι απαγορευμένο σε σημεία πώλησης χριστιανικών βιβλίων, εντύπων και δίσκων!

Με αυτό τον τρόπο τελειώνει το “Saviour Machine I” που, τουλάχιστον για τον γράφοντα, αποτελεί μνημείο της μουσικής και θα πρέπει να λαμβάνει την αναγνώριση που του αξίζει όχι μόνο στα όρια του rock-metal, αλλά γενικότερα στο ευρύτερο μουσικό στερέωμα.

 

Μόλις ένα χρόνο μετά, οι Καλιφορνέζοι κυκλοφορούν το δεύτερό τους δίσκο με τίτλο αυτή τη φορά “Saviour Machine II”. Μπορεί ο δίσκος να είναι ταιριαστός με τον προκάτοχό του και να ακούγεται ιδανικά ως συνέχειά του, σχηματίζοντας μια τρόπον τινά διλογία, αλλά παράλληλα υπάρχουν χτυπητές διαφορές. Η απόλυτη ισορροπία στον ήχο που υπήρχε στο “I” έχει αλλάξει σχετικά, με το gothic στοιχείο τώρα να υπερισχύει έναντι των υπολοίπων. Ακόμη στο “II” ο metal χαρακτήρας έχει υποχωρήσει και δίνει τη θέση του στο rock. Κατά τα λοιπά, η αξία του δίσκου είναι αδιαμφισβήτητη, τόσο ώστε είναι πια καθαρά θέμα γούστου για το ποιο από τα δύο “SM” είναι το αγαπημένο του καθενός. Ο Samuel West έχει δώσει τη θέση του στον Jayson Heart ο οποίος έχει έναν πιο, ας μου επιτραπεί να πω, industrial χαρακτήρα στο παίξιμό του και ο Nathan Van Hala στο πιάνο και τα πλήκτρα έχει αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο. Υπάρχουν ολόκληρα κομμάτια που είναι κομμένα και ραμμένα πάνω στο παίξιμό του. Οι κιθάρες δεν είναι τόσο μπροστά στα riffs, αφού όπως έγραψα πιο πάνω ο metal χαρακτήρας έχει υποχωρήσει, αλλά στα solos βγαίνουν στο προσκήνιο ξανά για να «χρωματίσουν» τις συνθέσεις, ενώ ο Eric Clayton είναι φυσικά για μια ακόμη φορά αυτός που κλέβει την παράσταση. Ποιητικότατοι στίχοι και εδώ, με highlights του δίσκου τα “Saviour Machine I” και “ΙΙ”, το “Enter The Idol”, το hit (όσο hit μπορεί να είναι ένα κομμάτι των SM) “Love Never Dies”, το δραματικό “Ceremony”, το κορυφαίο “American Babylon”, ενώ ο διάδοχος του έπους “Killer” ονομάζεται “The Stand”, με 16 λεπτά διάρκεια και εξίσου oriental ύφος. Πιο πολύπλοκο και μελαγχολικό αυτό το άλμπουμ, αποτελεί μια ακόμη top στιγμή του αμερικάνικου σκληρού ήχου των 90s και απόκτημα για κάθε ενημερωμένη δισκοθήκη.

The Legend Trilogy

 

Έχοντας καταφέρει να εδραιώσουν το όνομά τους και χωρίς το άγχος ενός δισκογραφικού συμβολαίου αφού ανήκουν πια στη Massacre Records, οι Αμερικανοί βάζουν μπροστά ένα πολύ φιλόδοξο σχέδιο. Μακροπρόθεσμος στόχος τους αυτή τη φορά, να «ντύσουν» μουσικά την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Μια ιστορία που έχει διαβαστεί, μελετηθεί, ερμηνευτεί και παρερμηνευτεί από χιλιάδες απλούς ανθρώπους, επιστήμονες, ερευνητές και καλλιτέχνες, σχετικούς και άσχετους. Ο Eric Clayton πάλι, μελετώντας επί χρόνια την Αποκάλυψη σε συνάρτηση με τις προφητείες τις Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, ξέρει πως πρέπει να το διαχειριστεί όλο αυτό. Έχοντας απόλυτη πίστη λοιπόν στις έτσι κι αλλιώς μεγάλες δυνατότητές τους, οι πέντε μουσικοί τραβούν τα πάντα στα άκρα, ξεκινώντας τη σύνθεση όχι ενός δίσκου, αλλά μιας τριλογίας υπό την ονομασία “Legend” ή αλλιώς το, κατά τους δημιουργούς του, «Ανεπίσημο Soundtrack της Συντέλειας του Κόσμου».

 

Στο διάρκειας περίπου τεσσάρων (!) ωρών έργο, το οποίου τα μέρη κυκλοφόρησαν το 1997, 1998 και 2001 αντίστοιχα, ο ακροατής έρχεται αντιμέτωπος με ένα αποτέλεσμα Βιβλικών διαστάσεων. Η αγωνία, ο τρόμος, η έκσταση της Δευτέρας Παρουσίας και των προ Αυτής γεγονότων, παρουσιάζονται υπό τη μορφή ενός έργου που ο μόνος ίσως όρος που θα μπορούσε να το περιγράψει σωστά, είναι «κινηματογραφικό». O Maurice Jarre και ο «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ» του Franco Zeffirelli (ανατριχίλα), ο Wojciech Kilar και το “Dracula” του F.F. Coppola (ρίγος), κλασσικά έργα όπως η 9η του Beethoven και το “Requiem” του Brahms, το art/progressive rock, οι rock όπερες, η γοτθική υποβλητική ατμόσφαιρα, η μουσική της Ανατολής, όλα συνυπάρχουν σε ένα μοναδικό ηχητικό μεγαλείο. Εδώ δεν μιλάμε για metal ως μουσική, αλλά ως συναίσθημα. Και είναι στ’ αλήθεια τόσο δύσκολο και ιδιαίτερο αυτό το δημιούργημα, που μοιραία δεν μπορείς να το ακούσεις οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας. Μπορεί να νιώθεις την ανάγκη να το κάνεις, αλλά απαιτείται απόλυτη προσήλωση, αφοσίωση και γιατί όχι, ψυχική προετοιμασία για να δεχθείς τις νότες του. Σας φαίνεται υπερβολικό αυτό; Σας προκαλώ να το διαπιστώσετε παίδες, μόνοι σας! Το μοναδικό μειονέκτημα του “Legend”, είναι ίσως η τεράστιά του διάρκεια. Αν οι Saviour Machine είχαν συνοψίσει τους τρεις δίσκους σε έναν, έστω διπλό, θα ήταν ακόμη πιο εύκολο να ξεχωρίσει. Από την άλλη, μόνο και μόνο το γεγονός πως η μπάντα προσπάθησε και πέτυχε κάτι τέτοιο, με ξεπερνά, οπότε…

 

Αν συγκρίνουμε τους τρεις δίσκους, σαφέστατα ανώτερος είναι το “Pt.I”, με το “Pt.II” να ακολουθεί με μικρή διαφορά, και το “Pt.III” να έπεται. Ως ξεχωριστή μονάδα όμως, το κάθε “Legend” είναι καταπληκτικό έτσι κι αλλιώς. Μόνο άμουσος θα μπορούσε να τα αμφισβητήσει. Όσο για τους στίχους, ο ίδιος ο Eric Clayton θεωρεί πως αν κάποιος ακροατής είναι αντίθετος με τα πιστεύω του και με το concept αυτό, τότε ας τους δει ως ένα παραμύθι, ή ας μην ασχοληθεί καθόλου μαζί τους. Προσωπικά, καταλαβαίνω απόλυτα αυτή τη λογική, αλλά δεν μπορώ να μη τους συνδέσω με τη μουσική. Και να τους απολαύσω. Μια ακόμη επισήμανση, είναι πως ήδη πριν από το “Pt.III” στη μπάντα έχουν έρθει ο Carl-Johan Grimmark στις κιθάρες (Narnia, Rob Rock) και ο Victor Deaton στα τύμπανα, ο οποίος έφυγε όμως πριν ξεκινήσει η περιοδεία για τη προώθησή του και αντικαταστάθηκε από τον Thomas Weinesjö.

 

To βιωματικό show των αγαπημένων μου «αποστόλων» στη σκηνή, αποτυπώνεται στο θεσπέσιο live cd/dvd του 2002 “Live in Deutschland” που περιλαμβάνει δύο συναυλίες στη Γερμανία (η χώρα με το περισσότερο κοινό για τους SM), με διαφορά επτά ετών η μία από την άλλη. Στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε μια περίληψη της τριλογίας “Legend”, ενώ στο δεύτερο (αυτό του 1995) παρουσιάζονται ιδανικά τραγούδια από τους δύο πρώτους δίσκους της μπάντας. Ο Χρήστος Κισατζεκιάν ήταν από τους τυχερούς που βρέθηκαν στο ΡΟΔΟΝ το 1998, οπότε μπορεί να επαληθεύσει τα γραφόμενά μου περί «βιωματικού show». Θεατρικοί όσο κανείς στο χώρο, δεν χρησιμοποιούν τη θεατρικότητα αυτή για να καλύψουν τις ηχητικές τους ατέλειες αλλά αντιθέτως για να ενισχύσουν τη μουσική τους. Εξωτερικεύουν μια «θάλασσα» συναισθημάτων που «πνίγει» τον ακροατή-θεατή και στοχεύουν σε όσους ακούν το αγαπημένο μας rock με τα αυτιά, και όχι με το σβέρκο. Καταλαβαίνετε τι εννοώ, έτσι;

 

Κάπου εδώ τελειώσαμε με την αναδρομή στη δισκογραφική παρουσία των SM. Για αρκετά χρόνια, οι Καλιφορνέζοι είναι «στον πάγο». Δεν έχουν διαλυθεί, όπως ακούστηκε, έχουν όμως σταματήσει να είναι ενεργοί μέχρι νεωτέρας. Ο Eric Clayton έκανε κάποιες guest εμφανίσεις σε δίσκους άλλων σχημάτων, μεταξύ αυτών στους Narnia και στο all star project Ayreon του Arjen Lucassen, αλλά ένα πρόβλημα υγείας τον ανάγκασε να αποσυρθεί. Τα τελευταία νέα για την υγεία του είναι καλά και μακάρι να ανακτήσει τις δυνάμεις του, ώστε να τον απολαύσουμε ξανά. To 2011, κυκλοφόρησε από τη Massacre και χωρίς την άδεια του γκρουπ το “Legend III:II”, ένας δίσκος που περιείχε demo κυρίως υλικό, από αυτό που θα «δούλευε» το συγκρότημα για να αποτελέσει όντως το κύκνειο άσμα του. Φυσικά είναι εξαιρετικά δυσεύρετο αυτή τη στιγμή, για όποιον θέλει να το αποκτήσει, αλλά αν κάποιος ψάξει καλά...

 

Γνωρίζω πως το γκρουπ για το οποίο έγινε αναφορά μέσα από τούτες τις γραμμές, είναι ιδιαίτερο. Γνωρίζω επίσης πως η όλη του φιλοσοφία γύρω από τη ζωή, η πνευματικότητα που το χαρακτηρίζει και το ότι δεν έχει αυτό που λέμε “straight forward” ήχο, αποτελεί τροχοπέδη για αρκετούς. Εσείς όμως που δεν είχατε επαφή ως τώρα μαζί τους, εσείς που θεωρείτε πως οι παρωπίδες δεν σας αρμόζουν, καθώς και εσείς που είχατε μια επαφή αλλά θέλετε να δώσετε περισσότερο χρόνο στη μουσική τους με αφορμή αυτό το μικρό αφιέρωμα, κάντε το βήμα παραπάνω ξεκινώντας πάντα από το “I”. Μια μεγάλη μπάντα σας περιμένει να τη γνωρίσετε, έστω και τώρα.

Νομίζω πως δεν μπορεί να υπάρξει άλλος επίλογος από αυτόν:

Ευλογία Κυρίου και καλή Ανάσταση σε όλους.

Αμήν.

Onstage & backstage shots at RODON Club 4/10/98 by Chris Kissadjekian

 

Read 360 times

Leave a comment