Monuments on Facebook

STEVEN WILSON - “To The Bone” (Caroline International)

Thursday, 06 July 2017 19:24
Published in Where Prog meets Art

Η ανατομία ενός αριστουργήματος!

Δεν γίνεται εκ των πραγμάτων ένα κείμενο για τον Steven Wilson που είναι γραμμένο από μένα να είναι αντικειμενικό. Από την άλλη όμως η μουσική είναι τέχνη (ειδικά όταν μιλάμε για τέτοιους μουσικούς) και στην τέχνη, εκ των πραγμάτων, η υποκειμενικότητα είναι παντού.

Όπως είχαμε πει λίγο καιρό πριν, περιμένουμε την επίσημη κυκλοφορία του “To The Bone” στις 18 Αυγούστου. Όταν λοιπόν κατεύθασε στο email μου το link για να το ακούσω νωρίτερα για λογαριασμό του “Monuments” η χαρά ήταν κυριολεκτικά ανύποπτη. Ο Wilson μετά την πορεία του με τους Porcupine Tree, ακολουθώντας μια solo καριέρα μας έχει χαρίσει τέσσερα εξαιρετικά full albums και ένα mini, με τα “The Raven That Refuse To Sing” και “Hand. Cannot. Erase” να χτυπάνε κυριολεκτικά κόκκινο στην ποιότητα της σύνθεσης, εκτέλεσης και παραγωγής. Όλα αυτά μας έφεραν μπροστά σε δύο δεδομένα: πρώτον, να περιμένουμε με ανυπομονησία την επόμενη δουλειά του και δεύτερον, να μην έχουμε καμία απολύτως ιδέα για το που το πάει (αν και τα τρία τραγούδια που έχει δώσει στην δημοσιότητα δίνουν μια μικρή, ελάχιστη γεύση).

Το άλμπουμ ανοίγει με το ομώνυμο “To The Bone”. Ευθύς αμέσως καταλαβαίνω ότι έχουμε κάτι τελείως διαφορετικό από τις μέχρι τώρα προσωπικές δουλειές του. Ο ήχος και η σύνθεση σε πολύ πιο rock ύφος κι όμως υπάρχει κάτι οικείο εκεί. Με λίγη σκέψη καταλήγω πως μου θυμίζει πολύ τους Porcupine Tree του “Lightbulb Sun” (συνηθίστε αυτήν την έκφραση, θα την δείτε πολύ στο υπόλοιπο κείμενο), αλλά συνολικά είναι μια σύνθεση πιο ολοκληρωμένη, πιο ενδιαφέρουσα και σαφώς ανώτερης παραγωγής και ενορχήστρωσης από αυτές του “Lightbulb Sun”. Στη συνέχεια έρχεται το “Nowhere Now” με ένα pop/rock ύφος που θυμίζει πιο πολύ Blackfield παρά τις προσωπικές του δουλειές και στα καπάκια το “Pariah” για το οποίο τα έχουμε πει αναλυτικά όταν πρωτοκυκλοφόρησε.

Μέχρι και αυτό το σημείο είμαι αρκετά μπερδεμένος. Δεν έχω πιάσει ακόμα το ύφος του album, αν και είναι ακόμα νωρίς. Σιγά σιγά όμως τα πράγματα μπαίνουν σε σειρά. Το “The Same Asylum” που έρχεται στην συνέχεια είναι ένα από τα τρία τραγούδια που είδη έχουν κυκλοφορήσει. Θα παραβλέψω τους ελάχιστους που το χαρακτήρισαν pop (δεν είμαι ο μεγαλύτερος γνωστής της pop μουσικής, αλλά ξέρω πως αν ήταν έτσι θα την άκουγα σίγουρα!) και θα συμφωνήσω με τους περισσότερους που λένε ότι αυτό το τραγούδι είναι κατευθείαν βγαλμένο από τα Porcupine Tree χρόνια (και μέσα από το “In Absentia” θα συμπλήρωνα εγώ). Μιλάμε για μία εξαιρετική σύνθεση με πολύ ωραίες γέφυρες, mid tempo, γεμάτο όμορφες μελωδίες και ένα από αυτά τα ρεφρέν που σου κολλάνε και τα σιγοτραγουδάς όλη μέρα. Αν βάλεις και το σήμα κατατεθέν Porcupine/Wilson ριφάκι που ακολουθεί μετά το refrain, τα 'χεις όλα.

Το “Refuge” είναι ένα από τα λίγα τραγούδια που μοιάζουν με τις μέχρι τώρα προσωπικές του δουλειές. Πολύ ωραίοι στίχοι και πανέξυπνο “πάντρεμα” στο σόλο της φυσαρμόνικας με αυτό της κιθάρας με ανατριχιαστική κορύφωση και φινάλε. Μία από τις καλύτερες στιγμές του άλμπουμ. Ακολουθεί το “Permanating” που είναι όντως ότι πιο pop έχει γράψει ποτέ του. Είναι όμως επιτηδευμένα pop και θυμίζει πολύ δεκαετίες 80s-90s. Έχω την αίσθηση ότι είναι φόρος τιμής στον Bowie, καθαρά προσωπική εκτίμηση. Περιμένω την επίσημη κυκλοφορία γα επιβεβαίωση. Το “Blank Tapes” είναι ένα μικρό ακουστικό ντουέτο πάλι με την Ninet για να μας βάλει στο “People Who Eat Darkness”. Εδώ για μια ακόμα φορά έχουμε ένα porcupine ύφους ροκ τραγούδι. Ανεβαστικό, με ωραία ριφάκια, εναλλαγές και δυναμισμό. Το “Song Of I” είναι το τρίτο τραγούδι που είχαμε ακούσει από πριν. Είναι ακόμα ένα ντουέτο αυτή την φορά με την Sophie Hunger. Σίγουρα ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια του album Θα ήταν το αγαπημένο μου αν δεν υπήρχε το επόμενο. Στίχοι καυστικοί για τον τρόπο ζωής και τα “πρέπει” των Βρετανών. Εκπληκτική σύνθεση, σκοτεινή με μια σταδιακά αυξανόμενη ένταση. Τέλος τα πλήκτρα και τα έγχορδα φτιάχνουν μια ατμόσφαιρα κατευθείαν βγαλμένη από το “Fear Of A Blank Planet” των Porcupine. Και λίγο πριν το φινάλε φτάνουμε στο “Detonation”.

Το album θα ήταν πολύ καλό ακόμα και χωρίς αυτό το κομμάτι, όπως θα ήταν πολύ καλό και μόνο με αυτό το κομμάτι και άλλα δέκα αδιάφορα. Το “Detonation” όμως, είναι το τραγούδι που παίρνει ένα πολύ καλό άλμπουμ και το κάνει κορυφαίο. Είναι μια από τις συνθέσεις που μόνο ο Wilson ξέρει να δίνει. Εννιά λεπτά και δεκαεννέα δευτερόλεπτα. Σε περνάει από σαράντα κύματα για να βγεις τελικά εξαγιασμένος σαν ήρωας σε αρχαία τραγωδία. Ο ορισμός του Progressive. Κλείσιμο με “Song Of Unborn” και νομίζω είναι μόλις το τρίτο κομμάτι που θυμίζει τις προηγούμενες δουλειές του και ειδικά τις συνθέσεις του “Grace For Drowning”. Υπέροχη μελωδία με ανατριχιαστική ατμόσφαιρα στο background και εναλλαγή μεταξύ “απελπισίας” και “ελπίδας” τόσο σε στίχους όσο και σε μουσική. Ιδανικός επίλογος.

Τι δεν έχει; Νομίζω πως το “To The Bone” δεν είναι ένα concept album, όπως τα δύο προηγούμενα. Μοιάζει περισσότερο με μια συλλογή τραγουδιών, εμπνευσμένα όλα από προσωπικες ανησυχίες, χωρίς όμως να αποτελούν απαραίτητα κομμάτια του ίδιου παζλ.

Ήταν δεδομένο πως το “To The Bone” δεν θα ήταν πουθενά κοντά στις πρόσφατες δουλειές του. Είναι κάτι σαν κανόνας που τηρεί ευλαβικά και το δηλώνει απερίφραστα. Όμως, λίγο ίσως η δικιά του νοσταλγία, λίγο του κοινού, μας έφερε ήχους που μας είχαν λείψει και είχαμε πεθυμήσει. Βέβαια με μια ανάσα φρεσκάδας.

Δεν μιλάμε για ανακύκλωση, αλλά για αναγέννηση.

Read 626 times