Monuments on Facebook

CLEAR BLUE SKY – Clear Blue Sky (Esoteric Recordings)

Saturday, 17 June 2017 12:05
Published in When Hard Gets Heavy

Αυθεντικό Muscular Progressive Rock

Στην εποχή του δεν έτυχε της αναγνώρισης που άξιζε. Κι όμως, το φερώνυμο ντεμπούτο των Clear Blue Sky είχε γίνει αφορμή για συζήτηση στους φίλους της hard και της progressive μουσικής. Πιστεύω ότι ο λόγος που δεν εκτιμήθηκε το 1971 και τα αμέσως επόμενα χρόνια η μουσική του είχε κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, να κάνει με την ηλικία των μελών του συγκροτήματος, αν και εκ των πραγμάτων δε μπορώ να υποστηρίξω κάτι τέτοιο με βεβαιότητα. Βλέπετε, κάποιος που φτιάχνει τόσο καλή μουσική στα δεκαοκτώ του χρόνια, είναι περισσότερο πιθανό να θεωρηθεί ως τυχερός, παρά ως ικανός. Κι αν τελικά καταλήξουμε σε αυτήν την άποψη, τότε μπορούμε πανεύκολα να εξηγήσουμε γιατί το άλμπουμ αυτό έτυχε ευρύτερης αναγνώρισης αρκετά χρόνια μετά την κυκλοφορία του.

Οι Clear Blue Sky σχηματίστηκαν στο Acton του δυτικού Λονδίνου γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Το τρίο αποτελούνταν από τους John Simms (κιθάρα και φωνητικά), Ken White (τύμπανα) και Mark Sheather (μπάσο). Το ευτύχημα γι’ αυτούς ήταν ότι υπέπεσαν στην αντίληψη του μέλους των Nirvana (UK) και παραγωγού της σημαντικής για την progressive rock εταιρείας Vertigo, που ανήκε στην Philips, Patrick Campbell-Lyons και του μάνατζερ της εταιρείας Ashley Kozak. Αυτό δεν ήταν τόσο τυχαίο, αφού ένας φίλος του Sheather, που γνώριζε προσωπικά τον Campbell-Lyons, είχε ζητήσει από αυτόν να έρθει στην pub Rocket ( εξ ου και το τραγούδι “The Rocket Ride”) για να δει τη μπάντα να παίζει ζωντανά. Έτσι κι έγινε. Ο Campbell-Lyons ενθουσιάστηκε με τον ήχο τους, αφού τους τσέκαρε να παίζουν δύο φορές, και μεσολάβησε ώστε να υπογράψουν συμβόλαιο, αναλαμβάνοντας ακολούθως ο ίδιος την παραγωγή του φερώνυμου ντεμπούτου τους, που κυκλοφόρησε λίγους μήνες αργότερα. Το συγκρότημα, αν και δεν είχε έως τότε σημαντικές εμπειρίες ως κολλεγιακή blues-rock μπάντα με τα ονόματα Jug Blues, Matise (ως τέτοιοι κέρδισαν διαγωνισμό του περίφημου club Marquee για πρωτοεμφανιζόμενες μπάντες) και X, κατόρθωσε να ηχογραφήσει έναν απρόσμενα ώριμο δίσκο, του οποίου η πρωτότυπη έκδοση βινυλίου αποτελεί collector's item, και ουσιαστικά να παύσει εργασίες για τα επόμενα είκοσι χρόνια μέχρι την κυκλοφορία του "Destiny".

Το άλμπουμ αυτό επανακυκλοφορεί για πρώτη φορά πλήρες σε μορφή re-mastered CD, δεδομένου ότι στην προγενέστερη ψηφιακή του εκδοχή δεν υπήρχε το τελευταίο πολύ καλό τραγούδι του δίσκου με τίτλο “Birfcatcher”. Η κυκλοφορία φέρει το πρωτότυπο artwork και συνοδεύεται από βιβλιαράκι, το οποίο περιλαμβάνει ανέκδοτες φωτογραφίες από το προσωπικό αρχείο του Simms, εκτενές άρθρο για τη μπάντα και συνεντεύξεις με τους Simms και Campbell-Lyons.

Στο “Clear Blue Sky”, όπως ήδη έχετε καταλάβει ακόμα και όσοι δε γνωρίζετε το συγκρότημα, οι κιθάρες έχουν τον πρώτο και κύριο λόγο. Φυσικά, επειδή το progressive rock στοιχείο είναι κυρίαρχο, παρά τον γοητευτικά σκληρό ήχο, συχνά συναντώνται παρεμβάσεις πλήκτρων και φλάουτου, που προσδίδουν στον τελικό ήχο έναν ταυτόχρονο ψυχεδελικό και blues-metal χαρακτήρα. Πολλοί μάλιστα, αρέσκονται στο να παραλληλίζουν τον ήχο τους με εκείνον των Black Sabbath, που επίσης ανήκαν στο δυναμικό της Vertigo, χωρίς βέβαια να τον θεωρούν ισάξιο, υιοθετώντας στην προκειμένη περίπτωση ως κατάλληλους τους όρους “muscular progressive rock” και “heavy prog”. Υπάρχουν επίσης διακριτές επιρροές από τους Led Zeppelin, τους πρώιμους Jethro Tull και τους Cream, ενώ οι ομοιότητες του ήχου τους με εκείνον των σύγχρονών τους May Blitz, Raw Material και T2 είναι αξιοσημείωτες. Τα δυναμικά και επιβλητικά φωνητικά του Simms κατέχουν περίοπτη θέση, χωρίς να υποβαθμίζονται ούτε στις στιγμές που η ένταση ανεβαίνει.

Το εισαγωγικό οκτάλεπτης διάρκειας “Sweet Leaf” είναι από μόνο του ένα μικρό progressive έπος. Τα τρομερά riffs και το όλο Deep Purple ύφος μαζί με την ελεγχόμενη «παράνοια» μιας σύνθεσης που χτίζεται και αποδομείται πάνω σε ψυχεδελικά τοπία, προετοιμάζουν με τον καλύτερο τρόπο τον ακροατή για όσα θα ακολουθήσουν. Η μαγεία όμως, κατά τη γνώμη μου, έρχεται ιδιαιτέρως στις στιγμές που το σκληρό συνυπάρχει με το ταξιδιάρικο, όπως κατεξοχήν συμβαίνει στο “Tool of my Trade” και στο “You Mistify”, ενώ οι πιο καθαρόαιμες ψυχεδελικές συνθέσεις, με κορυφαία το “My Heaven” παραδίδουν αληθινά μαθήματα μουσικής απόλαυσης. Το περίφημο “Birfcatcher” είναι μια ωδή στον Jimi Hendrix και τον Ian Anderson, βγαλμένη με το πάθος και την ατμόσφαιρα της αυθεντικής εποχής. Το υπέροχο φλάουτο παίζει ο Jon Fields των Jade Warrior, ενώ υπάρχει και μία ακόμα συμμετοχή ενός session μουσικού που παίζει Hammond και είχε συνεργαστεί με τον Tom Jones, του οποίου το όνομα κανείς πλέον δε θυμάται.

Σίγουρα θα έχετε ακούσει την άποψη ότι σχεδόν τα πάντα στην ηλεκτρική μουσική έγιναν μεταξύ 1967 και 1973. Ακόμα κι αν δεν τη δέχεστε ως ορθή, απλά κρατείστε ότι ο δίσκος αυτός κυκλοφόρησε το 1970 και δημιουργεί αρμονική συνύπαρξη hard και progressive rock, με εμφανείς δόσεις ψυχεδέλειας.

 

 

Read 42 times