ERIC BURDON & THE ANIMALS “When I Was Young, The MGM Recordings 1967-1968” (Esoteric Recordings)

Saturday, 28 December 2019 12:36
Published in Where Blues meets Rock

Please, Don’t Let Them Be Misunderstood

Από τον Τάκη Κρεμμυδιώτη

Οι περισσότεροι γνωρίζουν τους The Animals ως μια σημαντική μπάντα της έκρηξης του British beat στα μέσα των 60s, που τραγούδησε το “The House of the Rising Sun”, το “We Gotta Get Out of This Place” και το “Don’t Let Me Be Misunderstood”. Δηλαδή, μέσα από τρία εξαιρετικά διασκευασμένα τραγούδια της, που όντως ξεχωρίζουν από την πάρα πολύ ενδιαφέρουσα πορεία της. Τέσσερα χρόνια όμως μετά το 1963 που δημιουργήθηκαν, βρέθηκαν στα πρόθυρα της διάλυσης, οπότε με πρωτοβουλία του Eric Burdon μετονομάστηκαν για κάποια χρόνια σε Eric Burdon & The Animals, κάνοντας ένα νέο ξεκίνημα. Για τα χρόνια της νέας αυτής σελίδας στην ιστορία τους αναλαμβάνει να μιλήσει το “When I Was Young, The MGM Recordings 1967-1968”, που θα κυκλοφορήσει από την Esoteric Recordings remastered από τα πρωτότυπα master tapes.

 

 

Το νέο αυτό boxed set περιλαμβάνει τα πέντε άλμπουμ που ηχογράφησαν με τη συγκεκριμένη επωνυμία οι Eric Burdon & The Animals στη δισκογραφική εταιρεία MGM Records από τον Οκτώβριο του 1967 μέχρι το Δεκέμβριο του επόμενου έτους. Πιο συγκεκριμένα, το “Winds of Change” τόσο σε Stereo Mix, όσο και σε Mono Mix, (Οκτώβριος 1967), το “The Twain Shall Meet” (Μάϊος 1968), το “Everyone of Us” (Αύγουστος 1968) και το “Love Is” (Δεκέμβριος 1968). Επιπλέον, υπάρχουν δέκα bonus tracks από τα singles που είχαν κυκλοφορήσει, όπως τα B-sides “A Girl Named Sandoz”, “Ain't That So” και “Gratefully Dead”, ένα ένθετο βιβλιαράκι με όλη την ιστορία και φωτογραφίες, καθώς και ένα πόστερ.

 

 

Βρισκόμαστε πίσω στο Δεκέμβριο του 1966, όταν οι The Animals με την πρωτότυπη σύνθεσή τους είχαν φτάσει σε αδιέξοδο. Τότε ο τραγουδιστής τους, ο Eric Burdon, κάλεσε τους Vic Briggs (κιθάρα, πιάνο) John Weider (κιθάρα, βιολί, μπάσο), Danny McCulloch (μπάσο) και κράτησε τον Barry Jenkins (ντραμς) από την προηγούμενη σύνθεση, σχηματίζοντας ένα νέο γκρουπ, που δε θα έπαιζε πια rhythm and blues, αλλά θα άλλαζε κατεύθυνση στρεφόμενο κατά βάση προς το psychedelic rock. Ο Vic Briggs έχει δηλώσει σε συνέντευξή του ότι οι μουσικοί τότε στο Λονδίνο σύχναζαν στα ίδια club και είχαν στενές σχέσεις. Όπως έγινε και στην περίπτωσή τους όταν τζάμαραν με τους The Beatles και τους The Rolling Stones, αλλά και στις 28 Σεπτεμβρίου του 1966 που έπαιξαν μαζί με τους Brian Auger and the Trinity, Jimi Hendrix και Johnny Hallyday (ναι, όντως του τελευταίου του έκαναν ανείπωτα μεγάλη τιμή…).

 

 

Το νέο αυτό συγκρότημα μετοίκησε στην California των Η.Π.Α., υπέγραψε στην MGM Records και συνεργάστηκε για την ηχογράφηση του αυτοβιογραφικού ντεμπούτου single “When I Was Young” με τον παραγωγό Tom Wilson, που είχε στο ενεργητικό του δουλειές με τους Bob Dylan, The Mothers of Invention, Simon & Garfunkel και The Velvet Underground. Το single αυτό κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1967, έχοντας επιβλητικό το βιολί του Weider, δυναμική τη φαζαρισμένη κιθάρα του Briggs και τα χαρακτηριστικά φωνητικά του Burdon, οπότε δεν ήταν έκπληξη το ότι έγινε άμεσα επιτυχία σε Η.Π.Α., Ευρώπη και Αυστραλία. Ως B-side είχε το A Girl Named Sandoz, μια αμφιλεγόμενη ψυχεδελική ωδή στην Ελβετική φαρμακευτική εταιρεία που εφηύρε το πολύ επικίνδυνο ναρκωτικό LSD. Στα χρόνια που ακολούθησαν το “When I Was Young” διασκευάστηκε κάμποσες φορές, μεταξύ των οποίων από τους The Ramones και τους The Smashing Pumpkins. Ύστερα ήλθε το επόμενο single “San Franciscan Nights” τον Αύγουστο του 1967, λίγο μετά την εμφάνιση της μπάντας στο φεστιβάλ του Monterey, που μπήκε στα top 20 της Βρετανίας, της Ευρώπης και των Η.Π.Α.

 

 

Το “Winds of Change” ήταν το ντεμπούτο της μπάντας και περιλάμβανε τα singles “San Franciscan Nights” και “Good Times”. Ξεχώριζαν τα ψυχεδελικά “Yes, I am Experienced”, που ήταν μια «απάντηση - αφιέρωμα» στον μέγιστο φίλο Jimi Hendrix, και “It’s All Meat”. Επίσης, μια «πολυτάραχη» και αληθινά εκπληκτική διασκευή του “Paint It Black” των Mick Jagger - Keith Richards, την οποία η μπάντα… δεν ήθελε να βάλει στο άλμπουμ! Βλέπετε, ο Eric, έχοντας το «βάρος» των πολλών διασκευών του παρελθόντος, ήταν απόλυτος σχετικά με το ότι πλέον έπρεπε να ηχογραφούν αποκλειστικά δικό τους υλικό, ιδίως από τη στιγμή που είχαν αρκετό. Τότε όμως -ευτυχώς- ο παραγωγός τους Tom Wilson κατά κάποιον τρόπο τους ξεγέλασε, λέγοντάς τους να το ηχογραφήσουν πολύ πρόχειρα με μια προσπάθεια, όχι για να το βάλουν στο δίσκο, αλλά απλά για να το έχουν. Φαντάζεστε την έκπληξή τους, όταν είδαν πως είχε συμπεριληφθεί.

 

 

Λίγο «βρόμικη» μεν, αλλά, τελικά πολύ καλή κίνηση. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι στις ηχογραφήσεις του δίσκου χρειάστηκε να πάρει μέρος ένας προσωρινός μπασίστας, ενόψει του ότι ο Danny McCulloch είχε σπάσει τον καρπό του, ύστερα από μια συναυλία στο San Diego, επειδή έπεσε στη σκάλα που ένωνε τη σκηνή με το καμαρίνι, προσπαθώντας πανικόβλητος να αποφύγει κάποιες κοπέλες που τον κυνηγούσαν. Αναμφισβήτητα, τραγική, αλλά και κορυφαία στιγμή. Πού να τον είχε πάρει στο κυνήγι ο Jason Voorhees…

 

 

Επόμενο άλμπουμ ήταν το “The Twain Shall Meet”, στο οποίο ο Eric έπαψε να συμπεριφέρεται ως αρχηγός της μπάντας, έχοντας ενταχθεί ισότιμα στο σύνολο των μελών της. Παρά κάποιες διακριτικές έως ανύπαρκτες αντιρρήσεις, λόγω της περασμένης παρεξήγησης, ο Tom Wilson ορίστηκε από τη MGM Records και πάλι ως παραγωγός του δίσκου. Μη ξεχνάτε ότι, ιδίως τότε, δεν ήταν και η πιο κατάλληλη εποχή να τα βάλεις με τις πολυεθνικές. Η ηχογράφηση του δίσκου έγινε το Δεκέμβριο του 1967, αλλά η κυκλοφορία του τον επόμενο Μάϊο. Τα δύο του singles ήταν τα “Monterey” και “Sky Pilot (Parts One & Two)”. Το δεύτερο αποτελεί ένα πολύ χαρακτηριστικό δείγμα όχι μόνο του ύφους της μπάντας, αλλά και αντιπολεμικού τραγουδιού. Μάλιστα, δημιουργήθηκε σχετικά και θέμα που αφορούσε τον ήχο των bagpipes, που ακουγόταν στην ηχητική προσομοίωση του πεδίου της μάχης, αφού σύμφωνα με μια φήμη αυτές ήταν ηχογραφημένες από μέλη της Royal Scots Guards εν αγνοία τους. Επίσης, ξεχωρίζει το “We Love You, Lil”, που είναι εμπνευσμένο από το “Lily Marlene”, που ήταν δημοφιλές τόσο στις δυνάμεις του Άξονα, όσο και στους Συμμάχους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το psychedelic blues “Everyone of Us” κυκλοφόρησε ενώ οι Danny McCulloch και Vic Briggs δεν ανήκαν πλέον στη μπάντα. Στη θέση τους είχαν έλθει ο κιμπορντίστας Zoot Money (που εμφανίζεται στο δίσκο ως George Bruno) και ο κορυφαίος κιθαρίστας Andy Summers (ναι, αυτός των Police), που ήρθε ύστερα από πρόταση του Zoot, λόγω προγενέστερης συμμετοχής τους στους Dantalian’s Chariot. Το πολύ καλό τραγούδι “Serenade to a Sweet Lady”, γράφτηκε από τον John Weider για τη φιλενάδα, που αργότερα έγινε σύζυγός του. Αυτό που ξεχώρισε άμεσα όμως ήταν το “White Houses”, που διασκευάστηκε αργότερα από τον πολύ Ed Kuepper.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο τελευταίος δίσκος των Eric Burdon & The Animals είχε τίτλο “Love Is”. Ενώ αυτός κυκλοφόρησε ως διπλό άλμπουμ στις Η.Π.Α., την Ευρώπη και την Ιαπωνία, ειδικότερα στη Βρετανία βγήκε ως μονό, μη έχοντας μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του. Ανάμεσά τους ήταν το “As the Years Go Passing By”, αλλά και τα “Gemini” και “The Madman (Running Through The Fields)”, που ανήκουν στους Dantalian’s Chariot και παρουσιάζονταν σε εναλλακτικές εκτελέσεις. Εξαιρετικές είναι οι διασκευές του “Coloured Rain” των Traffic, στην οποία ο Summers παραδίδει μαθήματα, αυτή του “River Deep - Mountain High”, αλλά και του “Ring of Fire”, που είχε γίνει γνωστό από τον Johnny Cash.

 

 

Μετά από όλα αυτά, η μπάντα είχε φτάσει στο τέλος του σύντομου βίου της. Ο ιθύνων νους της, ο Eric Burdon, παρέμεινε στις Η.Π.Α. και, όντας έτοιμος να τραγουδήσει σε μια funk μπάντα αποτελούμενη αποκλειστικά από μαύρους μουσικούς, ένωσε τις δυνάμεις του με αυτούς σχηματίζοντας τους War ή, όπως αρχικά αποκαλούνταν, Eric Burdon and War, βάζοντας πρόσκαιρο -ευτυχώς- τέλος στις μουσικές των The Animals.

Eric Burdon's photo session @ the Archeological Museum - Athens, Greece, by Chris Kissadjekian

Read 238 times