Monuments on Facebook

V/A – "Let the Electric Children Play: The Underground Story of Transatlantic Records" (Esoteric Recordings)

Monday, 02 October 2017 10:53
Published in Where Blues meets Rock

Transatlantic Records: ανεξάρτητη, ποιοτική και επιλεκτική.

Από τις 19 Αυγούστου έχουμε την ευκαιρία να ακούμε άλλη μια ολόφρεσκη κυκλοφορία από την Esoteric Recordings, που θα ανακουφίσει πολλούς φανατικούς κυνηγούς βινυλίων της χρυσής περιόδου της ηλεκτρικής μουσικής. Το “Let the Electric Children Play: The Underground Story of Transatlantic Records” είναι ένα τριπλό box set που παρουσιάζει remastered μέσα σε τέσσερις ώρες την ιστορία της εταιρείας Transatlantic Records από το 1968 μέχρι το 1976. Κι επειδή ο ήχος είναι καλό να συνοδεύεται με χρήσιμες πληροφορίες, υπάρχει ένα ογκώδες βιβλιαράκι, στο οποίο εκτίθεται λεπτομερώς η ιστορία της δισκογραφικής αυτής εταιρείας και παρουσιάζονται αναλυτικά με φωτογραφικό υλικό όλοι οι συμμετέχοντες. Με άλλα λόγια, φτιάχνεις καφέ, κάθεσαι αναπαυτικά και γυρίζεις πίσω στο χρόνο για να νοσταλγήσεις και να μάθεις πόσο καλά ήταν να ζεις σε εκείνη τη μουσική εποχή.
Πιείτε, λοιπόν, την πρώτη γουλιά, πατήστε το play και αφήστε τις συστάσεις στο πρώτο cd. Απλά προλάβετε να φέρετε στο νου σας πως το στάδιο που καλύπτεται μουσικά αποτυπώνει μια «μεταβατική» περίοδο. Ειδικότερα, περιλαμβάνει τους καρπούς μουσικών που ήξεραν να παίζουν τα όργανά τους (ναι, τότε έτσι είχαν τα πράγματα) και ήθελαν να λοξοδρομήσουν από τον πολύ όμορφο δρόμο των Pink Floyd, the Beatles, Traffic, Cream και τόσων άλλων κολοσσών. Σταδιακά άρχισε να διαμορφώνεται μια αρχικά δειλή τάση να προσμειχθούν διαφορετικά και φαινομενικά ετερόκλητα είδη στον «παραδοσιακό» rock ήχο, όπως jazz, folk και (περισσότερο) blues. Το κοινό της νέας αυτής τάσης, που αυξανόταν συνεχώς, και σύντομα αποκαλέστηκε «ανεξάρτητο».

Ειδικότερα στη Μεγάλη Βρετανία πρωτοπόρα στις αλλαγές αυτές αποδείχτηκε η Island Records του Chris Blackwell. Αυτός κατάλαβε σύντομα ότι υπήρχε ήδη ένα πολύ θετικά διακείμενο στους νέους ήχους κοινό, αποτελούμενο κυρίως από φοιτητές, hippies και πάσης φύσεως διανοούμενους, το οποίο ανακάλυπτε τη μουσική με εναλλακτικούς τρόπους, όπως την ανάγνωση του Oz και των International Times. Το παράδειγμα της Island Records και η επιτυχία που αυτή σημείωνε σε πωλήσεις δημιουργώντας με γοργά βήματα ένα διαρκώς διευρυνόμενο αγοραστικό κοινό, οδήγησε πολυεθνικές εταιρείες όπως η ΕΜΙ, η Philips και η Decca να μπουν κι αυτές στο παιχνίδι με έμμεσο τρόπο και ειδικότερα μέσω θυγατρικών εταιρειών. Η αρχή έγινε με τη Decca, που, φτιάχνοντας τη θρυλική Deram, πήρε στις τάξεις της συγκροτήματα όπως οι Caravan (σταματώ προς στιγμή να γράφω για να κάνω το γύρω του οικοδομικού τετραγώνου ουρλιάζοντας από ευγνωμοσύνη), οι Egg (δεν έχω λόγια, μυλαίδη) οι Moody Blues (δηλαδή, κι εδώ τι θα μπορούσα να πω;) και πολλοί άλλοι. Η συνέχεια ήρθε αρχικά από την EMI, που έφτιαξε τον Ιούνιο του 1969 τη μνημειώδη Harvest και ακολούθως από τη Philips, που λίγους μήνες αργότερα έριξε τη «ιλιγγιώδη» Vertigo στην αγορά.

Ταυτόχρονα ξεπρόβαλλε και η μικρότερη Transatlantic Records, με την οποία ασχολούμαστε εδώ. Ιδρύθηκε το 1961 από τον εικοσιενάχρονο Nat Joseph. Η ιδέα της ιδρύσεώς της γεννήθηκε ύστερα από ένα ταξίδι στις Η.Π.Α., όπου ο Joseph γνώρισε τη jazz των κυκλοφοριών της Prestige Records, καθώς και τη jazz, blues και folk των δίσκων της Riverside Records. Μετά την επιστροφή του στην πατρίδα ο Joseph έφτιαξε την Transatlantic Records, μέσω της οποίας κυκλοφορούσε δίσκους των δύο παραπάνω αμερικανικών εταιρειών. Από την αρχή ο Joseph ήταν εκλεκτικός. Ξεκίνησε να βγάζει «δικούς του» δίσκους με διανοοουμενίστικη folk και jazz, με ονόματα όπως των Dubliners, Annie Ross και Tony Britton. Η όλη του φιλοσοφία φαινόταν και από το ότι έβγαζε τους δίσκους κλασικής μουσικής της ρωσικής MK Records, παρά τις δυσκολίες που ήταν απότοκες του Σιδηρού Παραπετάσματος.
Δε νομίζω να διαφωνεί κανείς πως πάνω απ’ όλα είναι η πρόθεση και η καλλιτεχνική ευαισθησία, αλλά, ως γνωστόν, χωρίς λεφτά καμία εμπορική δραστηριότητα δεν είναι βιώσιμη. Κι εδώ τα λεφτά ήρθαν αναπάντεχα μέσα από τρία άλμπουμ σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, που πούλησαν εκατό χιλιάδες αντίτυπα! Κι ύστερα σου λέει flower power εποχή… Με τις τσέπες «γεμάτες» ο Joseph έγινε μπροστάρης της διανοουμενίστικης folk, υπογράφοντας τους Bert Jansch και John Renbourne. Από δε το 1967 η Transatlantic Records βρισκόταν στο επίκεντρο της μουσικής αλλαγής, αρχής γενομένης με το δίσκο “A Raise of Eyebrows” του Ron Geesin, τον οποίο λάτρεψαν οι John Peel, Purple Gang και Pink Floyd, συνεργαζόμενοι μαζί του στο “Atom Heart Mother”. Παράλληλα, μέσω της εταιρείας έφταναν στην αγορά αμερικανικά άλμπουμ ανάλογου ύφους, όπως το “Unkle Meat” του Frank Zappa και διάφορα των The Fugs. Οι Pentangle, που υπέγραψαν στη συνέχεια, έτυχαν εξαιρετικής υποδοχής από το underground κοινό, όπως οι Alan Hull και Mike Oldfield, ο οποίος έβγαλε εκεί το μοναδικό δίσκο μαζί με την αδελφή του Sally, με το όνομα Sallyangie.

Η συνέχεια ήταν εξίσου συναρπαστική. Σειρά είχαν οι Circus με το μέγιστο σαξοφωνίστα των Camel και King Crimson Mel Collins (πέφτω στο πάτωμα από σεβασμό για τις ανεκτίμητες στιγμές που μου έχει προσφέρει), καθώς και οι Jody Grind, Little Free Rock, Mick Farren και The Deviants. Οι απόλυτα εκφραστικοί του είδους Stray έμειναν για έξι χρόνια στην εταιρεία, ενώ πήραν σειρά γκρουπ όπως οι Skin Alley, CMU και Marsupilami, τα οποία τίμησαν το progressive rock. Παράλληλα, οι Carolanne Pegg, Mr Fox και Unicorn εδραίωσαν την progressive folk με τη West Coast αύρα του ήχου τους. Ανακάλυψη του Joseph υπήρξε και ο κύριος “Baker Street” Jerry Rafferty, αλλά και τα πομπώδη σχήματα των Gryphon και Decameron.
Σε μία αφίσα για την προώθηση των κυκλοφοριών της εταιρείας ήταν γραμμένο ότι η Transatlantic Records είναι το μέρος όπου “the electric children play”, που ενέπνευσε τον τίτλο της συλλογής αυτής. Το 1975 ο Joseph πούλησε το 75% των μετοχών του στο Granada Group, το οποίο ακολούθως τις μεταβίβασε στο Marshall Cavendish Group. Φυσικό αποτέλεσμα ήταν να χαθεί το ύφος της εταιρείας, γεγονός που οδήγησε τον Joseph να πουλήσει τις εναπομείνασες μετοχές της εταιρείας του, που στο μεταξύ είχε μετονομαστεί σε Logo Records. Για την ιστορία, η Logo Records συνέχισε μέχρι τα 80’s, γνωρίζοντας εμπορική επιτυχία με κουλτουριάρικα σχήματα όπως οι The Tourists, που είχαν ως μέλη τους Annie Lennox και Dave Stewart, αλλά και τη Streetband, όπου έπαιζε ο Paul Young. Αρκεί, όμως, γιατί αρχίζω να νιώθω ναυτία. Ο Joseph παράτησε τα μουσικά και έγινε θεατρικός παραγωγός στο West End και, τελικά, απεβίωσε το 2005.

Αναφέροντας εν συντομία την ιστορία της Transatlantic Records μνημόνευσα μερικά από τα ονόματα των συμμετεχόντων σε αυτό το box set. Μαζί τους θα συναντήσετε τους Gordon Giltran, The Humblebums, Jon Dukes de Grey, Metro και Renia. Για το τέλος άφησα τον καλύτερο, έτσι για να τιμήσω τη σημαντικότητά του. Κι αν πριν έπεσα στο πάτωμα για τον Mel Collins, τι να πω τώρα για τον Peter Bardens; Επιέγω να κάνω αυτό που νομίζω πως θα έκανε κι εκείνος σε ανάλογη περίπτωση: να σιωπήσω. Βλέπετε, έχω την πεποίθηση ότι τον γνωρίζω πολύ καλά, κι ας μην του έχω μιλήσει ποτέ. Κι αν σιωπώ, είναι για να πω καλύτερα εκείνα που οι λέξεις μπορούν πολύ δύσκολα να περιγράψουν.

Η Transatlantic Records δεν ήταν εταιρεία ανάλογης εμβέλειας με την Island, την Chrysalis ή τη Charisma. Μόνο τα ονόματά τους αρκούν για να σταματήσει ο χρόνος να κυλά. Ήταν όμως υπεύθυνη για μερικές πρωτοπόρες underground κυκλοφορίες, για ατόφια underground νοοτροπία και δράση και, τελικά, για πολλή καλή μουσική.

Δίσκοι όπως ο “Let the Electric Children Play: The Underground Story of Transatlantic Records” μας δίνουν τη δυνατότητα να αποκτήσουμε σημαντικό υλικό, το οποίο όχι μόνο απαιτεί σεβαστά χρηματικά ποσά, αλλά και είναι εν μέρει δυσεύρετο.

 

Read 299 times