NIRVANA (UK) – Local Anaesthetic & Songs of Love and Praise (Esoteric Recordings)

Thursday, 25 May 2017 14:37
Published in Where Prog meets Art

Nirvana (UK), φυσικά…

Γράφει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

 

Αν δε με απατά η μνήμη μου, πάνε περίπου τέσσερα χρόνια από τη βραδιά εκείνη που διακυβεύτηκε για τελευταία φορά η μουσική υπόληψή μου (sic). Μπαίνοντας στο Fuzz, αφού χαιρέτησα τον Θωμά, τον άκουσα να με ρωτά αν θυμάμαι σε ποια μπάντα είχε παίξει ο Alex Spyropoulos. Πριν προλάβω καν να σκεφτώ, με πληροφόρησε ότι ήδη είχαν ερωτηθεί πολλοί και μόνο ένας είχε απαντήσει. Χρειάστηκα περίπου είκοσι δευτερόλεπτα πριν απαντήσω (Alex, ελπίζω να συγχωρήσεις την απαράδεκτη καθυστέρηση - ήμουν πολύ νέος τότε…) και ξαναβάλω μετά από κάμποσα χρόνια, λίγες ώρες αργότερα στο σπίτι, τους Nirvana στη ζωή μου. Όχι αυτούς που ίσως έρχονται αυτόματα στο μυαλό σας (για ποιον με περάσατε;), αλλά τους άλλους. Τους πρώτους και καλύτερους. Τους Βρετανούς.

 

Η μουσική πορεία των Nirvana είναι σύμφυτη με παρεξηγήσεις. Η πρώτη και ευκόλως εννοούμενη έχει να κάνει με το όνομα της μπάντας. Όπως είναι εύκολο να φανταστεί κάποιος, κάθε άλλο παρά ευχάριστο ήταν το γεγονός ότι μια μπάντα, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, πήρε αργότερα το όνομά τους. Θα μου πείτε ότι αυτό δεν είναι κάτι το ιδιαίτερα σπάνιο. Δε θα αντιλέξω μεν, αλλά θα διαφωνήσω με την ενέργεια και θα τονίσω την ιδιαίτερη βαρύτητα που είχε η συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει της μεγάλης επιτυχίας που γνώρισε η νεόκοπη μπάντα. Γι’ αυτό οι αυθεντικοί Nirvana όχι μόνο προσέλεβαν Αμερικανό δικηγόρο, αλλά παρέστησαν και οι ίδιοι στη δίκη για να υπερασπίσουν το όνομά τους, έτσι ώστε αυτό να μπορεί να χρησιμοποιείται και από τις δύο μπάντες. Βέβαια, τότε δε θα μπορούσαν να φανταστούν ότι αυτοί θα παρέμεναν «ζωντανοί» περισσότερο από την παρέα του Kurt. Μάλιστα, επειδή είμαι σίγουρος ότι το αναγνωστικό μας κοινό είναι ανωτάτου επιπέδου, δε φαντάζομαι καν ότι σχηματίσατε την εντύπωση ότι οι Βρετανοί Nirvana είναι εμπαθείς ή αχάριστοι έναντι των Αμερικανών συνονόματών τους. Το αντίθετο μάλιστα, δια στόματος Patrick Campbell-Lyons δηλώνουν ότι η φήμη του συγκροτήματος από τη Washington, που ακουγόταν σαν να καταγόταν από το Seattle, τους έκανε γνωστούς σε ευρύτερο κοινό. Αυτό, βέβαια, είχε ως αποτέλεσμα και διάφορα ευτράπελα, όπως το να συνυπάρχουν στις προθήκες των δισκοπωλείων ανακατεμένοι οι δίσκοι των δύο γκρουπ ή το να βρίσκει κανείς στο YouTube συλλογές των Αμερικανών, που περιλαμβάνουν και τραγούδια των Βρετανών! Τελικά, μάλλον είχαν δίκιο αυτοί που έλεγαν ότι η μουσική μας ενώνει!

 

Η δεύτερη παρεξήγηση, τουλάχιστον κατά τον Campbell-Lyons, έχει να κάνει με το ότι από πολλούς θεωρούνται ως ψυχεδελική μπάντα. Σε συνέντευξή του ο μπροστάρης και συνιδρυτής της μπάντας είχε εκφράσει συγκεκαλυμμένα τη δυσαρέκσειά του δηλώνοντας: «Η λέξη “ψυχεδελικός” είναι παράξενη και έχει πολλές σημασίες. Μπορεί να σημαίνει ένα ταξίδι του μυαλού σου επειδή έκανες χρήση ναρκωτικών ή επειδή βλέπεις έναν πίνακα. Μπορεί να σημαίνει τα πάντα. Ο κόσμος προσπαθεί να κατηγοριοποιήσει το κάθε τι». Εν συντομία, επιτρέψτε μου να πω ότι κατανοώ πλήρως τα λεγόμενά του και τη γενική ενστασή του, αλλά πιστεύω κι εγώ ότι τα τραγούδια της μπάντας, όποιο ύφος κι αν της αποδοθεί, τελικά ακούγονται ως «ψυχεδελικά».

Η αρχή της ιστορίας του γκρουπ τρέχει στο Λονδίνο του 1965, όπου οι Patrick Campbell-Lyons και Alex Spyropoulos, με τη συνδρομή session μουσικών τραγουδούσαν τις συνθέσεις τους, παίζοντας αντιστοίχως κιθάρα και keyboards. Η μουσική τους, που είχε αποτυπωμένες πολλές φαινομενικά ετερόκλητες επιρροές, έγινε για πρώτη φορά γνωστή με το θρυλικό ντεμπούτο “The Story of Simon Simopath” (1967), σε παραγωγή του «στρατηγού» Chris Blackwell, που θεωρείται ως το πρώτο θεματικό άλμπουμ. Με τη βοήθεια τεσσάρων μουσικών άρχισαν δημόσιες εμφανίσεις, μεταξύ των οποίων μία στη Γαλλική τηλεόραση στο παλυρό του Salvador Dali, ο οποίος τους περιέλουσε με μαύρη μπογιά! Η αυτοπεποίθηση μετά την επιτυχία του τραγουδιού "Rainbow Chaser", αλλά και η δυσκολία συνεργασίας με τους άλλους μουσικούς, οδήγησαν το ιδρυτικό ντουέτο να κυκλοφορήσει μόνο του το επόμενο άλμπουμ, που είχε τίτλο “All Of Us”. Το “Black Flower” που ακολούθησε απορρίφθηκε από τον Blackwell και κατ’ επέκταση από την Island, με αποτέλεσμα να μετονομαστεί σε “To Markos ΙΙΙ” (ως φόρο τιμής στον φερώνυμο θείο του Σπυρόπουλου που το χρηματοδότησε) και να βγει σε 250 αντίτυπα από τη Βρετανική Pye, πριν καταργηθεί. Η διετία 1971 - 1972 έχει ειδικότερο ενδιαφέρον στην περίπτωσή μας, όχι διότι οι δύο φίλοι αποφάσισαν φιλικά να πάρουν χωριστούς δρόμους, αλλά επειδή κυκλοφόρησαν οι δίσκοι που παρουσιάζονται παρακάτω.

 

“Local Anaesthetic”

Το άλμπουμ αυτό ήταν επιφορτισμένο με τη δύσκολη δουλειά να καταξιώσει τους Nirvana σε ευρύτερο ακροατήριο. Ήταν απολύτως προσαρμοσμένο στα απαιτητικά δεδομένα της εποχής, με δύο μεγάλης διάρκειας συνθέσεις και γενικότερη progressive αισθητική. Στη remastered από τα original tapes της Vertigo και expanded αυτή επανακυκλοφορία θα βρείτε επιπλέον τις δύο πλευρές ενός σπάνιου επτάιντσου, αλλά και την αφορμή να αποκτήσετε ένα άλμπουμ, του οποίου η αρχική κόπια βινυλίου θα σας κόστιζε ένα τμήμα της δισκοθήκης σας. Μαζί της υπάρχει και βιβλιαράκι με αναλυτική βιογραφία της μπάντας και αποκλειστική συνέντευξη του Campbell-Lyons.

Το επιβλητικό εξώφυλλο, που σχεδιάστηκε από τον Keith Morris, σε συνδυασμό με τη flower power και acid-rock εικόνα της μπάντας στο δίσκο, συνέβαλε στη δημιουργία της «ψυχεδελικής πεποίθησης», που είπαμε παραπάνω. Η πρώτη σύνθεση, το δεκαεξάλεπτο έπος “Modus Operandi”, είναι κατεξοχήν progressive και φέρει τα διαπιστευτήρια του ήχου του Canterbury, αλλά έχοντας τόσες έκδηλες folk και ανατολίτικες επιρροές και το πνεύμα των The Rolling Stones σχεδόν κάτω από κάθε νότα, καταλήγει να ακούγεται ψυχεδελικό. Έχει πανέμορφα κιθαριστικά σόλο και keyboards που παίρνουν πάνω τους τη μελωδία, δημιουργώντας έναν αρτίστικο ήχο Procol Harum και The Moody Blues on acid. Ακολουθεί το δεκαεννιάλεπτο “Home”, αποτελούμενο από πέντε μέρη που τιτλοφορούνται ξεχωριστά, το οπίο περνά με απίστευτη ευκολία και συνοχή από τη rock στην pop, τη jazz και τη folk. Οι Renaissance συναντούν τον Tim Buckley με πρωτόλεια ψυχεδελική οπτική, την οποία οι National Health και οι Hatfield and the North τίμησαν λίγα χρόνια αργότερα. Το “The Saddest Day of My Life” κινείται σε singer – songwriter ατμόσφαιρα, ενώ το “I Wanna Go Home” παραπέμπει στις τότε σύγχρονες ιδέες του Roy Wood, όταν αυτός αμφιταλαντευόταν μεταξύ των Wizzard και των E.L.O. Ανάμεσα στις συμμετοχές, ξεχωρίζουμε αυτή της μπάντας των Jade Warrior και του εκπληκτικού σαξοφωνίστα Mel Collins (King Crimson, Camel).

 

“Songs of Love and Praise”

Στο άλμπουμ υπάρχει και παλαιότερο του 1972 υλικό των Nirvana. Στη remastered και expanded αυτή επανακυκλοφορία συναντάμε δύο σπάνια b-sides, το “Lazy Day Drift” και το “Ad Lib”, που είχαν υπογράψει με το όνομα Pica, το οποίο αποτελεί το ψυχεδελικότερο τραγούδι του δίσκου. Το άλμπουμ αυτό είναι διαφορετικό από το προηγούμενο και σαφώς προσανατολισμένο προς συμβατικότερες φόρμες τραγουδιών pop ύφους, χωρίς να απαρνείται το ένδοξο παρελθόν. Ουσιαστικά, ανήκει κατά κύριο λόγο στον Campbell-Lyons και παρά το ότι κάποια τραγούδια στην πρωταρχική τους μορφή συνυπογράφτηκαν από το συμπατριώτη μας, έχει συχνά ένα διακριτικό «πειραματικό» χαρακτήρα. Αυτό συμβαίνει διότι ο Campbell-Lyons δε δίστασε να συμπεριλάβει το γνωστό “Rainbow Chaser” και το ισάξιο με το πρωτότυπο ατμοσφαιρικό “Pentecost Hotel”, επιχειρώντας να τα αποδώσει με διαφορετική jazzier οπτική, παρά τον έκδηλο σεβασμό του στους The Beach Boys και στους The Beatles. Ειδικότερα, όσον αφορά το πρώτο, η κίνησή του αυτή ήταν αρκετά τολμηρή, δεδομένου ότι η αρχική του εκδοχή είχε φτάσει στο νούμερο 34 του UK Singles Chart. Από τα λοιπά τραγούδια ξεχωρίζει το funky “She’s Lost It” με το χαρακτηριστικό σόλο στα keyboards, το “I Need Your Love Tonight“ με την αυθεντική 60’s ατμόσφαιρα, το κινηματογραφικό “Stadium“ που δείχνει πώς θα ακούγονταν οι E.L.O. αν αγαπούσαν πιο πολύ τη jazz, το "Will There Be Me" που μυρίζει West Coast και το “Please Believe Me“. Συμμετέχει πάλι η μπάντα των Jade Warrior και η παλιά γνώριμη Sylvia Schuster στα έγχορδα και τα δεύτερα φωνητικά, που είχε αφήσει τη μπάντα πριν την κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ.

Το ταξίδι αυτό στις μουσικές των Nirvana παραμένει όμορφο και γεμάτο εικόνες. Αποδεικνύει ότι η επιδραστική αυτή μπάντα, ορθά εκτιμήθηκε από τους κριτικούς και άδικα δε γνώριζε την επιτυχία που της αναλογούσε.

Ποιος ξέρει όμως; Στη μουσική, ποτέ δεν είναι αργά.

Read 328 times