Monuments on Facebook

INTERVIEW : Τμήμα Εσωτερικών Υποθέσεων - Αλέξανδρος Ριχάρδος (Μέρος Δεύτερο)

Friday, 21 July 2017 06:00
Συντάκτης:
Published in Interviews

Ιδού λοιπόν το δεύτερο μέρος της συνέντευξης που πραγματοποίησε η Jane Σαμπανίκου και για να μη σας κρατάμε άλλο σε αγωνία - η υποδοχή που επιφυλάξατε στο πρώτο μέρος υπήρξε μοναδική!- γράφω εγώ τι εστί για με ο Αλέξανδρος, μη μπαγιατέψει κι άλλο το εγχείρημα.

Προλογίζει ο Χρήστος Κισατζεκιάν

Αναρωτιέστε πώς τον γνώρισα και πότε; Ήμουν φαντάρος στα τελειώματα της θητείας μου το 1988 όταν η έως και παροιμιώδης τύχη μου με ήθελε υπεύθυνο των μουσικών σελίδων του αυστηρά και μόνο στρατιωτικού περιοδικού «Η Θητεία Σήμερα». Και γράφω παροιμιώδης τύχη όχι γιατί βρέθηκα τους τελευταίους μήνες ως φωτορεπόρτερ στο Γραφείο Τύπου του Υπουργείο Εθνικής Άμυνας με γνωριμία της μητέρας μου, αφού όμως πρώτα κόντεψα να πολεμήσω στα σύνορα με την Τουρκιά όταν βγήκε το Σισμίκ για κρουαζιέρα στο Αιγαίο την προηγούμενη χρονιά!... Ούτε γιατί άγγιξα για πρώτη φορά το όνειρό μου να ασχοληθώ σοβαρά με την μουσική δημοσιογραφία ΠΡΙΝ τη συναυλιακή φωτογραφία, αφού εγώ ο ίδιος εισηγήθηκα πως έπρεπε να υπάρχει και ένα μουσικό τμήμα σε αυτό το πρωτοφανές έντυπο. Το γράφω διότι κείνο το «πειραματικό» περιοδικό ποικίλης ύλης που μοιραζόταν δωρεάν σε όλους τους στρατευμένους της χώρας (μιλάμε για ΤΙΤΑΝΙΟ τιράζ & αναγνωστικό κοινό!!!) πρόλαβε να κυκλοφορήσει μονάχα τρία τεύχη, στα οποία πρόφτασα να συνεισφέρω έχοντας απόλυτη ελευθερία κινήσεων. Σε βαθμό τέτοιο μάλιστα, που πρόφτασα ο αθεόφοβος να γράψω στο πρώτο κιόλας τεύχος άρθρο με γενικό τίτλο «Η αναγκαιότητα του Ηeavy Metal» και δεν μου το έφαγε η λογοκρισία, για να μην πω δεν έφαγα φυλάκα δηλαδή!!!... Με μεγάλη φωτογραφία του Vince Neil να το κοσμεί, με τα φουλάρια και τα χαϊμαλιά του, μη βάλω τον Conrad "Cronos" Lant των Venom και γίνει τσι Πόπης. Πού;;; Στο επίσημο έντυπο του Ελληνικού Στρατού! Πώς το λεν αυτό να δεις;…  Άγνοια κινδύνου; Θα μπορούσα να γράψω βιβλίο για όλα αυτά λέμε, και πού ξέρεις, ίσως το κάμνω κάποτε.

 

Ένας από τους σταθμούς μου λοιπόν στην αξιαγάπητη λεωφόρο Μεσογείων μια φορά το μήνα για promo vinyls - τη λεωφόρο που φιλοξενούσε για δεκαετίες τη συντριπτική πλειοψηφία των πολυεθνικών δισκογραφικών εταιριών- ήταν και η CBS. Διευθυντής ξένου ρεπερτορίου της οποίας ο ξακουστός Ριχάρδος παρακαλώ, την ίδια εποχή που ήταν ραδιοφωνικός παραγωγός στον Antenna Radio πριν γράψει ιστορία στους Rock FM, Ηχώ FM, Capital & Rockmachine… Μονομιάς έδεσε το γλυκό. Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι του. Άλλωστε η ειδοποιός ηλικιακή διαφορά των εννέα χρόνων είχε ήδη ξεκινήσει να φθίνει μπρος στην κοινή μας καύλα και τα κοινά μας ακούσματα αφού, θυμίζω, ο αείμνηστος αδελφάκος μου ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος του Αλέξανδρου και με είχε εκπαιδεύσει άριστα. Είχαμε ήδη κοινό λεξιλόγιο!

 

«Αυτό εδώ είναι για σένα, δεν μου πολυάρεσε εμένα μα κάτι μου λέει πως έχουν μέλλον αυτοί εδώ» μου δήλωσε μια μέρα λοιπόν ο τιμώμενος δίνοντάς μου μεταξύ άλλων το ντεμπούτο των από τότε αγαπημένων μου Warrant. Λες και το ‘ξερε  πως το “Cherry Pie” θα έσπαγε τα ταμεία!... Τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία. Σε κάθε του νέο στέκι στα ερτζιανά, είχε πάντα την πόρτα του ανοιχτή για on air συνεντεύξεις και παρουσιάσεις των μουσικών σχημάτων όπου υπήρξα ιδρυτικό μέλος, μα και για κάποια απολαυστικότατα back to back battles του στυλ «εσύ θα στηρίξεις τους AC/DC επιλέγοντας τραγούδια και εγώ τους Uriah Heep». Ομορφιές! Το ένα φέρνει το άλλο, αρχίσαμε παρέα, του παραχωρούσα αφιλοκερδώς φωτογραφίες για το εξώφυλλο του θρυλικού του fanzine “Long Live Rock” (σαν κι αυτή εδώ του Steve Vai), φωτογράφισα τη βάπτιση της κορούλας του, βγαίναμε για φαΐ, κάναμε μασκέ parties και γίναμε φίλοι τόσο, που μαζί με τον άλλο αγαπημένο φίλο Παναγιωτόπουλο διεκδικήσαμε την έκδοση της Ελληνικής version του αγαπημένου μας “Classic Rock” από την Μουσικοεκδοτική Α.Ε. όπου δούλευα, πριν πτωχεύσει. Τέλος με προσκάλεσε να γίνω μέρος του Rockmachine.gr και φυσικά δέχθηκα με χαρά για το διάστημα που μπόρεσα να το χωρέσω κι αυτό κάπου.

Όμως δεν είναι μόνο οι γαργαλιστικές rock’n’roll ιστορίες του που λαχταρούσα εδώ. Πρώτα και πάνω από όλα είναι η άφθαρτη, αγέραστη εφηβική του καρδιά που τον θέλει στα εξήντα του (εξίσου) παρορμητικό και…β(λ)αμμένο με όσα μας εξιτάρουν.

Για του λόγου το αληθές, μην πάμε μακριά. Όποιος άλλος εκτός του Τσέλλου και του Τσουρέα τον είδε να χοροπηδά ωσάν κατσικάκι γάλακτος μέσα Μαΐου στους Omen, γνωρίζει από πρώτο χέρι τι εννοώ!

Πάμε! Β' Μέρος.

 

 

(με τον αείμνηστο Jack Bruce των Cream)

 

Στην Ελλάδα, το metal κοινό είναι το πιο συνειδητοποιημένο και συνεπές. Αγοράζει ακόμη δίσκους, έστω και λίγους, έχει άποψη, μπορεί να ξεχωρίσει το καλό από το κακό, πηγαίνει στις συναυλίες με αποκλειστικό στόχο να απολαύσει τη μουσική. Σε σχέση με το λίγο φύρδην μίγδην κοινό της pop π.χ., το metal κοινό είναι πιο συγκροτημένο. Έχει έναν δικό του πολιτισμό τον οποίο ακολουθεί κατά γράμμα.

Στη δισκοθήκη μου, μέχρι αυτήν τη στιγμή που μιλάμε, έχω 14. 156 δίσκους ενώ συλλέγω και περιοδικά, μέχρι να προκύψει πρόβλημα χώρου βέβαια, αλλά ευτυχώς έχω λίγα περιθώρια ακόμη. Στεναχωριέμαι που γίνονται δύο μικρά παζάρια δίσκων αντί για ένα μεγάλο. Όταν αγοράζω δεν είμαι της λογικής «δώσε και μένα μπάρμπα», με την έννοια ότι δεν αγοράζω ό,τι να ‘ναι μόνο και μόνο για να ΄χω να μετράω. Κάθε δίσκος που αγοράζω είναι κατόπιν συνειδητής επιλογής και τους διατηρώ όλους σε εξαιρετική κατάσταση, σε καταπληκτικά ράφια.

(Με τον ιδιοφυή Ian Anderson των Jethro Tull)

Μια σχετική ιστορία που δεν θα ξεχάσω είναι τότε που είχα πάρει έναν δίσκο των Jerusalem, του 1972, που είχε κάνει την παραγωγή ο Ian Gillan. Είχα δώσει 5.000 δραχμές, θυμάμαι, που ήταν πάρα πολλά λεφτά για εκείνη την εποχή, αλλά το πήρα γιατί το ήθελα οπωσδήποτε. Είναι ίσως ο χειρότερος δίσκος που έχω σπίτι μου! Πολύ χάλια. Κάποια στιγμή ρώτησα τον ίδιο τον Gillan γι’ αυτό κι εκείνος μου είπε ότι δεν θυμάται τίποτα. Το μόνο που θυμόταν ήταν το μπαρ δίπλα από το studio ηχογράφησης.

(Μοναδικό απόκτημα για κάθε συλλέκτη!)

Ο πιο πολύτιμος δίσκος που έχω στη δισκοθήκη είναι ελληνικής εκτύπωσης, το “Accidentaly On Purpose”, των Gillan-Glover, του 1988. Είχα δώσει το εξώφυλλο στον Gillan για να το υπογράψει και με την ευκαιρία τον ενημέρωσα ότι την επόμενη εβδομάδα θα συναντούσα τον Roger Glover, καθώς είχα προγραμματισμένη συνέντευξη με τους Deep Purple. Όταν το έμαθε, μαζί με την υπογραφή του έγραψε κι ένα μήνυμα για τον Glover. Όταν το είδε ο Glover έγραψε με τη σειρά του πάνω στο εξώφυλλο την απάντηση! Συνεπώς, αυτός είναι για μένα ο πιο ακριβός -συναισθηματικά τουλάχιστον- δίσκος. Το μήνυμα του Gillan λέει: “Hi Rory, love you mate!”. Και του Glover: “ The feeling is entirely mutual, pal”. Καμία έκδοση δίσκου κορυφαίας ποιότητας και κοπής με περίεργα κοπτικά και περίτεχνα εξώφυλλα δεν φτάνει σε αξία αυτόν τον δίσκο για μένα.

(ΝΑ λοιπόν μια στιγμή που ζηλεύουν και οι πέτρες, πόσο μάλλον κι εγώ! Michael Jackson & Quincy Jones??? OMG)

Είχα την τύχη να ζήσω το ωραιότερο διάστημα της δισκογραφίας. Την εποχή που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται. Τότε που οι δισκογραφικές έριχναν λεφτά κι έβαζαν πλάτη στους διοργανωτές συναυλιών. Επειδή, λοιπόν, δεν υπήρχε το ίντερνετ και οι ευκολίες του, κάθε φορά που κυκλοφορούσε ένας καινούργιος δίσκος, ένα ή δύο μέλη του εκάστοτε συγκροτήματος έκαναν ένα promo tour σε διάφορες χώρες στο πλαίσιο της προώθησης του άλμπουμ με μια ατζέντα γεμάτη συνεντεύξεις και παρουσιάσεις. Εγώ, ως Press Officer τότε, το γούσταρα τρελά όλο αυτό το πράγμα. Όταν ερχόντουσαν οι καλλιτέχνες, η Bonnie Tyler, εκείνος ο τύπος, ο Paul King, που είχε κάνει μια-δυο επιτυχίες στην Αγγλία και έπειτα έγινε παρουσιαστής στο MTV, o σαξοφωνίστας των Supertramp, η Joan Jett και δεκάδες άλλοι που δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή, είχαμε τη συνήθεια να τους υποδεχόμαστε με λουλούδια.

(Με τον θρυλικό & πολυαγαπημένο του/μου/μας Μίκη Κουτί των Uriah Heep)

Έτσι, εκεί στις αφίξεις του αεροδρομίου είχα γνωρίσει έναν ανθοπώλη ο οποίος, εκτός από λουλούδια, πουλούσε κάτι Όθωνες, κάτι Αμαλίες, κάτι Ouzo Power, κάτι «Κρήτη my Love» και τέτοια. Πήγαινα, λοιπόν, εκεί με λεφτά που μου είχε δώσει η δισκογραφική, έπαιρνα τη γλαδιόλα μου και περίμενα τον καλλιτέχνη. Αυτό είχε συμβεί αρκετές φορές, αφού ήταν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων μου. Έτσι απέκτησα μια πιο στενή σχέση με τον λουλουδά, Νίκο τον λέγανε, ο οποίος με έβλεπε σαν θεό με όλους αυτούς που υποδεχόμουν, και είχαμε ένα καλημέρα-καλησπέρα. Μια μέρα πήγα στο αεροδρόμιο να πάρω τον αδελφό μου. Με βλέπει ο Νίκος από μακριά και μου φωνάζει: «Στην ετοιμάζω αμέσως τη γλαδιόλα!». Μέχρι που του εξήγησα ότι αυτή την φορά ήταν περιττό.

(Άλλη μια φωτογραφία που έβγαλα του λόγου μου από το αρχείο του φίλτατου Αλέξανδρου. Προσωπικός του φωτογράφος, κανονικά!)

Θυμάμαι και μια ιστορία με τον James Brown. Τρομερός τύπος, τρο-με-ρός! Μετά από μια μεγάλη καριέρα στη Motown, τον είχαμε πάρει στη CBS, για την οποία δούλευα τότε, και τον είχα συναντήσει. Είχε έρθει με τη γυναίκα του – αυτή που είχανε το ιστορικό κακοποίησης- και τον βοηθούσα σε ό,τι ήθελε, τον διευκόλυνα στις διαδικασίες για τη συναυλία που θα έδινε και του μίλησα για λίγο παρόλο που δεν ήταν ο τύπος που θα σου αφήσει χώρο. Κάποια στιγμή με ρωτάει: «Τι κάνεις εσύ εδώ; Ποιός είναι ο ρόλος σου;». Του λέω, «δουλεύω στη CBS και κάνω αυτά κι αυτά» και μου λέει: «Επειδή σε βλέπω που τρέχεις, σου εύχομαι καλή επιτυχία». Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση που ένας γίγαντας όπως ο James Brown -μιλάμε ο James Brown είναι απλησίαστος!- με είχε ρωτήσει ποιός είμαι και μου είχε ευχηθεί «καλή επιτυχία», εμένα!, που αισθανόμουν ένα μυρμήγκι μπροστά του.

(Αγκαλίτσες με τον Scott Gohram των Thin Lizzy!)

Το ίδιο απλοί και γήινοι ήταν και ο Jon Lord και ο Carlos Santana. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας μιλάμε. Θυμάμαι σ’ ένα δείπνο στον Λυκαβηττό τον Santana να μας τραβάει τις καρέκλες για να κάτσουμε στο τραπέζι. Ήταν μαζί και ο Δημήτρης Γιαρμενίτης, ο Γιάννης Πετρίδης και μερικοί άλλοι και ο Santana να μας περιμένει να καθίσουμε! «Τι θα πάρεις;», τον ρωτήσαμε. «Ό,τι πάρετε όλοι σας». Τόσο απλός και προσγειωμένος. Με μια ταπεινότητα που ουσιαστικά πηγάζει από την επίγνωση. Δεν έχει να αποδείξει τίποτα ο Santana. Βαράει και τρίζουν οι πέτρες. Και ο Lord, Κύριος! Τόσο που η λέξη «κύριος» του πέφτει λίγη. Δεν έχω ξανασυναντήσει τόσο καλό και απλό άνθρωπο. Δεν ξέρω τι κάνει στην προσωπική του ζωή, εμένα πάντως με είχε μαγέψει. Μου είχε δοθεί η ευκαιρία να μιλήσω αρκετά μαζί του, όταν έπρεπε να τον πάω με το αυτοκίνητό μου -ένα απλό Opel, όχι καμιά λιμουζίνα-, σ’ ένα ραδιόφωνο για μια συνέντευξη κι επειδή δεν έμπαινα στον δακτύλιο, τον πήγα από άλλη διαδρομή μπλέξαμε στην κίνηση και φάγαμε ώρα πολλή συζητώντας. Τι ιστορίες μου είχε πει! Τι άνθρωπος! Και βλέπεις κάποιους άλλους που έχουν κάνει μία επιτυχία στη ζωή τους και απαιτούν τα απίθανα.

(Άλλος ένας από τους αμέτρητους κοινούς μας έρωτες - Michael Schenker. Οι παρατηρητικοί θα προσέξατε το αξιοζήλευτο πανωφόρι του φίλου μου... Τι να λέμε. Ο λατρεμένος μας John Norum ανέκαθεν δήλωνε μαθητής του εν λόγω guitar hero!)

Το κακό με τους νέους καλλιτέχνες είναι ότι εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να αφήσουν τίποτα πίσω τους. Η μουσική βιομηχανία έχει αλλάξει από τα θεμέλια και η εποχή με την υπερέκθεση και τις ευκολίες της συχνά τους γυρίζει μπούμερανγκ. Δεν πουλάνε δίσκους πια, αλλά views, όμως το ότι βλέπεις κάτι, έστω και για λίγο, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι σου αρέσει κιόλας ή ότι το αγοράζεις. Με την επανάσταση της ψηφιακής τεχνολογίας κάτι κερδίζεις κάτι χάνεις, ως είθισται. Πάντως, θεωρώ ότι εμείς οι άνω των 55 ανήκουμε σε μιαν άλλη εποχή η οποία έχει παρέλθει ουσιαστικά και νομίζω ότι μουσειακά στέκεται πλέον. Φοβάμαι ότι τα νέα παιδιά τα ακούνε και τα διαβάζουν όλα αυτά με μια περιέργεια, και ως εκεί. Δεν βλέπω να γίνεται κάτι άλλο στη μουσική που να διαφέρει τόσο πολύ από αυτά που ήδη ξέρουμε. Υπάρχει εξέλιξη φυσικά και καλά κάνει. Έτσι αναβιώνουν, σε μεταλλαγμένη μορφή, μουσικά είδη που έχουν πεθάνει. Όπως το southern rock που αναβίωσε με το stoner και με κάποια νέα group όπως οι Blackberry Smoke, ή ποιος θα πίστευε την απήχηση της νεοψυχεδέλειας.

Το ίδιο να δεις ότι θα συμβεί και με το metal που αυτήν τη στιγμή, μην κοροϊδευόμαστε, είναι τελειωμένη ιστορία. Καθώς τα μουσικά είδη έρχονται και παρέρχονται, πιστεύω πως θα περάσει μια εικοσαετία, το metal θα διαλυθεί και θα επανέλθει με φρέσκια ορμή, στο ίδιο ύφος, με πιο σύγχρονο ήχο.

Καλά να ΄μαστε, να το ζήσουμε κι αυτό!

 

Photos by Chris Kissadjekian / www.livephotographs.com 

 

Read 1055 times

Leave a comment