Monuments on Facebook

WOVENHAND, EMMA RUTH RUNDLE – Fuzz, Αθήνα 13 Μαϊου 2017

Tuesday, 16 May 2017 07:23
Published in Live Reviews

Χωρίς «Καλό Ποιμένα» γίνεται;

Γράφει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Ξεκινώ με εφέ τύπου Guy Ritchie. Δηλαδή, πάω αποσπασματικά και σε αργή κίνηση από το τέλος της σκηνής προς την αρχή.

Ναι, ήμουν σίγουρος πως θα ήταν η δεύτερη φορά που θα άκουγα το “Good Shepherd” χωρίς να τρέχω. Μετά την πρώτη γνωριμία μας, το πέρασα στο i-pod και… να ‘σου τα χιλιόμετρα. Ήταν μια χρυσή ευκαιρία να (ξανα)δω πώς ακούγεται στατικά. Μόνο που οι Wovenhand δεν το έπαιξαν! Επέλεξαν να παίξουν πέντε τραγούδια από το “Refractory Obdurate”, αλλά όχι το συγκεκριμένο, επτά από το τελευταίο άλμπουμ τους “Star Treatment”, ένα από το “The Laughing Stalk” και ένα από το “The Threshingfloor”.

Όταν σχεδόν όλος ο κόσμος είχε αποχωρήσει, ο πολύς Δαβίδ Ευγένιος βγήκε απρόσμενα, έσφιξε το χέρι σε όσους τον πλησίασαν και υπέγραψε αυτόγραφα. Η καλή ανατροφή μου (συγχαρητήρια στους γονείς μου!) δε μου επέτρεψε να τον ψέξω, επειδή δεν έπαιξε το “Good Shepherd”. Αντίθετα, του θύμισα κάτι που είχαμε πει κάποιες αρχαίες εποχές στο Ρόδον, όταν είχε παίξει με τους 16 Horsepower (respect, my man, respect…), γελάσαμε και οι δύο με νόημα κι ύστερα τον ευχαρίστησα. Μεταξύ μας, όταν έφτασα στο σπίτι, έβαλα το “Black Soul Choir”.

 

Η αρχή είχε γίνει λίγο μετά τις εννέα και τέταρτο, που ήταν προγραμματισμένη, λόγω… ατυχήματος. Η Emma Ruth Rundle, όπως μου αποκάλυψαν κύκλοι του περιβάλλοντός της (άλλο να είσαι δημοσιογράφος και άλλο να ζεις την ενημέρωση…) είχε πέσει από μια σκάλα, αποκομίζοντας ραγίσματα στο πλευρό και το πόδι. Παρόλα αυτά όμως έδωσε το παρόν και αντεπεξήλθε πλήρως στια απαιτήσεις της εμφάνισής της. Μια «σεμνή» παρουσία, σε ένα ήπιο και ταυτόχρονα δυναμικό σετ «πειραγμένης» folk (δεν την είπα ambient, πάντως), με αμυδρές της επιρροές του αγαπημένου της post rock, στο οποίο έχει εξασκηθεί λόγω της συμμετοχής της στους Red Sparowes.

Το “Living with the Black Dog” από το ντεμπούτο της "Some Heavy Ocean" χειροκροτήθηκε θερμότερα από όλα τα άλλα τραγούδια της, από ένα κοινό που, τηρουμένων των αναλογιών στις support εμφανίσεις, τη σεβάστηκε αρκετά. Ελπίζω αυτό να μην έγινε λόγω του τραυματισμού της, αλλά, έστω κι αν ήταν έτσι, λειτούργησε απόλυτα. Το περυσινό "Marked for Death" είχε κι αυτό την τιμητική του, στην προσπάθειά της να μας κάνει κοινωνούς μουσικών αναζητήσεών, που κατά δήλωσή της, αγαπούν να εδράζονται στην Kate Bush και τον David Lynch. Η φωνή της ήταν καλή τόσο στις χαμηλές, όσο και στις υψηλές, με την κιθάρα κατά κύριο λόγο να έχει συνοδευτικό ρόλο. Το «φάντασμα» της Khristine Hersh που συνήθως την τριγυρνούσε, έφυγε εν μέσω θερμών χειροκροτημάτων στις 22.01’, αφού κάποιος της έβγαλε την κιθάρα με προσεκτικές κινήσεις, επειδή η ίδια πονούσε πολύ για να το κάνει μόνη της.

 

Το ρολόι έδειχνε (λέμε, τώρα…) 22.28’ όταν τα φώτα χαμήλωσαν και ακούστηκαν ηχογραφημένα δείγματα της αγάπης του David Eugene Edwards στις μουσικές του κόσμου. Μη με ρωτήσετε τώρα αν η γλώσσα που ακουγόταν ήταν από τους αγαπημένους του Αμερικανούς ιθαγενείς, τους Ιρανούς ή τους Μαροκινούς. Αν, παρόλα αυτά, με ρωτάτε, σας λέω πως δε θα σας απαντήσω (γιατί αν έλεγα πως δεν ξέρω, θα έπληττα καίρια το μουσικό μου prestige – η ξενόγλωσση αναγραφή ήταν σκόπιμη). Κι ενώ η μουσικές έπαιζαν, βγήκαν οι Wovenhand, με το όντως ευρύ κοινό να δείχνει πόσο αποφασισμένο ήταν να περάσει καλά. Κι επειδή όχι μόνο «δε μιλάμε σε αγνώστους», αλλά ούτε και χειροκροτούμε αγνώστους, σας πληροφορούμε ότι πλάι στον Edwards έπαιζαν ο Chuck French κιθάρα, ο Neil Keener μπάσο (αμφότεροι μέλη των Planes Mistaken For Stars) και ο Ordy Garrison ντραμς. Κι επειδή ανέκαθεν σιχαινόμουν το «σπεύδε βραδέως» βιάζομαι να σας πω αφενός ότι η rhythm section ήταν αληθινά εξαιρετική και αφετέρου ότι ο Garrison έκανε για δύο συγκροτήματα μαζί. Με άλλα λόγια, κι εγώ να έπαιζα με τέτοιον ντράμερ, θα ήμουν κορυφαίος (πρέπει να ανακτήσω το τρωθέν μου prestige, οπότε η καθαρευουσιάνικη μετοχή ήταν σκόπιμη …)

Τι είδαμε από τους Wovenhand; Μία πολύ προσεγμένη συναυλία, άρτια εκτελεσμένη (μονάχα μια στιγμή χάθηκε η απόλυτη ακρίβεια), τη φωνή του Edwards να παραμένει συγκλονιστική στην ιδιαιτερότητά της και περίσσευμα δυναμισμού, σε ελαφρώς χαμηλότερους από τους αναμενόμενους τόνους. Ακούσαμε «πειραγμένη» την κληρονομιά των Johnny Cash, Hank Williams και Marty Robbins με τα λεγόμενα alt country και neo-folk σύγχρονα συστατικά. Και, φυσικά, την ελεγχόμενη αγωνία του Edwards να σώσει την ψυχή του, με αρκετές βιβλικές αναφορές και αφοπλιστικές δημόσιες εξομολογήσεις.

 

Με το που ξεκίνησε το “Hiss”, καταλάβαμε όλοι πως τα τύμπανα θα ήταν μεγαλειώδη. Κι όταν προστέθηκαν τα «ακαταλαβίστικα» λόγια των φανταστικών διαλέκτων και γλωσσών των Αμερικανών ιθαγενών, όλα μπήκαν με το καλησπέρα στη θέση τους. Το “Crystal Palace”, με την υπέροχη και επιβλητική εισαγωγή του, ακούστηκε απομακρυσμένο από το πρωτότυπο, θυμίζοντας ευχάριστα τους The Cult. Γι’ αυτό κι ο κόσμος προσέφερε απλόχερα το χειροκρότημά του (αν και έχω βάσιμες υποψίες ότι θα το έκανε, όπως κι αν ακουγόταν). Κι αφού μας άρεσαν τα δυνατά, πάρτε και το “Hired Hand”, για να δείτε ότι μπορούμε να το παίξουμε στα όρια του metal. Βέβαια, με τέτοια rhythm section, το μόνο που δε μπορούσες επί σκηνής να κάνεις ήταν γεμιστά κι αυτό μονάχα αν είχε διακοπή ρεύματος!

Κι ύστερα ήρθαν οι ήπιοι τόνοι του “Quiver”, με ένα εξαιρετικό jamming και φωνητικά που φλέρταραν με εκκλησιαστικούς ύμνους, για να ακολουθήσει το “Swaying Reed”, όπου ο French βγήκε μπροστά με την κιθάρα του και έκλεψε την παράσταση. Ο τεράστιος σταυρός που φορούσε ο Edwards μου φάνηκε πως φωσφόριζε περισσότερο όταν ακούστηκε το “Salome” υπό τους ήχους του μαντολίνου, με το οποίο ξεσήκωσε το κοινό ιδίως στο “All Your Waves”, που βγήκε πολύ διαφορετικό από τη στούντιο εκτέλεσή του. Με το “Corsicana Clip” η τάξη της έντασης αποκαταστάθηκε και το κοινό επιβράβευσε αναλόγως, όπως και στο θεατρικά ερμηνευμένο “The Refractory”, το “Obdurate Obscura” και το “Sinking Hands”, με το οποίο στις 23.36’ μας αποχαιρέτησαν για πρώτη φορά. Όλοι μας όμως ξέραμε πως θα τα πούμε σύντομα.

Αυτό το «σύντομα» κράτησε τρία λεπτά, υπό τους ήχους ηχογραφημένης μουσικής και με πολλά χέρια ψηλά να κινούνται ρυθμικά. Ο Edwards ξανάπιασε την κιθάρα και ξεκίνησαν με το “Five by Five”, συνέχισαν με το πομπώδες και δυνατό “Low Twelve”, για να κλείσουν στις 23.53’ με το εντυπωσιακό σόλο ντραμς που εξελίχθηκε στο “King of King”.

 

Φωτογραφίες: Λευτέρης Τσουρέας

 

 

Read 268 times

Leave a comment