"Three for the road!"

Sunday, 01 October 2017 18:55
Published in Check Also

Τρεις μουσικές προτάσεις του Τάκη Κρεμμυδιώτη

EMA – Exile in the Outer Ring (City Slang)

 

Η Erika Michelle Anderson, ή αλλιώς ΕΜΑ, κάποιες φορές σου δίνει την εντύπωση ότι ακολουθεί το πολυσυζητημένο δόγμα «η τέχνη για την τέχνη». Μη φανταστείτε όμως κάτι ακραίο: κάνει «συμβιβασμούς» στην έκφρασή της για να έχει την απήχηση που όλοι χρειάζονται (όσο τίποτα), αλλά, από την άλλη, δεν… πολυμασάει. Όταν κρίνει πως ένα τραγούδι της γίνεται καλύτερο με feedback και με στατικό, δε θα το πολυσκεφτεί να βάλει (όσο κατά την κρίση της χρειαστεί). Έτσι τη γνωρίσαμε, έτσι είναι και στο τρίτο ουσιαστικά άλμπουμ της. Και πώς να μην είναι, αφού τώρα διανύει την καλύτερή της φάση. Το “Exile in the Outer Ring” είναι ένα πολιτικοποιημένο στιχουργικά άλμπουμ για τη σύγχρονη Αμερική, με ξεκάθαρες αντι-Trump θέσεις και συγκρατημένη οργή για τα κοινωνικά κακώς κείμενα. Ηχογραφήθηκε σε ένα υπόγειο του Portland, με τον Jacob Portrait των Unknown Mortal Orchestra να συνυπογράφει την παραγωγή. Άρα, όπως ήταν αναμενόμενο, το άλμπουμ ακούγεται ροκάδικο, συχνά σκοτεινό και ταυτόχρονα ατμοσφαιρικό.
Οι συστάσεις που έγιναν με το single “Aryan Nation” ήταν οι καλύτερες, αφού οι επιρροές πρωτίστως της PJ Harvey και δευτερευόντως των Garbage έγιναν ευχάριστα αντιληπτές. Βάλτε στο όλο πλαίσιο έξυπνες fuzz και distortion προσθήκες και θα έχετε μια πληρέστερη εικόνα. Ο δίσκος όμως ξεκινά σαφώς πιο ατμοσφαιρικά, με το “7 Years”, για να προσδιορίσει σύντομα αρκετά διαφορετικά τους αιθέριους ήχους του με το πολύ καλό “I Wanna Destroy”, που βρίσκεται στα όρια της ψυχεδελικής pop και τις πιο ανεβασμένες στιγμές των This Mortal Coil. Το ψυχεδελικό υπόβαθρο υπάρχει και στο δυνατό φεμινιστικό “33 Nihilistic and Female”, όπως και στο "Breathalyzer", όπου η ΕΜΑ χρησιμοποιεί ηλεκτρικό buzzing για να αφηγηθεί πιο πειστικά μια ιστορία με χρήση ναρκωτικών. Υπάρχει επίσης το “Down and Out” με 80’s pop στοιχεία, αλλά και το "Always Bleeds" που παραπέμπει σε πιο rock ήχους της ίδιας εποχής. Δυνατά είναι ακόμα τα όμορφα κιθαριστικά “Always Bleeds” και “Blood and Chalk”, όπως και το σκοτεινό industrial “Fire Water Air LSD”, που αποτελεί την αιχμή του δόρατος στην μάλλον ακόμα απέλπιδα αγωνία της για κάθαρση.

BROKEN SOCIAL SCENE – Hug of Thunder (Arts & Crafts Records)

 

Όταν, πριν από έξι χρόνια, η Καναδική κολεκτίβα των Broken Social Scene δήλωσε πως αναστέλλει τη δραστηριότητά της, όλοι μας πιστέψαμε ότι είχαν πέσει οι τίτλοι του τέλους. Σε αυτή την εικασία συνέβαλλε και το ότι τα περισσότερα μέλη της είχαν ταυτόχρονη παρουσία σε άλλα γκρουπ ή (και) προσωπική καριέρα εν εξελίξει. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, πως οι Emily Haines και James Shaw παίζουν στους Metric, οι Amy Millan και Evan Cranley στους τρελά λατρεμένους μου Stars, οι Charles Spearin και Ohad Benchetrit στους Do Make Say Think, αλλά και η Leslie Feist, που συνεργάστηκε με διάφορα συγκροτήματα όπως οι Kings of Convenience (respect). Τα χρόνια πέρασαν και κάπως ξαφνικά βλέπουμε να κυκλοφορεί το πέμπτο άλμπουμ τους, στο οποίο συμμετέχουν δεκαοκτώ μέλη, δηλαδή ένα λιγότερο από high score τους.
Μιλώντας για το δίσκο, το ιδρυτικό μέλος Kevin Drew ανέφερε ότι ήθελαν να φτιάξουν μια μουσική αγκαλιά σαν κεραυνό (εξ ου και ο τίτλος). Πράγματι, κι εδώ συναντάμε και πάλι την πολυμορφία που ανέκαθεν διέκρινε τον κατά βάση pop ήχο τους, που αντλείται χωρίς ενδοιασμούς από τις προσωπικότητες και τις προτιμήσεις των διάφορων μελών. Ακούγοντας το εισαγωγικό “Sol Luna” δε μπορούμε να μη φέρουμε στο νου την ακόμα και τότε καλή δημιουργική εποχή του Mike Rutherford και ιδίως το “Smallcreep’s Day”. Στο “Halfway Home” η pop των New Radicals και των Dodgy έχει κεφάτη την τιμητική της, ενώ στο “Protest Song” τα φωνητικά της Emily Haines και οι κιθάρες χαλαρώνουν τα όρια της pop και της rock, θυμίζοντας τους μοναδικούς Heart Throbs. Το “Vanity Pail Kids” έχει κάτι από την κληρονομιά των Chumbawamba, φλερτάροντας παράλληλα με τη funk, ενώ το φερώνυμο τραγούδι θα μπορούσε κανείς να αποκληθεί Cocteau Twins on acid. Ξεχωρίζουν ακόμα το “Victim Lover” που τιμά τους Stars, τη Sade και τον όψιμο Ben Watt, το “Gonna Get Better” με διακριτικές αναφορές στους The War on Drugs και το α-λα Stereolab “Stay Happy” με τη νεοφερμένη Ariel Engle στα φωνητικά.


MICAH P. HINSON – Presents the Holy Strangers (Fool Time Hobby Records)

 

Ο δρόμος προς την επιτυχία για τον Αμερικανό Micah Paul Hinson δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Γι’ αυτό «ευθύνονται» οι πολιτικές του πεποιθήσεις, κάποιες ευρύτερες επιλογές του, αλλά και η τύχη του. Βλέπετε, ιδίως αυτήν την εποχή στους Αμερικανικούς και μη καλλιτεχνικούς κύκλους δε βοηθάει και πολύ να δηλώνεις νοσταλγός του συντηρητισμού του Reagan και πολέμιος του Obama. Επίσης, δε βοηθά καθόλου το τροχαίο ατύχημα που είχε στην Καταλονία, εξαιτίας του οποίου περπατά με μπαστούνι, αλλά ευτυχώς μπορεί να παίζει κιθάρα. Μένοντας όμως στο καθαρά μουσικό κομμάτι, όπως επιβάλλεται, είμαστε στην ευχάριστη θέση να διαπιστώσουμε ότι ο Hinson αποδεικνύει με το ένατο άλμπουμ του ότι διάγει μια καλή δημιουργική περίοδο.
Το “Presents the Holy Strangers”, όπως δήλωσε ο ίδιος ο Hinson, είναι μια «σύγχρονη folk όπερα». Μέσα από τις δεκατέσσερις συνθέσεις του εξιστορούνται με μουσικές και με στίχους (τραγουδισμένους ή σε αφηγηματική μορφή) η ζωή μιας οικογένειας στην εποχή του Αμερικανικού πολέμου, από την αγάπη και το γάμο στις γεννήσεις, από τον πόλεμο και την προδοσία στο θάνατο και την αυτοκτονία. Όπως είναι αυτονόητο, η Americana αποτελεί το μουσικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο χτίζεται το όλο έργο, που πολύ συχνά λοξοδρομεί σε alt country μονοπάτια, με χρήση αναλογικών keyboards, εφέ από μπομπίνες και κονσόλες Tascam και Yamaha. Η ηχογράφηση πήρε δύο χρόνια για να ολοκληρωθεί στο Denison του Texas, με την ψηφιακή τεχνολογία να παρεμβάλλεται για πρώτη φορά στο στάδιο του pre-mastering.
Πέντε από τις συνθέσεις είναι ορχηστρικές, με πρώτη την εισαγωγική του δίσκου “The Temptation”, που δίνει το στίγμα του τι θα ακολουθήσει. Το πολύ καλό “The Great Void” είναι κλασικό δείγμα της δουλειάς του Hinson και ξεχωρίζει μαζί με το “Lover’s Lane”, που αποτελεί φόρο τιμής στο μέγιστο Johnny Cash. Στο “The Years Tire On” το κρεσέντο πάνω στην ανακυκλούμενη μελωδία έρχεται καθαρτικό, πριν το κλίμα βαρύνει ενόψει των τραγικών γεγονότων που πρόκειται να στοιχειώσουν τους στίχους. Στις ιδιαίτερες στιγμές εντάσσεται το διάρκειας επτάμισυ λεπτών αφηγηματικό “Micah Book One”, με τον Hinson να θυμίζει «ιεροκήρυκα» της Παλαιάς Διαθήκης, όπως και το “The Memorial Day Massacre” που σε κερδίζει με την απλότητά του.

 

Read 332 times