Monuments on Facebook

TELEVISION PERSONALITIES : The Reissues

Friday, 16 June 2017 07:19
Published in Αρθρογραφία

Μπορεί “Television” να μην είναι, αλλά πολύ ενδιαφέρουσες “Personalities” είναι σίγουρα.

Γράφει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Λοιπόν, ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε και πάλι με τον Dan Treacy. Αυτή τη φορά όχι με θεωρίες συνομωσίας περί του θανάτου του, αλλά με την ίδια τη μουσική της επιδραστικής μπάντας του, των Television Personalities. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά καιρούς οι αινιγματικές εξαφανίσεις του Treacy μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον των φίλων του συγκροτήματος, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα την ίδια τη μουσική του. Καλώς όμως εχόντων των πραγμάτων, μετά την όντως σοβαρή επέμβαση που υποβλήθηκε στον εγκέφαλο, δε θα περάσει ακόμα πολύς χρόνος μέχρι να ξανακούσουμε από αυτόν, αφού έχει εκφράσει την επιθυμία του να επανέλθει στο προσκήνιο.Μέχρι τότε όμως, με αφορμή την επανακυκλοφορία των τεσσάρων πρώτων άλμπουμ των Television Personalities, έχουμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε με τα υπέροχα post punk, new wave και ψυχεδελικά ηχοτοπία τους. Με άλλα λόγια, θα απολαύσουμε τη μουσική από τα “…And Don’t the Kids Just Love It” (1981), “Mummy Your Not Watching Me” (1982), “They Could Have Been Bigger Than The Beatles” (1982) και “The Painted Word “ (1984). Ουσιαστικά, θα ξαναθυμηθούμε το πιο σημαντικό τμήμα της μουσικής τους διαδρομής, αφού, κατά τη γνώμη μου, εξαιρουμένου του πολύ καλού “Privilege” (1990), οι λοιπές κυκλοφορίες τους, είναι σίγουρα καλές, αλλά δε φτάνουν το επίπεδο των αρχικών.

 

Μιλώντας για τους Television Personalities, ουσιαστικά κάνουμε λόγο για τον Dan Treacy. Η μπάντα σχηματίστηκε στο Λονδίνο το 1978, έχοντας εκτός του Treacy ως μέλη τους Mark Sheppard και Edward Ball. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε το Ε.Ρ. “Where’s Bill Grundy Now?” και συστήθηκε στο κοινό με το τραγούδι “Part Time Punks”, που έδωσε κυριολεκτικά το στίγμα του ήχου της. Τα όσα ακολούθησαν είναι μια ιστορία με χαρές και λύπες, την οποία εδώ θα ξαναζήσουμε σύντομα ως το 1984. Βλέποντας εκ των υστέρων τη διαδρομή τους, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι δε γνώρισαν τη δημοτικότητα, που πραγματικά άξιζαν. Στον αντίποδα όμως μπορούμε να βάλουμε το ότι θεωρούνται μια πολύ επιδραστική μπάντα, που εκτιμήθηκε πολύ από τους κριτικούς. Πριν ακούσετε και πάλι τη μουσική τους, όχι μόνο καλό αλλά και απαραίτητο θα ήταν να φέρετε στο νου σας τις συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή που αυτή δημιουργήθηκε. Δεν είναι καθόλου απλό να ανήκεις στο «σύστημα» και να προσπαθείς εκ των έσω να το βελτιώσεις. Θέλει κότσια. Κι αν μη τι άλλο, ο Dan Treacy και η παρέα του τα είχαν.

 

“…And Don’t the Kids Just Love It”

Το ντεμπούτο άλμπουμ τους θεωρείται από πολλούς ως το καλύτερό τους. Είχε ένα πιασάρικο τίτλο, τον οποίο στη συνέχεια θα ακολουθούσαν αρκετοί ακόμα ευφυείς. Για εξώφυλλο είχε μια φωτογραφία που παρέπεμπε ευθέως στην cult τηλεοπτική σειρά των 60’ς The Avengers, με τον πρωταγωνιστή της Patrick Macnee και την Twiggy σε απομίμηση του ρόλου της Emma Peel, την οποία στη σειρά υποδύθηκε η μοναδικά classy και υπεροπτικά όμορφη Diana Rigg. Ο δίσκος αυτός, μαζί με μερικούς άλλους, υπήρξε ιδιαίτερα καθοριστικός για τη διαμόρφωση της επερχόμενης Βρετανικής pop και rock, αλλά και επιδραστικός στη διαμόρφωση ειδικότερα του ήχου των συγκροτημάτων της κασέτας C86 και της θρυλικής Creation Records. Το post punk - ψυχεδελικό μείγμα του ήχου τους, καταμεσίς σε μια εποχή που η οργή και η απογοήτευση μονοπωλούσαν την έμπνευση, δημιούργησε αίσθηση. Οι συνθέσεις κράτησαν τη χρονική διάρκεια των ανάλογων punk, αλλά φάνηκαν ανυπότακτες στα κύρια χαρακτηριστικά του. Κάποιοι ονόμασαν τον ήχο τους ως νέο-ψυχεδέλεια, αλλά καλύτερα κρατήστε τις επιφυλάξεις σας, αφού, τουλάχιστον στο άλμπουμ αυτό, τα new wave και post punk στοιχεία είναι εξίσου καθοριστικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω είναι το “This Angry Silence”, με σαφή φόρο τιμής στους The Jam και το όλο mod κίνημα. Εξαιρετικό είναι το psych pop “Silly Girl” που θα μπορούσε κανείς να το περιγράψει ως The Beatles on acid, όπως και το ατμοσφαιρικό “Diary of a Young Man”, που εξακολουθεί να καθηλώνει και να με κάνει να πιστεύω πως δεν υπάρχει ούτε μια τόση δα περίπτωση να μην το είχαν ακούσει τα μέλη των Yo La Tengo, πριν αποφασίσουν να γίνουν συγκρότημα. Μέσα από έναν πολύ καλό δίσκο, ξεχωρίζουν ακόμα το “La Grande Illusion”, που αποδείκνυε πως η ένταση δεν ήταν προνόμιο του punk και το ορχηστρικό και πολύχρωμα μελαγχολικό “The Crying Room”.

 

“Mummy Your Not Watching Me”

Με το δίσκο αυτό, οι Television Personalities φλέρταραν ακόμα περισσότερο με τις ψυχεδελικές επιρροές τους, χωρίς να αφήσουν τελείως απέξω τη σκοτεινότερη και δυνατότερη πλευρά τους. Ο εντυπωσιακός του τίτλος, που μου θυμίζει καλοκαίρι στη θάλασσα με παιδάκια να στριγγλίζουν παίζοντας και γονείς με κουρασμένα πρόσωπα να προσπαθούν να πάρουν ανάσα, πιστεύω ότι ήταν απολύτως εκφραστικός των επιδιώξεών τους. Οι Television Personalities ήθελαν να κερδίσουν την προσοχή του κοινού, αποδεικνύοντας ότι όχι μόνο δεν ακολουθούσαν πιστά το ρεύμα της εποχής, αλλά συνέβαλαν στη διαμόρφωσή του. Τα τραγούδια είναι πιο «φευγάτα» από τα προηγούμενα και μεγαλύτερης διάρκειας, ενώ οι στίχοι πιο «σκοτεινοί». Ο δίσκος κυκλοφόρησε στη εταιρεία Whaam!, που ανήκε στον ίδιο τον Treacy. Η πιο ψυχεδελική στιγμή ανήκει στο αργόσυρτο “David Hockney's Diaries”, που θα αναγνωρίσετε στον ήχο πολλών συγκροτημάτων της δεκαετίας του ’80. Το “If I Could Write Poetry” μπορεί να κλείνει το δίσκο, αλλά σίγουρα άνοιξε το δρόμο στους The Jesus and Mary Chain. Το δε “Painting By Numbers” αγαπά τους «φυσιολογικούς» The Beatles και δε διστάζει στιγμή να το δείξει, ενώ το “Magnificent Dreams”, όσο Βρετανικό κι αν είναι, δε μπορεί παρά στα προσεκτικά αυτιά να θυμίσει τους Pavement.

 

“They Could Have Been Bigger Than The Beatles”

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν ο εμφανώς χιουμοριστικός τίτλος του τρίτου δίσκου τους, είναι ταυτόχρονα αυτοσαρκαστικός, επειδή οι Television Personalities ήταν ήδη σε θέση να συνειδητοποιήσουν ότι τελικά κατά πάσα πιθανότητα δε θα γνώριζαν τη μαζική επιτυχία που ονειρεύονταν. Δε χρειάζεται όμως να γνωρίζουμε κάτι τέτοιο για να το πούμε, αφού μάλλον είναι προφανές. Ίσως ένιωθαν ότι έπαιζαν το «τελευταίο» τους χαρτί για να αλλάξουν τα δεδομένα. Όμως με δύο προηγούμενους δίσκους αυτής της ποιότητας και την κατευναστική υστεροφημία τους ακόμα ανυπόστατη, δε θα μπορούσαν να νιώθουν και πολύ καλύτερα. Κι όμως, το “They Could Have Been Bigger Than The Beatles”, που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά με το προηγούμενο, αν και έμοιαζε με προάγγελο του τέλους της μπάντας λόγω του ότι περιλάμβανε singles, ακυκλοφόρητα τραγούδια και διασκευές, ήταν επίσης αξιόλογο. Είχε εκ των πραγμάτων συγκερασμένη την κληρονομιά των προηγούμενων, διατηρώντας τις ισορροπίες ανάμεσα στο post punk και την ψυχεδέλεια, εγκαταλείποντας όμως αρκετά τη διακριτική μελαγχολία προς όφελος πιο ευχάριστων στιγμών. Κύριο χαρακτηριστικό του ήταν η συμβολή του Ball, που μετά το άλμπουμ αυτό άφησε το γκρουπ για να σχηματίσει τους πολύ καλούς The Times. Κι όσοι γνωρίζουν τη μουσική τους θα μπορέσουν πανεύκολα να διακρίνουν τα προεόρτιά της, κυρίως μέσα από τις πιο καθαρές post punk συνθέσεις και το όλο Creation Records feeling. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού αποτελούν τα πολύ καλά “King and Country” και “The Boy in The Paisley Shirt”. Επίσης ξεχωρίζουν οι διασκευές των τραγουδιών “Painter Man” and “Making Time” της μπάντας των The Creation.

 

“The Painted Word“

Το τέταρτο άλμπουμ τους είναι σαφώς πιο εσωστρεφές από τα προηγούμενα. Η στιχουργική του, όπως είναι φυσικό και αναμενόμενο, έχει επηρεαστεί από κάποια έντονα προσωπικά προβλήματα του Treacy και τις όχι και τόσο ένδοξες μέρες της μπάντας, που για κάποιο χρονικό διάστημα ουσιαστικά έμοιαζε να έχει διαλυθεί. Ο δίσκος, που έχει για τίτλο εκείνον του φερώνυμου βιβλίου του Tom Wolfe, φανερώνει απροκάλυπτα την αγάπη τους για τους Velvet Underground. Οι ψυχεδελικές επιρροές αυτή τη φορά ξεχειλίζουν ευεργετικά, «διορθώνοντας» κάποιες περιστασιακές ατέλειες των φωνητικών του Treacy, που ακούγονται πολύ επηρεασμένα από το συναίσθημα και γι’ αυτό πιο ευάλωτα. Καλύτερα τραγούδια είναι τα “Stop and Smell the Roses” και “The Painted Word”, που μαζί με τα “Mentioned in Dispatches” και “A Sense of Belonging” προσδίδουν μεγάλο μέρος του ειδικού βάρους της κυκλοφορίας.

Τέλος, ακούγοντας το “The Girl Who Had Everything” μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς το πόσο επιδραστικός ήταν ο ήχος τους, όχι μόνο για την τρέχουσα δεκαετία, αλλά κυρίως για την επερχόμενη.

Read 103 times

Leave a comment