Monuments on Facebook

BADBADNOTGOOD – Gazarte, Αθήνα 26 Μαϊου 2017

Tuesday, 30 May 2017 07:06
Published in Live Reviews

Jazz πανδαισία με ολίγο hip hop «δόλωμα»

Γράφει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Αυτό που έπαθα με τους BADBADNOTGOOD, το είχα πάθει σε ανάλογο βαθμό μόνο με τους Godspeed You! Black Emperor. Όταν τους «ανακάλυψα» ένιωσα ότι ανήκω σε μια ολιγάριθμη προνομιακή εγχώρια μειοψηφία που τους γνωρίζει και, αργότερα, όταν έμαθα για τη ζωντανή τους εμφάνιση, μετά τον αρχικό ενθουσιασμό μου (μου έπεσε ο freddo απ’ το χέρι), προβληματίστηκα με το αν όντως υπήρχε κοινό για να πάει να τους δει να παίζουν ζωντανά. Στους μεν GYBE το πρώτο live στην Αθήνα ήταν sold out πολλές μέρες νωρίτερα, ενώ στους BADBADNOTGOOD ο κόσμος που συγκεντρώθηκε ήταν αληθινά πολύς!

Διατί να το κρύψωμεν, άλλωστε (που έλεγε και ο μακαρίτης;); Το “IV” το είχα στα κορυφαία άλμπουμ της περυσινής χρονιάς, όπως φαίνεται από τη σχετική ανάρτηση στο site. Επίσης, δεν κρύβω ότι περίμενα με ανυπομονησία να επιβεβαιώσω τις φήμες που ήθελαν την τετραμελή μπάντα από το Τορόντο να αποδίδει εξαιρετικά επί σκηνής. Σπεύδω αμέσως να δηλώσω ότι (you must) “Believe the Hype”. Κι αυτό, κρίνοντας από τις αντιδράσεις του κοινού, δεν ήταν μόνο η δική μου γνώμη. Ο κόσμος στον ειδικά διαμορφωμένο για την περίσταση, έτσι κι αλλιώς υπέροχο χώρο του Gazarte, ήταν πολύ εκδηλωτικός στις παραινέσεις του Alexander Sowinski, ενώ έδειχνε και πολύ χαρούμενος. Κομματάκι ασυνήθιστο, δε συμφωνείτε;

 

Απ’ ό,τι φάνηκε, λοιπόν, δεν ήταν καθόλου λίγοι εκείνοι που ήταν εξοικειωμένοι με τη μοναδική jazz των BADBADNOTGOOD, που ιντρίγκαρε πολύ κόσμο από τη φερόμενη σχέση της με τη hip hop. Φυσικά, δεν υποστηρίζω πως οι hip hop επιρροές δεν είναι εμφανείς, αλλά, κρίνοντας από τον αντιπροσωπευτικό των προθέσεών τους τρόπο που έπαιξαν τις συνθέσεις τους, πιστεύω ακράδαντα ότι κάνουμε λόγο για ένα καθαρόαιμο σύγχρονο jazz κουαρτέτο. Ναι, ομολογώ ότι είπε «κάνουμε». Πριν όμως νιώσω κάποιες… άκομψες εκφράσεις διαφωνίας να με χτυπούν στο πρόσωπο, σπεύδω να τονίσω ότι επίσης είπα «σύγχρονο» jazz κουαρτέτο. Ήτοι, για μουσικούς που έχουν στραμμένα τα αυτιά τους παντού, αλλά σκέφτονται και δρουν με κύριο γνώμονα τη jazz. Τώρα που έκανα αυτή τη «βαρυσήμαντη» δήλωση, αν σεβόμουν την εγωιστική πλευρά του εαυτού μου, θα έπρεπε να κλείσω το κείμενο και να αποχωρήσω με το βηματισμό της πέρδικας (φυσικά, όχι εκείνης του ουίσκι). Επειδή όμως δεν την έχω σε καμία εκτίμηση, ως ταπεινός στρατιώτης της μουσικής δημοσιογραφίας, συνεχίζω ακάθεκτος. Άντε, και για έναν επιπλέον λόγο: επειδή θέλω να πω κάποια πράγματα ακόμα. Δυσανασχέτησε κανείς;

 

Οι BADBADNOTGOOD είναι δυσανάλογα με την ηλικία τους καλοί τζατζίστες. Δηλαδή, είναι πολύ καλοί. Κι αν, προς το παρόν, αφήσουμε κατά μέρος τις μουσικές τους ικανότητες, πάλι θα καταλήξουμε στο ίδιο συμπέρασμα από την εμφάνισή τους! Οι υπέροχοι αυτοί τύποι αποτελούν τον ορισμό της απλότητας και θυμίζουν εμφανισιακά και ενδυματολογικά παιδιά που έχουν συγκεντρωθεί στο σπίτι ενός για να παίξουν Pro τρώγοντας πίτσα. Και μάλιστα τέτοια, που μπορεί και να έχουν τύψεις που δε διάβασαν καλά τα μαθήματά τους (εντάξει, λίγες, όχι πολλές). Με άλλα λόγια, κερδίζουν απίστευτους πόντους από το τελείως ανεπιτήδευτο στυλ τους, λόγω του οποίου προέκυψε το απερίγραπτο και ταυτόχρονα μυθικό εξώφυλλο του “IV”. Κι αν είναι μικροί σε ηλικία, μόνο άπειροι δεν είναι, έχοντας ήδη στο ενεργητικό τους συμμετοχές σε αρκετά μεγάλα διεθνή φεστιβάλ.

Μπροστάρης είναι ο πληθωρικός ικανότατος ντράμερ Alexander Sowinski, που αναλαμβάνει την επικοινωνία με το κοινό, αφανής ήρωας ο ντροπαλός κιμπορντίστας Matthew A. Tavares, που σε ένα σόλο του κοκκίνισε στα μάγουλα (respect, my man!), άνθρωπος για όλες τις δουλειές ο πολυοργανίστας των πνευστών και των λοιπών κρουστών νεοφερμένος Leland Whitty (ο οποίος είναι κυριολεκτικά σωσίας του φίλου μου Γιώργου Τ., του Τ.Ε. – σπεύδω να δηλώσω ότι τα αρχικά αυτά δε σημαίνουν «τεχνολογικής εκπαίδευσης») και πρωτοκορυφαίος μεταξύ κορυφαίων ο μπασίστας Chester Hansen, που κυριολεκτικά με ταξίδεψε! Παιδιά, να είστε καλά και να σας ξαναδούμε σύντομα! Α, ναι. Πρέπει να πούμε και τι είδαμε, σωστά;

 

Στις 22.42’ οι τέσσερις μουσικοί βγήκαν στη σκηνή με το σαξόφωνο του Whitty να κάνει την εισαγωγή στη βραδιά και το κοινό να δείχνει με το… καλησπέρα πόσο διατεθειμένο ήταν να περάσει καλά. Ο Sowinski, πιο εξωστρεφής από τους άλλους, μας είπε πόσο ευτυχής είναι που επισκέφθηκε την όμορφη χώρα μας, με τη σημαντική ιστορία, ενώ η μπάντα χωρίς άλλα λόγια μπήκε στο «ψητό» με εμφανέστατες αυτοσχεδιαστικές τάσεις και αρκετά τροποποιημένες εκτελέσεις των συνθέσεων, σε σχέση με εκείνες των δίσκων. Προς μεγάλη μου ικανοποίηση, το “IV” είχε την τιμητική του, με το κουαρτέτο να απολαμβάνει όλο και περισσότερο τα vibes του εκδηλωτικού κοινού και να εναλλάσσει με αβίαστη ευκολία τους hip hop, pop και κλασικούς 70’ς groovy ρυθμούς σε ένα κορυφαίο jazz υπόστρωμα, που αν επιμένετε μπορείτε να το πείτε “nu”, χωρίς όμως τη δική μου συναίνεση (ξέρω, σκασίλα σας). Οι BADBADNOTGOOD μας έδειξαν πώς γίνεται κάποιος να είναι ταυτόχρονα jazz rock της κληρονομιάς των Soft Machine και σταδιακά να «μεταπίπτει» με χαρακτηριστική άνεση και δεξιοτεχνία στην smooth jazz του Taj Farlow, για να καταλήξει μέσω πρώιμης hip hop α-λα Gil Scott-Heron, σε blues, lounge ή jazzy pop ηχοτοπία. Ο κόσμος ανέβασε τους τόνους στο εκπληκτικό “And That, Too”, με τα πλήκτρα του Tavares να παραπέμπουν στις μουσικές του Resident Evil και να παρουσιάζουν μια επίσης ελκυστική εκδοχή του τραγουδιού. Στο “Speaking Gently” επίσης έγινε χαμός, με τις επιρροές από τα κινηματογραφικά τοπία του φανταστικού κινηματογράφου των ‘70’ς να αναβιώνουν στα keyboards του Tavares και τη μπάντα να κινείται (ακόμα) πιο άνετα στη σκηνή. Οι πιο ακραιφνείς jazz συνθέσεις είχαν ως κορυφαίες στιγμές το “Confessions Pt II” και το “Lavender”, όπου «αποδομήθηκαν» ακόμα και τα στοιχεία της στούντιο εκτέλεσης! Το δε κλασικό για τις ζωντανές εμφανίσεις τους “Chompy’s Paradise” έγινε και δικός μας… Παράδεισος, σε μια πιο κοφτή και ταυτόχρονα πιο ατμοσφαιρική εκτέλεση, με τον Whitty να κερδίζει τα εύσημα σολάροντας με το σαξόφωνό του.

Οι αυτοσχεδιασμοί συνεχίζονταν κατά βάση ελεγχόμενοι, ενώ το μπάσο συχνά έκανε το δάπεδο και τα τραπεζάκια να δονούνται, με τις αναφορές στον Bernard Edwards να πληθαίνουν και τα χτυπήματα στο upright bass να μαγεύουν. Σε μια στιγμή, μια κοπέλα από το κοινό ζήτησε το φλάουτο του Whitty, έπαιξε λίγο με αυτό και τραγούδησε, ενώ βρισκόταν κάτω από τη σκηνή. Όπως καταλάβατε, όλοι ήμασταν μια υπέροχη ατμόσφαιρα και γι’ αυτό ο Sowinski ζητούσε κατά διαστήματα από το κοινό να χειροκροτεί ρυθμικά, να κινεί αργά τα χέρια του ψηλά για να νιώσει καλύτερα τη μουσική ή να κάνει επιτόπια άλματα. Βλέπετε, έπρεπε να καούν οι θερμίδες της πίτσας…

Στις 23.54’, εν μέσω έντονων επιδοκιμασιών, η εμφανώς ικανοποιημένη μπάντα μας αποχαιρέτησε για τέσσερα λεπτά, οπότε μας πεθύμησε και ξαναβγήκε! Για επιδόρπιο έπαιξε το “Food” σε μια εντυπωσιακή αγνώριστη εκδοχή διάρκειας δέκα περίπου λεπτών, μέχρι που ακούσαμε το «ευχαριστώ» στη διάλεκτο των περήφανων ιθαγενών και νομίσαμε πως θα τους χάσουμε από τα μάτια μας. Για την ακρίβεια, χάθηκαν οι δύο, αφού ο Sowinski ξεστόμισε ένα “We gotta take it out”, μένοντας στη σκηνή μόνο με τον Whitty, ο οποίος σόλαρε για πέντε περίπου λεπτά, ώσπου στις 00.14’ άναψαν τα φώτα και φάνηκαν περισσότερο τα χαμόγελα.

GOODGOODEXCELLENT !!!

 

Φωτοφραφίες : Ειρήνη Ρυσάκη & Τάκης Κρεμμυδιώτης  

 

 

Read 567 times

Leave a comment