Monuments on Facebook

SLOWDIVE, AFFORAMANCE - FUZZ MUSIC CLUB, Αθήνα, Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Tuesday, 12 September 2017 07:46
Published in Live Reviews

Με τον καλύτερο τρόπο ξεκινάμε τις ανταποκρίσεις της νέας συναυλιακής σεζόν στη σελίδα μας, και αυτός δεν είναι άλλος από την πολυαναμενόμενη πρώτη, μεγάλη συναυλία των Slowdive στην Ελλάδα. Ας δούμε τι έγινε το Σάββατο 09/09/2017 στο Fuzz Live Music Club.

Από τον Πάνο Σταυρουλάκη 

Σύμφωνα με το δελτίο τύπου, οι πόρτες θα άνοιγαν, ως συνήθως, στις 20:00. Φτάσαμε εκεί κατά τις εννιά παρά, για να δούμε ήδη κάμποσο κόσμο μέσα στον χώρο, θέαμα που δεν συναντάς συχνά τέτοιες ώρες. Στις 21:25, θα έβγαιναν στη σκηνή, για να ανοίξουν τη βραδιά, οι δικοί μας, post-rockers Afformance. Όταν, με την ανακοίνωση της συναυλίας, είχα διαβάσει ότι θα προστεθεί και opening act, το οποίο θα ανακοινωνόταν εν καιρώ, είχα μεγάλη απορία για το ποιο θα ήταν αυτό, ποιο θα ταίριαζε σε μια τέτοια συναυλία. Θα πρέπει να ήταν κάποιο που να μην ξεκίνησε και χθες, αφού θα είχε το βαρύ καθήκον να παίξει πριν από μια τέτοια μπάντα, αλλά και να ταιριάζει μουσικά στο πρόγραμμα και ειλικρινά, δε μπορούσα ούτε κι εγώ να σκεφτώ κάποιο, έτσι, σαν ιδέα. Η ανακοίνωση για την προσθήκη των Afformance, πριν λίγες ημέρες, με άφησε κάπως μουδιασμένο. Είχα ξαναδεί τους Afformance και δεν είχα και τις καλύτερες εντυπώσεις. Πάμε όμως να τα πούμε πιο αναλυτικα.

 

Με το πρόγραμμα να τηρείται ευλαβικά, οι Afformance, αποτελούμενοι από 6 άτομα, 5 αντρικές παρουσίες και μία γυναικεία, ανέβηκαν στη σκηνή και εγώ περίμενα με πραγματική περιέργεια να δω κατά πόσο ήταν σωστή η επιλογή του σχήματος να παίξουν πριν τους Slowdive. Τους Afformance, που λέτε, τους είχα ξαναδεί πριν 2 χρόνια περίπου, αρχές Νοεμβρίου του 2015, πάλι στο Fuzz, όταν είχαν ανοίξει τη συναυλία των Mono που περιόδευαν τότε μαζί με τους The Ocean, μιας και είχαν κυκλοφορήσει και ένα από κοινού EP (ένας υπέροχος συνδυασμός, μια μαγευτική συναυλία). Δεν τους ήξερα μέχρι τότε, οπότε πάλι περίμενα να δω και πραγματικά, με είχαν αφήσει αδιάφορο, θα έλεγα. Σκεφτείτε πως μόνο αυτό θυμάμαι. Συνήθως πάντα θυμάμαι κάθε μπάντα που έχω δει και ακόμα κι αν μου διαφεύγουν λεπτομέρειες, μου μένει ένας χαρακτηρισμός ή μια περιγραφή για αυτή, πχ ‘εξαιρετική’, ‘αρκετά καλή’, ‘πολύ κακή’, ‘θέλουν δουλειά’ κλπ. Απο τη συγκεκριμένη, όμως, δε θυμάμαι πολλά πράγματα, μιας που ένιωσα πως πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Ίσως επειδή η συνέχεια της βραδιάς έσβησε κάθε τι προηγούμενο, ίσως επειδή δεν είναι στο επίπεδο που είναι τώρα, ποιος ξέρει...

Το Σάββατο όμως, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά και βρέθηκα μπροστά σε μια τεράστια έκπληξη. Με μία φράση, θα σας πω ότι οι Afformance με συγκλόνισαν! Ήταν ένας φίλος μου δίπλα και τον σκούντηξα, λέγοντάς του ‘Ρε συ, αυτοί είναι τρομεροί, δεν τους θυμόμουν έτσι!’. Αρχικά, να πω πως ο ήχος ήταν κρύσταλλο, γεγονός που σίγουρα συνετέλεσε στο εκπληκτικό ηχητικό αποτέλεσμα. Οι Afformance έπαιξαν περίπου για 40 λεπτά, ευχαριστώντας όσους ήταν εκεί και τους είδαν, οι οποίοι μάλλον δεν ήξεραν τι θα έβλεπαν και έμειναν κι εκείνοι με το στόμα ανοιχτό. Βλέπετε, το ελληνικό κοινο, ως επι το πλείστον, για άγνωστους λόγους που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ψυχολογικής μελέτης, αγνοείς τα σχήματα που ανοίγουν μια συναυλία και έρχεται στο ενδιάμεσο κενό πριν το ‘μεγάλο όνομα’.

 

Όσοι, όμως, έπραξαν σωστά και ήρθαν νωρίς το Σάββατο, βγήκαν κερδισμένοι. Οι Afformance μας παρέσυραν σε ένα συναρπαστικό ορχηστρικό ταξίδι που μας πήρε τα μυαλά. Με τον post rock ήχο να έχει την τιμητική του, δεν έλειψαν να κάνουν την εμφάνισή τους και ambient στοιχεία τα οποία εξύψωσαν ακόμα περισσότερο το σύνολο, το οποίο αποτελούταν από μεγάλης διάρκειας κομμάτια (πόσο τα απολαμβάνουμε αυτά, όταν αξίζουν), με τρομερά καλοδουλεμένες συνθέσεις και μαγευτικές ηχοχρωματικές πινελίες. Η παρουσία των πλήκτρων έδωσε ακόμα μεγαλύτερη ζωή, θεωρώ και έσπασε τη ρουτίνα των έγχορδων που συναντάμε πολύ συχνά σε post rock μπάντες. Ο φωτισμός της βραδιάς, από την αρχή των Afformance μέχρι το τέλος των Slowdive, δημιούργησε την κατάλληλη ατμόσφαιρα για να απολαύσουμε αυτή τη βραδιά και φάνηκε το πόσο καλή δουλεία είχε γίνει και σε αυτόν τον τομέα! Η εμφάνιση των Afformance, για εμένα υπήρξε καταλυτική, καθώς τα όσα, μας έπαιξαν, συνέθεσαν για εμένα, ένα υπέροχο συνδυασμό με μουσική αλληλουχία μεταξύ τον κομματιών, ακριβώς to the point, δημιουργώντας ένα άγριο soundtrack δραπέτευσης από την πραγματικότητα. Από ότι έμαθα, στα τέλη Οκτώβρη κυκλοφορούν 2 (!) ολοκαίνουργιους δίσκους και ο ένας από αυτούς, έχει τίτλο ‘Music For Imaginary Film #1’, οπότε αυτό, ίσως να αιτιολογεί και τα όσα περιέγραψα, καθώς υπέθεσα εκ των υστέρων πως κάποια από τα κομάτια που ακούσαμε, θα είναι από τους επερχόμενους δίσκους, ως είθισται. Βλέπετε, για τους λόγους που προανέφερα από την προηγούμενη φορά που τους είδα, δεν είχα καμία τρελή επιθυμία να τους ξανακούσω, οπότε δεν έχω επαφή με τις δουλειές τους ως τώρα, καλώς ή κακώς. Είδα πως υφίστανται ως συγκρότημα εδώ και 12 χρόνια και έχουν κυκλοφορήσει 3 δίσκους και 1 EP, αλλά κάνοντας μερικά γρήγορα, αναγνωριστικά ακούσματα σε κομμάτια τους πριν τη συναυλία, δε με άγγιξαν, όπως τότε στο live.

 

Συμπεραίνω λοιπόν πως είτε ακούσαμε νέα κομμάτια επί σκηνής, γεγονός που φανερώνει την απίστευτη μουσική τους βελτίωση μέσω των πειραματισμών τους και πραγματικα, μπράβο τους, είτε αν έπαιξαν (και) παλαιότερα κομμάτια, τότε κατάφεραν να τα μεταμορφώσουν μαγικά, ζωντανά. Όπως και να έχει, θέλου να τους δώσω συγχαρητήρια, αφενός για τα όσα μας έδωσαν, αφετέρου για την έκπληξη που μου προκάλεσαν. Επιπλέον, πιστεύω πως αυτά που άκουσα το Σάββατο, ήταν δείγματα του καλύτερου post-rock ήχου από ελληνική μπάντα που έχω να ακούσω εδώ και τρία χρόνια, μετά την ανακάλυψη των we.own.the.sky και των One Leg Mary. Aν συνεχίσουν έτσι, για εμένα θα είναι οι Έλληνες Explosions In The Sky. Αν κάνουν κάποια παρουσίαση των δίσκων, θα είμαστε εκεί για να διαπιστώσουμε ξανά και να επιβεβαιώσουμε απόψεις και θα τους απολαύσουμε σίγουρα και στο επερχόμενο FOS FESTIVAL στα τέλη Οκτώβρη, όπου και θα συμμετέχουν με πλήθος εγχώριων και ξένων μπαντών. Να προσθέσω πως το δέσιμο τους επί σκηνής και ο επαγγελματισμός που επέδειξαν σε όλα, είναι αξιοζήλευτες εικόνες που μακάρι να βλέπαμε πιο συχνά από δικά μας συγκροτήματα. Τα παιδιά αυτά, μας φώτισαν με τη μουσική και την κυριολεκτική τους λάμψη και θέλω να πιστεύω πως και το μέλλον τους θα είναι εξίσου φωτεινό. Είδομεν...

Περιμένοντας για ένα μισάωρο, να ετοιμαστεί ο χώρος για τους Slowdive, θυμήθηκα την 30η Σεπτεμβρίου 2015. Σε ένα μπαράκι, με φίλους, στα Εξάρχεια, ακούγεται το “Ballad Of Sister Sue” των Slowdive. Ανοίγω Shazam, βρίσκω ποιο κομμάτι είναι, ψάχνω αργότερα τη μπάντα περισσότερο και τρελαίνομαι. Από τότε, μπήκαν μέσα στην καρδιά μου. Δεν είχα μάθει, όμως, τότε, ότι επανενώθηκαν και στεναχωρήθηκα που δε θα υπήρχε περίτπωση να τοςυ δω ποτέ ζωντανά. Όταν έμαθα για το reunion τους, καταχάρηκα και ευχήθηκα να έρθουν προς τα εδώ κάποια στιγμή. Πέρισυ το καλοκαίρι, τελικώς, ανακοινώθηκε πως θα συμμετέχουν στο 1ο Release Festival στην Πλατεία Νερού. Εκεί να δείτε πόσο χάρηκα, έλα όμως που ο διάολος έχει πολλά ποδάρια, και για λόγους ανωτέρας βίας, δεν κατάφερα να πάω. Στο μεταξύ, τσεκάρω ότι το Release είναι διοργάνωση του αγαπημένου Fuzz και ευχήθηκα να τους φέρει κάποια στιγμή στο ίδιο το Fuzz, στην απίθανη περίπτωση που συνέχιζαν την καριέρα τους. Η τύχη στάθηκε με το μέρος μας, κι έτσι, και νέα αλμπουμάρα κυκλοφόρησαν, ύστερα από 22 ολόκληρα χρόνια, και φέτος το καλοκαίρι ανακοινώθηκε η συναυλία τους στο Fuzz για τις 9 Σεπτεμβρίου – ένα από τα καλύτερα πράγματα που μου έχει συμβεί μέσα στο 2017. Επομένως, δε θα μπορούσα να τη χάσω. Έτσι λοιπόν, ένα από τα μεγαλύτερα όνειρά μου θα λάμβανε χώρα σε λίγο μπροστά μου και περίμενα με ανυπομονησία για να δω κατά πόσο οι υψηλές μου προσδοκίες για αυτό το live, θα εκπληρώνονταν...

 

Στις 22:30, η μεγάλη ώρα είχε επιτέλους φτάσει και ο χώρος γεμίσει, πάνω και κάτω. Υπό τους ήχους ενός σύντομου intstrumental intro χαοτικών χειροκροτημάτων, η πεντάδα των Slowdive, άρχισε μέσα στα σκοτάδια, να ανεβαίνει στη σκηνή και να παίρνει τις θέσεις της. Μόλις αυτό έγινε, η μουσική έπαυσε, για να αρχίσουν αμέσως να ακούγονται οι πρώτες μελωδίες από το ‘Slomo’, ένα κομμάτι από τον ολόφρεσκο δίσκο τους, ενώ ποικιλόχρωμα σχέδια του video wall αρχίζουν να φωτίζουν αμυδρά τη σκηνή. Το κοινό, στο μεταξύ, να τους αποθεώνει, σε διάρκεια, που όμοια της δεν έχω ξαναδεί σε είσοδο συγκροτήματος. Η Rachel Goswell, ούσα εκθαμβωτική και απαστράπτουσα, πίσω από τα πλήκτρα (με ένα μικρό ροζ φλαμίνγκο, επάνω τους), στα αριστερά της σκηνής, άρχισε να χαμογελάει λόγω της υποδοχής, και δε σταμάτησε να μας μοιράζει αυτό το υπέροχο χαμόγελό της μέχρι και το τέλος, ενώ o Neil Halstead, στα δεξιά, απόλαυσε κι αυτός την υποδοχή, αλλά με ντροπαλό βλέμμα, κρυμμένο κάτω από το καπέλο του, κοιτώντας την κιθάρα του.

Με αυτή την έναρξη, και το κοινό να παραληρεί, στο τέλος του κομματίου (κάτι που συνέβη, τελικά, ύστερα από κάθε κομμάτια – και δικαίως, αν θέλετε τη γνώμη μου, την οποία και θα αναλύσω), μας ταξίδεψαν με τα όργανα και τις φωνές τους, σαν άλλες χρονομηχανές, 26 χρόνια πίσω, και συγκεκριμένα στο 1991, οπότε κυκλοφόρησε ο πρώτος τους αριστουργηματικός δίσκος ‘Just For A Day’, ο οποίος και δημιούργησε και τον πρώτο δυνατό θόρυβο γύρω από το όνομά τους. Μας χάρισαν, από αυτόν, τα δύο επόμενα κομμάτια ‘Slowdive’ και ‘Catch The Breeze’. Έκαναν, ύστερα, ένα άλμα, στο 1995, οπότε και κυκλοφόρησε, ο τελευταίος, μέχρι προσφάτως, δίσκος τους ‘Pygmalion’, για να μας χαρίσουν, από εκείνον, το κομμάτι ‘Crazy for you’, πριν επιστρέφουν στο σήμερα, και στον ομώνυμο, νέο δίσκο τους, για το κομμάτι που κυκλοφόρησε ως δεύτερο single του, το ‘Start Roving’.

Aπο εκεί και ύστερα, είχαμε ξανά, επιστροφή στο παρελθόν. Στον πρώτο, για το ‘Avalyn I’, για πρώτη φορά, στον δεύτερο, με τον τόσο ιδιαίτερο τίτλο, ‘Souvlaki’, και στο 1993, για τέσσερα κομμάτια! ‘Machine Gun’, ‘Souvlaki Space Station’, ‘When The Sun Hits’, και ‘Alison’. Ξανά στο 2017 για το πρώτο single του τέταρτου δίσκου ‘Sugar For The Pill και το ‘No Longer Making Time’ και λόγος για τελευταίο κομμάτι με το cover του ‘Golden Hair’ (του Syd Barrett), από τον πρώτο δίσκο. Φυσικά, όμως, δε θα ήταν αυτό το τέλος, αφού ακολούθησε encore, που το κοινό ζητούσε διψασμένο με ‘Blue Skied An’ Clear’, από τον τρίτο δίσκο, καθώς και με τα ‘Dagger’ και ‘ 40 days’ του δεύτερου. Πριν πούμε περισσότερα για τα υπόλοιπα θέματα της εμφάνισης της μπάντας, ήθελα να τελειώσω με τις επιλογές της setlist και αυτό, επειδή μόνο γεμάτη με άριστες επιλογές, θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε. Η μπάντα επέλεξε συνολικά 16 κομμάτια και σχεδόν μιάμιση ώρα. Η επιλογή των κομματιών, έγινε και από τους τέσσερις δίσκους, με τον δεύτερο να εμφανίζεται περισσότερο, γεγονός θετικό, όταν συνήθως έχουμε τις περισσότερες μπάντες, να θέλουν να προωθούν το νέο τους υλικό και να γεμίζουν με αυτό τη μισή ή και παραπάνω setlist τους. Λογικό μεν, από την πλευρά τους, αλλά είτε έχει περάσει μια εβδομάδα, είτε τρεις μήνες από την κυκλοφορία του νέου τους δίσκου, οπότε και τους πετυχαίνουμε κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους, το κοινό δεν έχει προλάβει, στο μεγαλύτερο μέρος του, να μάθει τα νέα κομμάτια, να εξοικιωθεί με αυτά, να τα αγαπήσει, να τα τραγουδήσει. Ως αποτέλεσμα, έχουμε ένα κοινό απαθές και αδιάφορο, το οποίο έρχεται από τη μια στη συναυλία, για να δει και αν στηρίξει το αγαπημένο του συγκρότημα, δέχεται τα νέα κομμάτια, αλλά δεν ξετρελαίνεται με αυτά ή τη συναυλία και έχει μετά να λέει πως εκείνη ήταν μέτρια ή/και πως πέρασε έτσι κι έτσι. Εκτός, όμως, από τους λόγους προώθησης νέου υλικού, πολλές μπάντες γεμίζουν τις εμφανίσεις τους με νέο υλικό, επειδή έχει παρατηρηθεί πως αυτές με πλούσια δισκογραφία και πιθανές μουσικές αλλαγές και πειραματισμούς, κατά την ανάπτυξή της, τείνουν να αφορίζουν παλαιότερο υλικό τους. Αυτό συμβαίνει για διάφορους λόγο.

 

Είτε επειδή θεωρούν πως τώρα έχουν εξελιχθεί, έχουν βελτιωθεί, έχουν αλλάξει, είτε επειδή θεωρούν πολύ πρώιμο το τάδε υλικό και τους εαυτούς τους αρχάριους, τότε κλπ. Η επίπτωση αυτού, είανι ο κόσμος να στερείται κομμάτια που έχει αγαπησει. Και να λοιπόν που οι Slowdive, έπαιξαν έξυπνα, δημιουργώντας τη setlist της περιοδείας τους αυτής. Επέλεξαν κομμάτια από κάθε τους κυκλοφορία (λίγα από την τελευταία), κομμάτια που ο κόσμος ξέρει και λατρέψει και δημιούργησαν ένα ιδανικό πρόγραμμα για παλιούς και νέους fans. Σαφώς έλειψαν πολλά παλιά τους κομμάτια - προσωπικά, δεν άκουσα κανένα από αυτά που έχω αγαπήσει περισσότερο, όπως τα ‘Losing Today’, ‘All Of Us’, ‘Spanish Air’ και άλλα, όμως δεν παραπονιέμαι. Πρώτον, επειδή είναι λογικό, σε μια εμφάνιση τυπικης διάρκειας, να μη χωρούν όλα (και όταν υπάρχει και νέο υλικό μάλιστα), κι από την άλλη, όλα όσα επέλεξαν, ήταν ικανοποιητικότατα κι από μόνα τους, και αυτό φάνηκε και από την αποδοχή του κόσμου. Ως προς τις επιλογές της μπάντας, θα ήθελα να προσθέσω και κάτι άλλο. Θεωρώ πως με την επανεκκίνησή τους, άφησαν πίσω τους την όποια θλιβερή πλευρά έπαιρνα στις αρχές των ‘90s μέσα από τα κομμάτια τους. Δηλαδή, η επιλογή, δεν πρέπει να έγινε μόνο βάση τη δημοφιλία των τραγουδιών, αλλά και με το “είδος”, τη διάθεση των τραγουδιών, μιας και αυτό που ζήσαμε το Σάββατο, δεν ήταν παρά μια κεφάτη γιορτή. Γιορτή επιστροφής των Slowdive στο προσκήνιο, επιστροφής στη χαρά, στη ζωή, στο κοινό, στην αγάπη. Δημιουργήθηκε, φυσικά, μια γλυκιά νοσταλγία κατά τα παρελθοντικά περάσματα, για τα χρόνια που πέρασαν, τα όσα μεσολάβησαν, το πού ήμασταν και πού ήρθαμε, η οποία όμως οδήγησε στο συμπέρασμα της συνέχισης των πάντων, με τον καλύτερο τρόπο.

Αρκετά, όμως, με αυτά, έχουμε τόσα ακόμα να πούμε και θα αρχίσουμε με αρχικά, από το γενικό, για να περάσουμε στο ειδικό. Η συναυλία, ήταν αρτιότατη από κάθε άποψη. Καταρχάς, μιλήσαμε για το πόσο και γιατί είμαστε ευχαριστημένοι από τα τραγούδια της μπάντας. Αυτό που θα πούμε τώρα, είναι το πώς αυτά αποδόθηκαν. Με τον καλύτερο τρόπο, θα σας πω εγώ. Όλα τα μέλη, ήταν στην καλύτερη των διαθέσεών τους, και αυτό φάνηκε από το πρώτο λεπτό που πάτησαν το πόδι τους στη σκηνή του Fuzz και την γέμισαν, πρωτίστως, με την επιβλητική και πληθωρική παρουσία τους – δεν ήταν τυχαία η αποθέωση. Δεν ξέρω, βλέπετε, πόσοι συνειδητοποίησαν (από παρόντες και απόντες) ότι το Σάββατο, ένα μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης μουσικής ιστορίας, ήρθε στη χώρα μας και μας τίμησε με την παρουσία του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά απέδειξε, επιπλέον, τους λόγους για τους οποίους η μπάντα αυτή είναι όντως κομμάτι της μουσικής ιστορίας. Τα χρόνια έχουν περάσει, αλλά ποτέ δεν ξεχάσαμε την πρωτοπορία των Slowdive, τους δρόμους που άνοιξαν και τα όσα μας έδωσαν. Αυτή η διάθεση, δνε έφυγε λεπτό από πάνω τους, ούτε από τα πρόσωπά τους, μα κυρίως, ούτε από το παίξιμό τους. Όλοι έπαιξαν σαν να μην υπήρχε αύριο. Οι Rachel και ο Neil, στα καλύτερά τους, να δίνουν τα απαραίτητα εναύσματα, να ευχαριστούν και να μιλούν με το κοινό, χαμόγελα να δίνουν και να παίρνουν και η μουσική ένταση, στο κόκκινο, είτε μιλάμε για τα κιθαριστικά ξεσπάσματα, είτε για τις στιγμές “νηνεμίας”. Βοήθησε και πολύ ο ήχος, ο οποίος ήταν εξαιρετίκος. Παρουσίασε κάποια προβληματάκια, γύρω στη μέση τους set, ειδικά στη Rachel, όπου όταν τραγουδούσε, ακούγονταν κάτι μικρά “σφυριγματάκια”, χαμηλής έντασης ευτυχώς, σαν μικροφωνισμοί, που όμως γρήγορα διορθώθηκαν και δεν ενόχλησαν και ιδιαίτερα. Η Rachel, μας μάγεψε με την απόκοσμη, μοναδική φωνή της (δυσκολεύομαι να βρω συγκρίσεις, είναι τόσο ιδιαίτερη), ειδικά σε ένα κομμάτι, στο οποίο είχε όλο το vocal part στην αρχή του, με συνοδεία αργής μουσικής, τόσο χαμηλής έντασης, που ήταν λες και τραγουδούσε acapella. Εκείνες τις στιγμές, πριν αποχωρήσει εκείνη, για λίγο, από τη σκηνή, και η μουσική ενταθεί, δεν ακουγόταν ούτε αναπνοή στον χώρο, όλοι ήμασταν μαγνητισμένοι, κρεμόμασταν από τα χείλη της και ως ανταμοιβή, μας ευχαρίστησε ξανά, με χαμόγελο.

 

Είπα λοιπόν για τον τόσο καλό ήχο, πράγμα πολύ σημαντικό πάντα, αλλά ειδικά σε μπάντες σαν τους Slowdive, που οι φωνές είναι ακόμα και στις στουντιακές εκδόσεις, αρκετά “πνιγμένες», επίτηδες, πράγμα που σε κάνει να φοβάσαι για το πώς θα βγαίνεις στις ζωνταντές εμφανίσεις. Όχι μόνο βγήκαν με τον καλύτερο τρόπο, και της Rachel, και του Neil, με τον οποίο τραγουδούσαν εκ περιτροπής ή και ταυτοχρόνως, ενίοτε, αλλά ήταν σαν καλύτερες και από τον δίσκων, θα λέγαμε. Η Rachel πηγαινοερχόταν μεταξύ πλήκτρων και μικροφώνου, με ντέφι ή χωρίς, ενώ η αρχοντική της παρουσία, μας “έριξε” τα μάτια, με την καλή έννοια, όταν άρχισε να κοπανιόταν με τον τρομερό Nick Chaplin και τις τρελές μπασογραμμές του. Παρ ’όλα αυτά, πάντα κομψή, να συμφωνεί με τις χαρούμενες προτροπές του Neil προς εμάς, ενώ ο Simon Scott στα ντραμς, έδωσε τόσο πόνο που αναρωτιόσουν αν βλέπεις όντως τους Slowdive ή κάποια heavy metal μπάντα. Διακριτική, σχεδόν κρυμμένη, μα τόσο απαραίτητη, η παρουσία του κιθαρίστα Christian Savill στην άλλη γωνία, συνέδραμε στο γεγονός ότι η μπάντα ήταν απολύτως δεμένη μεταξύ της, για αυτό και μπόρεσαν να παράξουν τόση ενέργεια και να μας τη μεταφέρουν όχι στο ακέραιο, αλλά στο δεκαπλάσιο. Οι Slowdive, είναι σαφώς μία από τις καλύτερες shoegaze μπάντες (προσωπικά, οι καλύτερες, και οι εισηγητές του είδους), μα και από τις dream pop. Eξάλλου, και αυτή τη συναυλία, ονειρική την έκαναν, με τον συνδυασμό της αψεγάδιαστης απόδοσης των κομματιών τους, της σκηνικής τους παρουσίας και των εναλλασσόμενων χρωματικών μοτίβων που εμφανίζονταν πίσω τους, δημιουργώντας μια κατάσταση σχεδόν ψυχεδελική – πράγμα που πετυχαίνουν και με τους δίσκους τους και ανέκαθεν απορούσα πως κανείς δεν έχει καταλάβει ότι πέρα από κάθε τι εμφανές και τον άκυρο χαρακτηρισμό περί indie rock, οι Slowdive είναι βαθύτατα ψυχεδελικοί. Όταν μετά το encore και τον χαιρετισμό τους, έφυγαν, κανείς δε μπορούσε να κινηθεί, είχαμε μείνει όλοι εκστασιασμένοι από τα όσα ζήσαμε. Όταν το καταφέραμε, όλοι προσπαθούσαν να μιλήσουν για αυτό και δεν ήταν εύκολο. Συμπερασματικά, η εμφάνιση των Slowdive, ήταν όχι μόνο μία από τις καλύτερες συναυλίες των τελευταίων ετών (!), αλλά και μία εκ των σημαντικότερων.

Το Σάββατο, φίλοι, οι Slowdive, το ιστορικό αυτό συγκρότημα, πρόσθεσε το δικό του, μεγάλο αποτύπωμα στη συναυλιακή ιστορία της πολυπαθούς χώρας μας. Εύχομαι ολόψυχα, να συνεχίσουν αυτό που κάνουν, επειδή πρέπει, επειδή το αξίζουν. Όπως εύχομαι να έχουμε ξανά την τύχη, να μας επισκεφθούν. Και ελπίζω πραγματικά, περισσότερος κόσμος να έχει καταλάβει μέχρι τότε, έστω και λίγο, για τι πράγμα μιλάμε, όταν δε βρίσκουμε λέξεις να περιγράψουμε τους Slowdive, και να είναι εκεί την επόμενη φορά, αν και εφόσον αυτή, υπάρξει. Όσοι έχασαν αυτή, θα έπρεπε να λυπούνται. Σας είπα για τις πολλαπλές ευχαριστίες των μελών; Τώρα θα σας πω πως εμείς θα έπρεπε να ευχαριστούμε, για το δώρο που μας έκαναν με την εμφάνισή τους, μόνο που δεν ξέρω πόσα ευχαριστώ θα ήταν αρκετά... Η συναυλιακή σεζόν, ξεκίνησε με τον καλύτερο τρόπο στο Fuzz, και του είμαστε πραγματικά ευγνώμονες για τη συναυλία αυτή! Βλέπετε, το όνειρό μου πραγματοποιήθηκε, και οι προσδοκίες μου, διαψεύστηκαν τελικά. Θετικά όμως. Ούτε εγώ δε μπορούσα να φανταστώ τι θα βλέπαμε, θα ακούγαμε, θα ζούσαμε σε μια εμφάνιση των Slowdive, που αποδείχτηκε καθόλου τυπική ή διεκπεραιωτική, μα με πάθος και ψυχή. Και από τις δυο πλευρές. Και η δική τους, πήρε σίγουρα, τη δική μας ψυχή, μαζί τους. Χάρηκαν που έπαιξαν για εμάς.

Το είπαν, μα και το έπραξαν!

Εις το επανιδείν...

 

Photos : Λευτέρης Τσουρέας

 

Read 323 times

Leave a comment