Monuments on Facebook

DEVIN TOWNSEND PROJECT, MOTHER OF MILLIONS – Fuzz Music Club, ΑΘΗΝΑ, ΚΥΡΙΑΚΗ 24 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2017

Tuesday, 26 September 2017 08:56
Published in Live Reviews

Τελευταία Κυριακή του Σεπτέμβρη και δε θα μπορούσαμε να λείπουμε από τη συναυλία-γεγονός, που δεν είναι άλλη από αυτή του πολυτάλαντου Καναδού Devin Townsend, που μας επισκέφθηκε για πρώτη φορά στα σχεδόν 25 χρόνια καριέρας του με το σχήμα που διατηρεί τα τελευταία χρόνια - αυτό των Devin Townsend Project. Ένας διακαής πόθος του Ελληνικού κοινού, επιτέλους, θα γινόταν πραγματικότητα και εμείς ήμασταν εκεί, για να σας περιγράψουμε τι είδαμε, τι ακούσαμε και πώς περάσαμε, μιας και η βραδιά, είχε πολλές θετικές εκπλήξεις!

Περιγράφει ενδελεχώς ο Πάνος Σταυρουλάκης

Έφτασα στην Πατριάρχου Ιωακείμ, γύρω στις 20:35 και βλέπω πλήθος κόσμου να έχει σχηματίσει ουρά στο ταμείο και άλλους, να περνούν, ήδη, μέσα. Το δελτίο τύπου ανέφερε πως οι πόρτες θα άνοιγαν στις 20:15, οπότε απόρησα για τον κόσμο έξω, σκέφτηκα μήπως υπήρχε κάποια καθυστέρηση, πράγμα που ίσως να πήγαινε και το υπόλοιπο πρόγραμμα πίσω, κάτι που ευτυχώς, δε συνέβη. Για την ακρίβεια, αυτό τηρήθηκε ευλαβικά και συγχαίρω τους διοργανωτές για αυτό. Μπαίνοντας μέσα, μετά από λίγο, είδα τον περισσότερο κόσμο που έχω δει ποτέ σε συναυλία μόνο 20-25 λεπτά αφού έχουν ανοίξει οι πόρτες. Κάτι που με έκανε να σκεφτώ, πως δύο είναι τα τινά: είτε ο κόσμος πρωτοτύπησε και ήρθε νωρίς για να δει και το opening act, είτε απλώς για να «πιάσει θέση» και να είναι έτοιμος για να απολαύσει τον Devin. Όποιο και να ίσχυε, λίγη σημασία έχει και το θετικό αποτέλεσμα είναι που μετράει. Βρίσκω κι εγώ μια καλή θέση, και λίγα λεπτά μετά, ακριβώς στις 20:45, οι Mother Of Millions, το εγχώριο, πενταμελές alternative / progressive metal σχήμα που επιλέχθηκε (ανάμεσα σε περισσότερα από 40, που εκδήλωσαν την επιθυμία τους) να είναι αυτό που θα άνοιγε τη βραδιά. Μια επιλογή, που για εμένα, ήταν καθ’ όλα σωστή (κρίνοντας το σχήμα αυτό καθ’ αυτό και όχι συγκριτικά με άλλα, εφόσον δε γνωρίζω ποια ήταν τα υπόλοιπα πιθανά).

 

Καταρχάς, να πω πως από μια διαβολική, ίσως, σύμπτωση, με το ημερολόγιο να δείχνει 24/9, θυμήθηκα πως ήταν ακριβώς ένας χρόνος, από το Σάββατο 24/09/2016, τη μέρα που είχα δει για πρώτη φορά τους Mother Of Millions, ζωντανά, στη sold out συναυλία των Universe217 στο Τριανόν, ως opening act πάλι (κάτι που θα γινόταν και στην προηγούμενη συναυλία των Universe217, στο Κύτταρο, τον Μάρτιο του 2016, αλλά λίγες μέρες πριν ακυρώθηκε, καθώς ο τραγουδιστής των Mother Of Millions, που εκτελεί αντίστοιχα χρέη και στους Poem, θα περιόδευε μαζί τους στην Ευρώπη ως support μεγάλης ξένης μπάντας). Ενθουσιάστηκα από τότε μαζί τους και τους είδα ζωντανά, άλλες δυο φορές (λίγες μέρες μετά, την Παρασκευή 14/10/2016, ως opening act στην πρώτη επίσκεψη των Oceans Of Slumber, στην Αθήνα, στο Fuzz και αρκετούς μήνες μετά, το Σάββατο 03/06/2017, στο 6 dogs, με τους Lunatic Medlar και τους Hypnotic Nausea, να έχουν προηγηθεί, σε μια βραδιά που έπαιξαν μετά από καιρό, «για να ξεσκουριάσουν» όπως μας είπαν, οπότε και μας ανακοίνωσαν και τα νέα της κυκλοφορίας του δεύτερου τους δίσκου, με τίτλο ‘Sigma’ για τον οποίο υπέγραψαν με μεγάλη ξένη δισκογραφική εταιρία).
Όλα αυτά, τα αναφέρω, για να δηλώσω πως και γνώση του ήχου τους και της δουλειάς τους έχω, και σε ζωντανό επίπεδο, αλλά και σε στουντιακό, αφού έχω ψιλολιώσει τον δίσκο τους κατά καιρούς. Από τις εμπειρίες που είχα λοιπόν στα live τους, τους είχα βρει εξαιρετικούς, αλλά πάντα, κάτι μικρό, απειροελάχιστο, σαν να έλειπε, και δυστυχώς, δε μπορούσα να το προσδιορίσω… Όμως, την Κυριακή το βράδυ, στο Fuzz, τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο! Οι Mother Of Millions, παρουσίασαν την καλύτερη τους εμφάνιση (από τις 4 που έχω βρεθεί, μέσα σε έναν χρόνο), και εξαφάνισαν οποιαδήποτε αμφιβολία και έλλειψη μπορεί να μου δημιουργούσαν και, προσωπικά, θεωρώ πως κατέθεσαν παρουσία που θα αποτελεί μέτρο σύγκρισης για το μέλλον, ενώ απέδειξαν, πως είναι άνετα, ανάμεσα στα καλύτερα Ελληνικά συγκροτήματα του προοδευτικού ήχου!

 

Ξεκινώντας με ένα instrumental κομμάτι, το πρώτο από τα περίπου 8-9 που έπαιξαν (έχασα το μέτρημα μέσα στη μουσική τους δίνη, όπου παραδόθηκα αμαχητί) στο 45λεπτο που είχαν στη διάθεση τους, και συνεχίζοντας με παλιά και νέα κομμάτια (δίνοντας βάση, σαφώς, στα του πρώτου δίσκου), ξεσήκωσαν το κοινό που πλέον είχε σχεδόν γεμίσει τον κάτω χώρο του Fuzz. Συνεργός τους σε όλο αυτό, ήταν ο κρυστάλλινος ήχος! Εξαιρετικός έως και εντυπωσιακός. Σε υψηλή, μα δόκιμη ένταση, άφησε επιτέλους τη φωνή του Γιώργου να φανεί σε όλο της το μεγαλείο, χωρίς να χάνεται καθόλου ή να υποσκιάζεται από τα όργανα. Οι κιθάρες ανέπνεαν και μας χάρισαν μοναδικά ξεσπάσματα, ενώ ο Γιώργος όργωνε τη σκηνή και τα πλήκτρα συνόδευαν διακριτικά. Με τις συνεχείς ευχαριστίες προς το κοινό και τη βοήθεια του τελευταίου, οι Mother Of Millions με άφησαν με το στόμα ανοιχτό. Ούτε που κατάλαβα πότε έφτασε 21:30, και μαζί, η ώρα να αποχωρήσουν!...

 

Βλέπετε, ήταν από τις πιο άψογες εμφανίσεις Ελληνικού συγκροτήματος που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια. Ακόμα κι αν σε κάποιον δεν αρέσουν μουσικά ως προτίμηση, η αντικειμενική αλήθεια πρέπει να λέγεται. Θεωρώ πως απλώς έφτασαν σε άλλο επίπεδο, ακόμα υψηλότερο από αυτό στο οποίο ήδη βρίσκονταν, και η συνέχεια τους, θα είναι επίσης εξαιρετική. Αρχές Νοέμβρη, κυκλοφορεί ο νέος τους δίσκος, και από τα δείγματα που μας έδωσαν, έχω την αίσθηση πως θα είναι παραπάνω από σημαντικός και δυναμικός, ακριβώς όπως ήταν και οι ίδιοι επί σκηνής. Στην οποία σκηνή, ο front man, θεωρώ πως έχει κερδίσει πια επάξια τον τίτλο ενός από τους καλύτερους εν Ελλάδι, performers, με εξαιρετικές φωνητικές δυνατότητες τις οποίες απολαύσαμε, επιτέλους, ακέραιες και αψεγάδιαστες ηχητικά, ενώ όλη η υπόλοιπή μπάντα, έδωσε επίσης ρέστα, παίζοντας ακατάπαυστα και δίνοντας συνολικά ένα αρτιότατο αποτέλεσμα, μουσικά, οπτικά, επικοινωνιακά. Δείχνοντας παντού, πως δικαίως, ο κόσμος τους ξέρει και τους στηρίζει. Δε θα μπορούσε να κάνει αλλιώς. Μακάρι να διατηρηθεί αυτό το επίπεδο και να τους ξαναδούμε σύντομα!

 

Κατά το απαραίτητο μισάωρο εργασιών και προετοιμασιών που μεσολάβησε ώστε να έρθει η μεγάλη ώρα στις 22:00 για το «κυρίως πιάτο» της βραδιάς, ο κόσμος είχε αυξηθεί και λίγο αργότερα, άρχισε να γεμίζει και τον επάνω όροφο του Fuzz. Ποτέ δεν έφτασε σε ασφυκτικά επίπεδα, αλλά νομίζω πως σίγουρα, γέμισε ικανοποιητικά. Βλέπετε, ένα μισάωρο ανάμεσα στον κόσμο, είναι αρκετό για να σκεφτείς πολλά πράγματα σχετικά με το εκάστοτε θέμα της ημέρας. Οπότε, αναρωτιόμουν πολλά περί του «κόσμου»… Όπως τα της ποσότητας, που προανέφερα και για το αν θα έπρεπε να είναι περισσότερος (καθώς θα μπορούσε).. Το πόσοι μπορούν να θαυμάζουν έναν καλλιτέχνη, σαν τον Townsend, αλλά να μην το φαντάζεσαι ότι ήταν τόσοι, μιας και δεν είχες ακούσει κανέναν να εκφράζεται υπέρ του.. Το πως ένας τέτοιος καλλιτέχνης τον οποίο δεν τον λες μουσικά καθαρόαιμο μεταλλά και μόνο, προσέλκυσε κόσμο που έφερε τα χαρακτηριστικά μεταλλά (περισσότερο κι από κάποιες καθαρόαιμες συναυλίες τέτοιου είδους).. Το πόσοι φανατικοί είχαν γεμίσει τις τόσες σειρές και πόσα άλλα.. Με τούτα και με εκείνα, η ώρα πέρασε και το κοινό αδημονούσε...

 

Ακριβώς στις 22:00, λοιπόν, τα φώτα χαμήλωσαν, καπνοί γέμισαν τη σκηνή και ένα intro πήρε τη θέση της άκυρης μουσικής που έπαιζε κατά το διάλειμμα. Με αυτό το σκηνικό και υπό τις φωνές πρόσκλησης του κοινού, η πεντάδα άρχισε να παίρνει τις θέσεις της με τον Devin να εμφανίζεται τελευταίος και χαμογελαστός, εν μέσω χειροκροτημάτων και επευφημιών. Με τρομερή διάθεση, η οποία διατηρήθηκε μέχρι τέλους, ο Townsend μας παρέσυρε σε ένα υπέροχο μουσικό ταξίδι. Αυτό, επειδή οι επιλογές του setlist, πέρα από δύο τραγούδια του ‘Transcendence’και άλλα δυο του ‘Addicted’, κάλυπταν γενναίο μέρος της τεράστιας δισκογραφίας τους, αφού κάθε ένα από τα υπόλοιπα τραγούδια, ήταν και από διαφορετικό δίσκο. Τα ‘Rejoice’, ‘Night’ και ‘Stormbending’ αποτέλεσαν «το εναρκτήριο λάκτισμα» για να έρθουμε στο σήμερα με το ‘Failure’ - το προσωπικά αγαπημένο μου από τον τελευταίο δίσκο. Αρχικά, νομίζω πως υπήρχε ένα θεματάκι με τον ήχο, το οποίο εντόπισα ως προς τη φωνή του Devin, που ακουγόταν πιο χαμηλά και χανόταν, αλλά στη συνέχεια βελτιώθηκε επαρκώς, πράγμα πάντα επιθυμητό, αλλά ειδικά σε μια φωνή όπως αυτή, η οποία όπως μας έδειξε επαναλαμβανόμενα, μπορεί να κάνει τόσα πολλά!... Με τον τόνο της να κυμαίνεται από soft σε metal και από melodic σε scream, για να μη μιλήσουμε για τον οπερατικό κομμάτι, νομίζω την καθιστούν από τις πιο ιδιαίτερες του μουσικού χώρου σήμερα. Πράγμα που συνάδει απολύτως και με την προσωπικότητα αλλά και τις ικανότητες του κατόχου της.

 

‘Hyperdrive’, ‘Where We Belong’, ‘Deadhead’, ‘Ziltoid Goes Home’, ‘Supercrush!’, ‘March Of The Poozers’ περιελάβανε η συνέχεια, με το κοινό να περιμένει, διψασμένο, το κάθε επόμενο κομμάτι, και όταν αυτό ερχόταν, το μισό να τραγουδάει τους στίχους και το υπόλοιπο, να κοπανιέται ασταμάτητα. Εν τω μεταξύ, θετικό είναι το γεγονός πως στις επιλογές των κομματιών υπήρχε ποικιλία ως προς το είδος τους, και έτσι μπορέσαμε να απολαύσουμε τη μπάντα σε πολλών ειδών κομμάτια. Να ομολογήσω πως χάρηκα που ως επί το πλείστον επιλέχθηκαν περισσότερα κομμάτια που ρέπουν προς το metal, καθώς, πως να το κάνουμε, είμαστε λάτρεις, αφενός, και αφετέρου, εκεί φάνηκαν ακόμα περισσότερο οι δυνατότητες του Townsend. Ενός Townsend που δε σταμάτησε στιγμή να επικοινωνεί με το κοινό, με λόγια, βλέμματα, χειρονομίες, γκριμάτσες, να κάνει πλάκα μαζί μας μα και με τους συμπαίκτες του. Που μας σύστησε και μας έβαλε να ευχηθούμε (και με τραγουδάκι, βεβαίως-βεβαίως), στον ένα από αυτούς που είχε τα γενέθλιά του. Που βρισκόταν σε πνευματική σύνδεση με εμάς που είχαμε παρασυρθεί από τα όσα απλόχερα μας έδωσε. Ζήτησε να μάθει πως να μας ευχαριστήσει στα Ελληνικά, και έκτοτε το έκανε, ύστερα από κάθε τραγούδι!... Το σετ του, ολοκληρώθηκε με το ‘Kingdom’ και το κοινό να τρελαίνεται, οπότε και μίλησε περί του κλασικού encore, όπου αυτός θα φύγει, και εμείς θα τον καλέσουμε πίσω, και δήθεν έκπληκτος, θα επιστρέψει. Πράγμα που φυσικά έγινε, ως είθισται.

Μόνος του επέστρεψε στη σκηνή, με μια κλασική κιθάρα (αλλάζοντας την προηγούμενη, ιδιαίτατη ηλεκτρική του), για να μας τραγουδήσει το ‘Ih-Ah!’ και να μας μιλήσει για την αγάπη, πριν συνεχίσει με το ‘Higher’ του περυσινού του δίσκου (το εξώφυλλο του οποίου βρισκόταν από πίσω, σε όλη τη βραδιά) και να τα διαλύσει όλα στο πέρασμά του. Με πολλές ευχαριστίες, τελείωσε ολοκληρωτικά το σετ του πια, στις 23:30, με την υπόσχεση να επιστρέψει - αν τον θέλουμε φυσικά. Δεν έμεινε όμως εκεί, καθώς αφού χαιρέτησε όλη η μπάντα, πέταξαν τα καθιερωμένα πράγματα στο κοινό και υποκλίθηκαν, ο Townsend, άρχισε να συνομιλεί με το κοινό των μπροστινών σειρών… να τους σφίγγει το χέρι και να τους χαμογελά. Ο κόσμος να σπρώχνεται για να πλησιάσει μπροστά και εκείνος να μη βιάζεται καθόλου, φαινόταν ότι δεν έκανε ό,τι έκανε για να το κάνει, αλλά επειδή το ήθελε (ήδη από νωρίτερα, ανάμεσα στα τραγούδια, αντάλλαζε κουβέντες με τον κόσμο και μάλιστα εντόπισε και 2-3 άτομα που τον είδαν προχθές στη Βουλγαρία – άρτι αφιχθείς από εκεί,, βλέπετε). Πρώτη φορά που συναυλία έλαβε τέλος και δεν έφευγαν ούτε οι μουσική από τη σκηνή, ούτε το κοινό από τον χώρο…τι ευχάριστο θέαμα!

 

Συμπερασματικά, έχω να πω πως η συναυλία ήταν άκρως αξιομνημόνευτη. Ο ήχος σε επίσης πολύ καλά επίπεδα μεν, επιδεχόταν βελτιώσεις δε. Εξαιρετική η δουλειά στα φώτα, συγχαρητήρια στους διοργανωτές για την τήρηση του προγράμματος, μα και για την πρόσκληση του Devin Townsend και της μπάντας του, στην Αθήνα.

Μπορεί να ήταν μία τυπική του συναυλία, με ένα τυπικό setlist, αλλά από τη μια, ένα συναυλιακό απωθημένο μεγάλης μερίδας κόσμου εκπληρώθηκε, ενώ από την άλλη, κάθε τυπικότητα ξεχνιέται εύκολα όταν θυμάσαι τη ζεστή προσωπικότητα του Townsend που σε καμία περίπτωση, δε μας έκανε να πιστέψουμε ότι έπαιξε για εμάς διεκπεραιωτικά, αφού η χαρά ήταν εμφανής και από τις δυο πλευρές. Επιπλέον, κανείς δε μπορεί να παραπονεθεί, ούτε για τη διάρκεια, ούτε για το setlist, αφού ήταν επιλεγμένα και τα δύο, στα όρια της καθολικής αποδοχής, ενώ η μπάντα, κατέθεσε επί σκηνής τον καλύτερο της εαυτό με πρωτομάστορα τον Devin, να δείχνει πως μετά από τόσα χρόνια μπορείς να είσαι ακόμα στην κορυφή σε αυτό που κάνεις και πως άξια λατρεύεσαι για αυτό.

Για εμένα, ο Devin Townsend, είναι ένας superstar (αν δεχθούμε πως υπάρχουν τέτοιοι στον metal χώρο), με χαμηλό προφίλ. Χωρίς το τουπέ, το υφάκι και το δήθεν. Που ό,τι έχει να πει, το λέει με την καρδιά του και τη δουλεία του και αυτό δεν κρύβεται.
Ήρθε, μας διέλυσε και μετά μας αγκάλιασε.
Ελπίζω πραγματικά, να τον ξαναδούμε και μάλιστα σύντομα (όχι μετά από 23 χρόνια πάλι - αν και είμαι σίγουρος, ότι και τότε θα συνεχίζει ακάθεκτος).
Μακάρι να ξαναζήσουμε τέτοιες στιγμές, μιας και πιστεύω πως αυτή η βραδιά θα μας μείνει ανεξίτηλη...

Photos by Chris Kissadjekian / www.livephotographs.com

 

Read 319 times

Leave a comment