SNOWY WHITE - Lucky Star - An Anthology 1983 – 1994 (Esoteric Recordings/2020)

Sunday, 29 March 2020 12:24
Published in Where Blues meets Rock

Sweet Bird of Paradise

Τον Ιανουάριο του 1984 ο κόσμος ήταν πιο αισιόδοξος και η ζωή πιο απλή. Στους μουσικούς καταλόγους επιτυχιών, ακόμα και στους mainstream, μπορούσε κάποιος να βρει τραγούδια ιδιαίτερων αξιώσεων, μια και τα όρια των διάφορων «μουσικών ειδών» ήταν περισσότερο παρά ποτέ μπλεγμένα. Έτσι λοιπόν, στο UK Singles Chart πλάι στο “Where is My Man” της Eartha Kitt και το “Girls Just Want to Have Fun” της Cyndi Lauper, δε συναντούσες μόνο το “Holiday” της Madonna (το μόνο τραγούδι για το οποίο πρέπει να είναι χαρούμενη), αλλά και το “Love is a Wonderful Colour” των Icicle Works, το “King of Pain” των Police και το “This Charming Man” των The Smiths. Και κάτι άλλο, όμως: ένα τραγούδι του κυρίου Terence Charles "Snowy" White, που λεγόταν “Bird of Paradise”.

Από τον Τάκη Κρεμμυδιώτη

Σίγουρα είναι πολύ λίγο το να πω ότι δεν περνούσε μέρα που να μην το ακούσεις σε κάθε ραδιοσταθμό που εξέπεμπε, αφού η αλήθεια είναι ότι το άκουγες πάρα πολλές φορές και ειδικά από τους λεγόμενους «πειρατικούς» ή «ερασιτεχνικούς». Κάποιοι γνώριζαν ήδη τον Snowy White, μια και είχε μερικές σημαντικότατες περγαμηνές. Οι πιο πολλοί τον έμαθαν όμως από αυτό το παραδεισένιο πουλί, που κυριολεκτικά σημάδεψε την καριέρα του δημιουργού του.

 

 

Με το εξαπλό re-mastered boxed set “Lucky Star - An Anthology 1983 – 1994”,  που πρόκειται να κυκλοφορήσει στις 24 Απριλίου, έχουμε την ευκαιρία να θυμηθούμε ή να γνωρίσουμε τα τέσσερα πρώτα άλμπουμ της προσωπικής δισκογραφίας του θρυλικού αυτού κιθαρίστα και τα δύο επόμενα που κυκλοφόρησε με την επωνυμία Snowy White’s Blues Agency. Αυτά είναι διανθισμένα με δεκαοκτώ bonus tracks, που αντιστοιχούν σε σπάνια singles και session ηχογραφήσεις της εποχής εκείνης. Στο ένθετο υπάρχουν σημειώσεις της όλης πορείας του και αποκλειστική συνέντευξη του Snowy White.

 

 

Ποιος ήταν όμως ο κύριος Terence Charles "Snowy" White; Ήταν για τρία χρόνια κιθαρίστας των Thin Lizzy και μέλος της live μπάντας των Pink Floyd και του Roger Waters. Κι αυτό μιλά από μόνο του. Γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου του 1948 στο Barnstaple του Devon και μεγάλωσε στο Isle of Wight και στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε ως in-demand session μουσικός. Το 1983, μετά από δέκα χρόνια εμπειρίας, αποφάσισε να κυκλοφορήσει τον πρώτο σόλο δίσκο του με τίτλο “White Flames”. Είχε πλέον φτάσει η ώρα να δοκιμαστεί με δικό του υλικό και όχι παίζοντας τραγούδια άλλων. Πήρε μαζί του τον παιδικό του φίλο και ντράμερ Richard Bailey και το μπασίστα Kuma Harada, που είχε γνωρίσει το 1971, όταν εκείνος πρωτοήρθε από την Ιαπωνία στην Αγγλία. Συμφώνησαν με την Towerbell Records και τον παραγωγό Tom Newman, με την ηχογράφηση της μουσικής να γίνεται στο μεγαλύτερο μέρος της στην πρώτη κιόλας πρόβα, ενώ των φωνητικών στο σπίτι του Tom. Μάλιστα, κάποιες φορές σταματούσαν όταν άκουγαν φορτηγά να πλησιάζουν! Συγκινητικά 80s!

 

 

Το μόνο τραγούδι που δε γράφτηκε σε αυτά τα sessions ήταν το “Bird of Paradise”, που χρονολογούνταν από το 1978, δηλαδή την εποχή που ο Snowy White συνεργαζόταν με τους Pink Floyd. Μετά από την αρχική του ηχογράφηση, επειδή η εταιρεία αποφάσισε να το κυκλοφορήσει ως single, πήγε με τον Kuma στα Startling Studios του Ascot, όπου με τη βοήθεια του μηχανικού ήχου Martin Adam έγινε η τελική μορφοποίηση. Ακολούθησε μεγάλη προώθηση από το BBC Radio One, το Top of the Pops και έτσι το single εκτοξεύθηκε, μαζί με τη φήμη του δημιουργού και τραγουδιστή του. Ο Snowy White δεν ήταν συνηθισμένος στην όλη αυτή mainstream κατάσταση, που έφερε μέχρι και την πρόσκλησή του στην εκπομπή Breakfast TV, αφού δεν ήθελε να γίνει pop star, κι όταν τα φώτα της δημοσιότητας τον σημάδευαν, εκείνος προσπαθούσε να τα αποφύγει. Από το “White Flames” ξεχωρίζουν επίσης τα καθαρόαιμα blues “At the Crossroads” και το bonus track “For The Rest of My Life (Live)”, το “Open Carefully” με το τεράστιο σόλο κιθάρα που παντρεύει τα 70s και τα 80s, τα up beat “Don’t Turn Back” και “It’s No Secret”, όπως και το jazzy “Broken Promises”. 

 

 


Μετά το ντεμπούτο, οι προσδοκίες ήταν αυξημένες και οι πιέσεις της εταιρείας για περισσότερη pop μεγαλύτερες. Ως επόμενο single επέλεξαν το “Peace on Earth”, στο οποίο πίστευε πολύ ο Snowy White, αλλά όχι και ο κόσμος, κι εγώ επίσης, που κατά την ταπεινή μου γνώμη θα ήταν πολύ καλύτερα αν επιλεγόταν το “The Water’s Edge / Stepping Stones” που είχε κάτι από τη μαγεία του παιξίματος του Andy Latimer ή το “Good Question”, που θύμιζε αρκετά το στυλ του “Bird of Paradise”. Εκτός από αυτά, μέσα από το φερώνυμο του δημιουργού του άλμπουμ, που αποτελεί κλασικό δείγμα του 80s rock και κυκλοφόρησε το 1984, ξεχώριζαν το “Chinese Burn” με το τεράστιο σόλο ντραμς, το “When I Arise” που αγαπά την κλασική μουσική, αλλά και τα α-λα “Invisible Touch” των Genesis και “No Jacket Required” του Phil Collins “Land of Freedom” και “I Can’t Let Go”. Στην πραγματικότητα τα τραγούδια του δίσκου, αν και υπογράφονται τυπικά από τον White, ανήκουν σε όλη τη μπάντα. Ο δίσκος κυκλοφόρησε με δύο τίτλους, ως “Snowy White” και ως “Land of Freedom”, αλλά και διαφορετικά εξώφυλλα. Για την ιστορία, ο White έχει δηλώσει πως προτιμά αυτό που δεν απεικονίζει τον εαυτό του, αλλά όλη τη μπάντα, για τον απλό λόγο ότι όλοι τους είναι χαμογελαστοί! Αξιοσημείωτο είναι το ότι μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, η Towerbell Records κατέβασε ρολά και ο ιδιοκτήτης της γύρισε στην Antigua, όπου άνοιξε εστιατόριο.

 

 

Το επόμενο βήμα έγινε με το “That Certain Thing” (1987), που σηματοδότησε την απαρχή του (σχεδόν) αποκλειστικού προσανατολισμού με το blues. Κλασικό παράδειγμα ήταν το “Snow Blues”, αν και οι επιρροές της εποχής ήταν ακόμα ευδιάκριτες, ιδιαίτερα σε τραγούδια όπως τα “I Can’t Believe It” και “Voices in the Rain”, που θα μπορούσες άνετα να ακούσεις σε οποιοδήποτε κλαμπ της εποχής, αλλά και στα πιο «ψαγμένα» “That Certain Thing” που συναντάμε αργότερα στον Mark Knopfler και το “Walking Away” που έχει την αύρα των Steely Dan.
Μετά από αυτό το άλμπουμ, η pop ανήκε οριστικά στο παρελθόν και η καθαρόαιμη blues εποχή άρχιζε ανεπιστρεπτί με τον καλύτερο, κατά τη γνώμη μου, δίσκο του, το λυτρωτικό “Change My Life” (1988), που υπογράφεται από τη μπάντα του, τους Snowy White’s Blues Agency. Στο μπάσο παρέμεινε ο Harada, ντραμς έπαιζε ο Jeff Allen (The Beatstalkers, East of Eden) και τραγουδούσε ο Graham Bell (Skip Bifferty, Long John Baldry, Brian Davison’s Every Which Way). Ο δίσκος κυκλοφόρησε από τη Γερμανική Bellaphon Records και είχε πρωτότυπες συνθέσεις, αλλά και διασκευές, όπως το “The Thrill is Gone” του B.B. King. Εδώ δεν υπάρχει ποιοτική διακύμανση στις συνθέσεις. Όλες είναι του ιδίου επιπέδου, γεμάτες από καθαρή blues, κεφάτη διάθεση, που έχουν τη δύναμη να σε κάνουν να νιώσεις ξαπλωμένος σε αχυρένιες μπάλες στην πρύμνη ενός ποταμόπλοιου που διασχίζει το Μισισιπή. Και μάλιστα, μασουλώντας ένα άχυρο με κλειστά τα μάτια κάτω από το ψάθινο καπέλο σου. Στο εξώφυλλο ο μικρός που έχει το ύψος της κιθάρας του White, είναι ο γιος του.

 

 

Ο κύβος είχε πλέον ριφθεί, οπότε το “Open for Business” συνέχισε από εκεί που τελείωσε το προηγούμενο. Αυτό που μπορεί κάποιος να παρατηρήσει είναι οι κατά περίπτωση λίγες αριθμητικά διακριτικές πινελιές, που αρχίζουν από τον Chris Rea και τελειώνουν στο hard rock. Με διαφορά στήθους, προτιμώ πρώτο το “Addicted Man” και δεύτερο το “Walking the Streets”, που θυμίζει Gary Moore. Η σχέση όμως των μελών της μπάντας κλονίστηκε, επειδή ο Graham αρνήθηκε λόγω καιρικών συνθηκών να πάει σε live που θα έδιναν στο Birmingham, με αποτέλεσμα οι λοιποί να παίξουν εκείνο το βράδυ ως τρίο. Με το ποτήρι πλέον ραγισμένο, ο White έκρινε καλύτερο να αποσυρθεί για λίγο, δίνοντας προτεραιότητα στην οικογένειά του. Μια πρόταση όμως από την Ολλανδία τον έκανε να πιάσει πάλι την κιθάρα και να κυκλοφορήσει το δίσκο “Highway to the Sun” (1994) στην εγχώρια CNR Music με εκλεκτούς καλεσμένους.

 

 

Ο David Gilmour έπαιξε στο κεφάτο bluesy “Love, Pain & Sorrow”, που ηχογραφήθηκε στο πλωτό του στούντιο στον Τάμεση, ενώ ο Gary Moore έπαιξε στο ανάλογου ύφους “Keep on Working”. Τον Chris Rea συναντάμε ως επίδραση σε όλο το άλμπουμ, αλλά ειδικότερα στο “Highway to the Sun”, όπου παίζει slide guitar κατά τα πρότυπα του “Road to Hell”. Το “I Can’t Get Enough of the Blues” επίσης ξεχωρίζει, όπως και η διασκευή του εθνικού ύμνου (και λίγα λέω…) “I Loved Another Woman” των Peter Green’s Fleetwood Mac.

 

 

Κάπως έτσι τελειώνει αυτή η φάση της δημιουργίας του σημαντικού αυτού κιθαρίστα, πριν ξεκινήσει η επόμενη με τους Snowy White & The White Flames. Τα έξι άλμπουμ που περιλαμβάνονται στο “Lucky Star - An Anthology 1983 – 1994” απεικονίζουν πλήρως τη συγκεκριμένη δημιουργική του φάση, για την οποία έχει δηλώσει υπερήφανος. Κι αν μέχρι σήμερα ο ίδιος δεν έχει τύχει όσης αναγνώρισης άξιζε, αυτό δεν οφείλεται στην κιθαριστική του δεινότητα, αλλά στον πανέμορφα ταπεινό χαρακτήρα του, που ποτέ δεν ήθελε να τραβά τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του, αλλά πάντα να ενεργεί ως μέρος μιας μουσικής ομάδας.  

 

 

 

Snowy White & The White Flames concert shots @ RODON Club 2004 by Chris Kissadjekian
 
 
    
    

Read 128 times