PETER GREEN “The End of the Game” (Esoteric Recordings - 2020)

Thursday, 09 January 2020 15:07
Published in Where Blues meets Rock

Blues-rock legend!

Από τον Τάκη Κρεμμυδιώτη

Όταν μιλάμε για τον Peter Allen Greenbaum, δηλαδή για τον Peter Green, αυτόματα κάνουμε λόγο για την καρδιά του blues-rock.

Ο μεγάλος αυτός κιθαρίστας, παρά το ότι έχει κατά καιρούς επαινεθεί από τους B.B. King και Eric Clapton, αποτελεί μέλος του Rock and Roll Hall of Fame από το 1998, αλλά και έχει δει από νωρίς κάμποσα τραγούδια του στα singles charts, όπως τα "Albatross", "Black Magic Woman" (ναι, αυτό που οι περισσότεροι έμαθαν από τους Santana), "Oh Well" και "Man of the World", δε γνώρισε ποτέ φήμη ανάλογη των Fleetwood Mac, τους οποίους σχημάτισε το 1967, αμέσως μετά την αποχώρησή του από τους κορυφαίους John Mayall’s Bluesbreakers.

 

 

Στο επίσης πολύ αγαπημένο συγκρότημα των Fleetwood Mac έμεινε για τρία χρόνια μόνο, ακολουθώντας στη συνέχεια διαφορετική πορεία, θέλοντας να μείνει πιστός στη blues φωτιά που έκαιγε ακόμα μέσα του. Η τελευταία φορά που έπαιξε με αυτούς ήταν στις 23 Μαϊου του 1970 στο Spring Music Festival, που έγινε στο Twerton Park του Bath, αφού η κατά πέντε ημέρες μεταγενέστερη προγραμματισμένη εμφάνισή τους στο The Roundhouse του Λονδίνου δεν έγινε ποτέ.

 

 

Δυστυχώς, ο Green δε μπόρεσε ποτέ να αποδώσει σύμφωνα με τις πραγματικές του δυνατότητες και, δεδομένης της πορείας του σκεφτείτε το τι θα μπορούσε να κάνει, κυρίως λόγω σοβαρών ψυχολογικών προβλημάτων που προκλήθηκαν από χρήση ουσιών. Η πρώτη προσωπική του δουλειά μετά την αποχώρησή του από τους Fleetwoods ήταν το άλμπουμ που θα μας απασχολήσει στην προκειμένη περίπτωση, το οποίο έχει τίτλο “The End of the Game”, που επανακυκλοφορεί σε ειδική re-mastered και expanded μορφή μισό αιώνα αργότερα. Το εξώφυλλο του δίσκου σχεδίασε ο Afracadabra, ενώ την παραγωγή έκανε ο ίδιος ο Green. Μαζί του παίζουν πολύ καλοί μουσικοί: ο εξαιρετικός Zoot Money (πιάνο), ο Nick Buck (ηλεκτρικό πιάνο και όργανο), ο Alex Dmochowski (μπάσο) και ο Godfrey McLean (ντραμς).

 

 

Κατά έναν «περίεργο» τρόπο, το “The End of the Game” ήταν ένας jam session δίσκος. Η αλήθεια είναι πως ο Peter τηλεφώνησε στον Zoot, ζητώντας του να συναντηθούν το ίδιο κιόλας βράδυ προκειμένου να τον βοηθήσει για να δουλέψουν πάνω σε κάποιες ιδέες του για να φτιάξει ένα σόλο άλμπουμ για λογαριασμό της μεγάλης Reprise Records, στην οποία ηχογραφούσαν και οι Fleetwood Mac. Οι δύο μουσικοί γνωρίζονταν ήδη από το 1963, όταν ο Zoot είχε πάει από το Bournemouth στο Λονδίνο, για να εμφανίζεται ανάμεσα στα live σετ του John Mayall στα διάφορα κλαμπ.

Ο Peter είχε απευθύνει την ίδια πρόσκληση στους Godfrey, Nick, Alex και, έτσι απλά και απρογραμμάτιστα, ξεκίνησε το session του δίσκου στο κεντρικό Λονδίνο, που κράτησε πέντε ώρες, με μόνη μία δεκάλεπτη διακοπή για αναψυκτικά και ναρκωτικά, όπως θυμάται σε συνέντευξή του ο Zoot. Επίσης, ο ίδιος λέει πως ο Green ήταν αρκετά εκνευρισμένος με την υποχρέωσή του να φτιάξει ένα σόλο άλμπουμ για την εταιρεία, καθώς και ότι τα περισσότερα τραγούδια ξεκίνησαν με σταδιακό «χτίσιμο» πάνω σε δικά του κιθαριστικά riffs.

 

 

Μόλις τελείωσε η ηχογράφηση, ο Peter δούλεψε μόνος του το υλικό στο στούντιο, χωρίς να αναμειχθεί κανείς άλλος, με αποτέλεσμα οι άλλοι τέσσερις μουσικοί να ακούσουν την τελική μορφή των τραγουδιών μετά την κυκλοφορία του δίσκου. Ουσιαστικά το άλμπουμ ήταν μια σόλο δουλειά του Peter, ο οποίος έκανε τη δουλειά στο στούντιο, αλλά και έθεσε τις βάσεις των τραγουδιών. Οι άλλοι μουσικοί, όχι μόνο δεν πήραν κάποιο credit, αλλά ούτε και πληρώθηκαν, με εξαίρεση τον Zoot, που έλαβε ένα τσεκ των 68 λιρών για την πεντάωρη απασχόλησή του.

Το “The End of the Game” κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1970 και φάνηκε να σηματοδοτεί μια διαφορετική προσέγγιση από εκείνη που ο Green ακολουθούσε με τους Fleetwoods. Είναι, φυσικά, πλημμυρισμένο από τα blues, μόνο που «παρεκκλίνει» πανέμορφα και δημιουργικά λόγω των σοβαρών και εμφανέστατων ψυχεδελικών και jazz επιρροών του. Αυτό το χαρακτηριστικό, σε συνδυασμό με την εκτελεστική δεινότητα των δημιουργών του, κάνει το άλμπουμ να ακούγεται μεστό και σημαντικό σε βαθμό που, πιθανότατα, δε μπορούσαν αρχικά να φανταστούν ούτε οι ίδιοι. Σε κάτι ανάλογο είχε συμμετάσχει ο Zoot στο Los Angeles με τους Jimi Hendrix (κιθάρα), Andy Summers (μπάσο) και Robert Wyatt (ντραμς) , αλλά το υλικό της dream team αυτής δυστυχώς δε διασώθηκε.

 

 

Το “The End of the Game” δεν αποτέλεσε μια καινούργια αρχή για τον Peter, ο οποίος συνεργάστηκε για λίγο με τους Gass στο “Juju” (1970), πριν ηχογραφήσει το solo single “Heavy Heart”. Το 1972 ακολούθησε ένα ακόμη single με τον Nigel Watson, το “Beasts of Burden”, την επόμενη χρονιά ηχογράφησε ένα session με τον B.B.King και συμμετείχε χωρίς να αναφερθεί το όνομά του στο τραγούδι “Night Watch” στο άλμπουμ “ Penguin” των Fleetwood Mac. Ύστερα, τα προβλήματα υγείας του επιδεινώθηκαν και έτσι ο επόμενος προσωπικός του δίσκος “In the Skies” βγήκε το 1979. Όλα όσα επακολούθησαν από την κυκλοφορία του “The End of the Game” το καθιστούν ακόμα πιο σημαντικό, έστω κι αν αυτό ξεκίνησε ως μια αντίδραση στη επιτακτική βούληση της δισκογραφικής εταιρείας!

Τα πεντηκοστά του γενέθλια γιορτάζονται από τις 21 Φεβρουαρίου με τα τραγούδια του δίσκου να είναι remastered από τα original master tapes της Reprise, με τα τέσσερα bonus tracks από τα non-album singles “Heavy Heart”, “No Way Out”, “Beasts of Burden” και “Uganda Woman”, που αποτυπώνονται ψηφιακά για πρώτη φορά, αλλά και με ένθετο βιβλιαράκι που περιλαμβάνει πληροφορίες και συνέντευξη του Zoot Money.

Peter Green's shots from Rodon Club 2003 by Chris Kissadjekian

Read 323 times