Monuments on Facebook

BEVIS FROND - The Re-Issues

Friday, 04 August 2017 06:00
Published in Where Blues meets Rock

Τρεις επανακυκλοφορίες από τις ένδοξες μέρες των 80’s, που ακόμα καλά κρατούν!

Ανασκόπηση του Τάκη Κρεμμυδιώτη

Οι φίλοι των synths έχουν κάθε λόγο να πετούν από τη χαρά τους. Επανακυκλοφορούν τρία ακόμα άλμπουμ των The Bevis Frond!

Όχι, δεν τρελάθηκα (ακόμα). Πλάκα κάνω. Ο πολύς κύριος Nick Saloman αγαπά μόνο τις κιθάρες, αλλά μερικές φορές προσπαθεί να το κρύψει. Η χαρά όμως δεν τον άφηνε στα 80’s να κρυφτεί. Μάλιστα, τις αγαπά «αρρωστημένα» και πολύ παθιασμένα. Γι’ αυτό και κάθε φίλος της καθαρόαιμης ροκάδικης κιθάρας, με τα κάθε άλλο παρά διακοσμητικά σόλο και τις καθόλου περιστασιακές εμμονές με την ψυχεδέλεια, δε συμπαθεί τους The Bevis Frond, Τους λατρεύει. Κι αν θέλετε να είμαι απολύτως ειλικρινής, μερικοί έχουν ακόμα έναν λόγο να τους έχουν στην καρδιά τους: την κοινή και εκφρασμένη δια στόματος Saloman αγάπη για τους παμμέγιστους Wipers. Πιο συγκεκριμένα, θυμηθείτε πως έχει αναφέρει ότι θα ήθελε να ηχογραφεί μουσική σαν αυτή που του αρέσει να ακούει, δηλαδή των Jimi Hendrix, Wipers και The Byrds, στην οποία θα έχει δώσει μια Βρετανική αισθητική. Να λοιπόν γιατί στις συναυλίες του βλέπετε διάφορους τύπους να φορούν μπλουζάκια των Wipers (ακολουθεί ενός αιώνα σιγή…), τους οποίους συχνά ο Nick συγχαίρει για την επιλογή τους, σφίγγοντας το χέρι τους.

Η αρχή των επανακυκλοφοριών μέρους της δισκογραφίας τους από τη Fire Records έγινε με τα «ακατέργαστα» έπη “Miasma” και “Inner Marshland”, ενώ στη συνέχεια βγήκαν και τα “Any Gas Faster”, “New River Head”, “London Stone”, “Sprawl”, “It Just Is” και “Superseeder”. Αφορμή για να ξεκινήσουν όλα αυτά ήταν η συμπλήρωση τριάντα χρόνων από τότε που ο Nick Saloman άφησε πίσω τα προηγούμενα γκρουπ του και έφτιαξε τους εξαιρετικούς The Bevis Frond.

Οι τρεις επανεκδόσεις που παρουσιάζονται εδώ και θα μπορέσετε να αποκτήσετε στις 25 Αυγούστου πρωτοκυκλοφόρησαν στη τριετία 1987-1989 και είναι τα άλμπουμ “Bevis Through the Looking Glass”, “Triptych” και “Auntie Winnie Album”. Σε αυτά έχουμε την ευκαιρία να ξανακούσουμε, με αρκετά επιπρόσθετα δέλεαρ, τραγούδια από την ακόμα πιο «ασυμβίβαστη» εποχή της δημιουργίας τους, τότε που η αγάπη του Saloman για τους Jimi Hendrix, Captain Beefheart, Neil Young, The Groundhogs, αλλά και την βαριά και ασήκωτη ροκάδικη '60s ψυχεδέλεια, το space-rock και την τραχιά folk έβγαινε χωρίς περιττούς ενδοιασμούς και έξυπνα περιτυλίγματα. Τα άλμπουμ είναι ηχογραφήσεις που έκανε στο σπίτι του και κυκλοφόρησαν μέσω της δικής του εταιρείας Woronzow και της Reckless Records.

 

“Bevis Through the Looking Glass”

Ο τρίτος δίσκος των The Bevis Frond αρχικά κυκλοφόρησε ως υπογεγραμμένη έκδοση πεντακοσίων αντιτύπων, ύστερα βγήκε ως διπλό βινύλιο και τώρα μας ξανασυστήνεται σε αναλογική και ψηφιακή μορφή, με ελαφρώς διαφορετικά τραγούδια. Η ηχογράφηση, που είναι απολύτως και ασυμβίβαστα ανεξάρτητη, περιλαμβάνει τραγούδια που δε «χώρεσαν» στα “Miasma” και “Inner Marshland”. Τα τραγούδια αυτά ηχογράφησε μέσα σε χρονικό διάστημα δύο ετών μόνος του ο Saloman στο σπίτι του στο Λονδίνο. Σε αυτά υπάρχει ανελέητο και ατελείωτο jamming, υπερδοσολογία από feedback, μαγική Farfisa και ψυχεδέλεια που αιωρείται σαν υγρασία που δε λέει να διαλυθεί. Ακούγοντας το σχεδόν δεκατετράλεπτο εισαγωγικό “1970 Home Improvement”, τα έχεις δει όλα. Είναι σα να ακούς τους Gong να προσπαθούν να πάρουν τη θέση των The Jimi Hendrix Experience, θέλοντας να φτιάξουν υλικό των πρωτόλειων Pink Floyd. Το “Now You Know” αναλαμβάνει να σε προσγειώσει (κυριολεκτικά), ενώ το “The Shrine” χάνεται σε ψυχεδελικά μονοπάτια, έχοντας το βλέμμα στραμμένο στους Velvet Underground, τη στιγμή που το “In Another Year” υποστηρίζει το αγαπημένο πείραμα της συνύπαρξης της ψυχεδέλειας με το post-punk. Ξεχωρίζουν ακόμα το “Rat in a Waistcoat”, το “I Can’t Get Into Your Scene” και το “Alastair Jones”, που ο Nick ηχογράφησε το 1967 σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών.

 

“Triptych”

Αν πω ότι ο δίσκος αυτός θεωρείται cult, μάλλον έχω ήδη πει πολλά. To “Triptych” είχε κυκλοφορήσει ανήμερα της Record Store Day 2017 σε 12” λευκό βινύλιο. Ο δίσκος αυτός, που αποτελεί έναν ύμνο στην ψυχεδέλεια των 60s, διακρίνεται για τα αναγνωρίσιμα riffs και τα μακροσκελή σόλο της κιθάρας. Είναι όμως μυθικός και για μερικούς ακόμα λόγους, που φανερώνουν την ακραιφνή ανεξάρτητη οπτική του δημιουργού του. Πιο συγκεκριμένα, για τη συμμετοχή της τετράχρονης κόρης του στα κρουστά, αλλά και της μητέρας του στα φωνητικά της διασκευής στο "Hey Joe", που τελικά ακούγονται μια χαρά. Άλλωστε, το ξέραμε πως το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα έπεφτε. Το εισαγωγικό ορχηστρικό "Into the Cryptic Myst" μας βάζει άμεσα στο κλίμα, ενώ στο "Phil Exorcises the Daemons" μετέχει στα ντραμς ο «εξορκιστής» Phil Collyer. Το "Lights are Changing", που διασκεύασε η δηλωμένη οπαδός του Mary Lou Lord, είναι η πιο γλυκιά στιγμή του άλμπουμ, ενώ τα βαριά κιθαριστικά "Gemini Machine" και "Nowhere Fast" αποκαθιστούν την τάξη. Εδώ όμως εκπροσωπείται και η πιο ευαίσθητη πλευρά του, μέσω των "Old Man Blank" και "Corinthian", που αναβιώνουν τη δεκαετία του ’60.

 

“Auntie Winnie Album”

Το “Auntie Winnie Album” κυκλοφόρησε τη φετινή Record Store Day σε 12” ροζ βινύλιο, μάλλον λόγω της θείας, παρά για να δηλώσει με ποιο χρώμα μπορεί κανείς να παρομοιάσει τη μουσική του. Ουσιαστικά, θεωρείται ως το δίδυμο αδελφάκι του “Bevis Through the Looking Glass”, επειδή είναι ηχογραφημένο σε τετρακάναλο κατά τα ίδια πρότυπα και με τον Saloman να κάνει τα πάντα. Ο δίσκος αυτός τυπικά είναι ο τελευταίος ο οποίος μπορεί να χαρακτηριστεί ως προσωπικός, αφού, αρχής γενομένης από το “Any Gas Faster”, οι επόμενοι δίσκοι ήταν ηχογραφημένοι σε στούντιο με τη συμμετοχή και άλλων μουσικών. Εδώ και πάλι ξεκινάμε με το βαρύ ορχηστρικό "Malvolio's Dream Journey to Pikes", φτάνουμε στο όμορφο και πολύ χαρακτηριστικό “Will to Lose” και σύντομα παρασυρόμαστε στα ψυχεδελικά garage τοπία του “Repressor”. Το “City of the Sun” διατηρεί με κορυφαίο τρόπο το ίδιο κλίμα, δείχνοντας τη συγγένειά του με τους πρώιμους Pink Floyd. Υπάρχουν όμως και πολύ καλές στιγμές, με εξέχουσα αυτήν του “Close”, που μπορούν να ενταχθούν στις πιο παραδοσιακές pop φόρμες και κρατούν με άνεση ψηλά τη σημαία της ποιότητας κυρίως μέσα από κιθαριστικά σόλο, που ξέρουν να γλυκαίνουν τα αυτιά.

 

Read 128 times