Monuments on Facebook

MICHAEL KIWANUKA / THE BLUE SQUARE - Gazi Music Hall, Αθήνα 30 Σεπτεμβρίου 2017

Monday, 02 October 2017 12:36
Published in Live Reviews

“For the Love of Everybody”…

Ανταπόκριση του Τάκη Κρεμμυδιώτη

Σαν βγήκα στον πηγαιμό για το Gazi Music Hall, ευχόμουν να μην είναι μακρύς ο δρόμος. Επειδή όμως ήταν, μου ήρθε στο νου μια παλιά ιστορία. Πάνε κάμποσα χρόνια από τότε που μια φίλη είχε μόλις γεννήσει το πρώτο της κοριτσάκι. Μόνο που αυτό είχε γεννηθεί πολύ πριν την ώρα του, με αποτέλεσμα να είναι για πολύ καιρό μόνιμος κάτοικος θερμοκοιτίδας και η μαμά του μόνιμη δακρυσμένη φιγούρα πίσω από τη τζαμαρία των πρόωρων. Ένα απόγευμα που είχα πάει κι εγώ στο «Ήρα», μου ζήτησε βουρκωμένη να της πω κάτι καλό να ακούσει, για να ξεχάσει για λίγο την αγωνία της. Δεν το σκέφτηκα και πολύ. Και πράγματι, το “What’s Going On” του Marvin Gaye λειτούργησε στην περίπτωσή της ως το καλύτερο αναλγητικό. Μουσικά, αλλά κυρίως στιχουργικά. Οδηγώντας, λοιπόν, για να παρακολουθήσω την πολυαναμενόμενη αυτή συναυλία, σκεφτόμουν τι θα πρότεινα εναλλακτικά, αν με ρωτούσαν κάτι ανάλογο σήμερα. Και πάλι, δεν το πολυσκέφτηκα. Διάλεξα αμέσως το “Love & Hate” του Michael Kiwanuka.

 

Η τελευταία νύχτα του Σεπτεμβρίου δεν ήταν από εκείνες που θα μπορούσε κανείς να φορέσει καμπαρντίνα σαν εκείνη που φορούσε ο Marvin όταν φωτογραφήθηκε για το εξώφυλλο του “What’s Going On”. Βέβαια, το ότι η συνεχιζόμενη από το καλοκαίρι ενοχλητική ζέστη είχε μόλις δώσει τη θέση της σε μια υπέροχη οιονεί φθινοπωρινή δροσιά, δεν ήταν απλά κάτι υπέροχο, αλλά και κάτι απόλυτα ταιριασμένο με τη μουσική που σύντομα θα ακούγαμε (και, ενδεχομένως, θα βλέπαμε μέσα μας). Δε μπορεί, τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα απόψε, σε σχέση με ό,τι θα είχαμε ζήσει μέσα στο κατακαλόκαιρο. Πώς το λέει ο Μιχάλης; “Help me lose control”; Ε, καλά. Δε νομίζω ότι χρειαζόμασταν και ιδιαίτερη βοήθεια για να κάνουμε πράξη την προτροπή του. Και τι άλλο λέει; “Show me love show me happiness, I can’t do it on my own”. Μην ανησυχείς Μιχάλη. Γι’ αυτό ερχόμαστε να σε δούμε. Όχι, βέβαια, πως δε σε γνωρίζουμε ήδη.

 

Τη μουσική του Kiwanuka μπορείς άφοβα να την πεις soul, κι άσε μερικούς να γκρινιάζουν ή να σε κοιτούν υπεροπτικά με μισόκλειστο το ένα μάτι και με υπότιτλο στην όλη εικόνα τους το «Πω πω, μα πόσο άσχετος είναι ο τύπος…» Εσύ δε μπαίνεις καν στον κόπο να τους χαμογελάσεις, αλλά απομακρύνεσαι εσωτερικά χαρούμενος από το μυστικό που εκείνοι δε θα μπορέσουν ποτέ να καταλάβουν. Ποιο; Το ότι, όταν έλεγες “soul”, δε μιλούσες μόνο για το μουσικό όρο, αλλά πάνω απ’ όλα εννοούσες τη λέξη κυριολεκτικά. Κοιτάξτε: δεν είναι θέμα αισθητικής. Ούτε καν σωστού ή λάθους. Όταν (ανέκαθεν) μια καθόλου ευκαταφρόνητη μερίδα ακροατών αναλώνεται γοητευμένη από αποκρυφιστικά στοιχεία, που παρεισφρέουν σε άσκοπες ή και ρηχές μουσικές διαδρομές, συνήθως δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει τη μουσική που (θέλει να) χαϊδεύει την ψυχή σου. Κάτι τέτοια σκεφτόμουν μέχρι να φτάσω έξω από το Gazi Music Hall, έχοντας χαλαρή μουσική περιέργεια να δω το κοινό που είχε επιλέξει αφήσει τον Kiwanuka να του τραγουδήσει για το δικό του κόσμο. Έναν κόσμο, λίγο - πολύ, ξεχασμένο στη δεκαετία του ’70. Δηλαδή, τον κόσμο που θα μπορούσε άνετα να ήταν και ο δικός σας. Κι αυτό επρόκειτο να το κάνει λιγότερο μουσικά και σαφώς περισσότερο στιχουργικά. Αλήθεια, στη σύγχρονη Βαβέλ, πόσοι άραγε στην Αθήνα μπορούσαν να μιλούν τη δική του γλώσσα;

Από ό,τι άμεσα διαπίστωσα, αυτοί ήταν πάρα, μα πάρα, πολλοί. Κι αν δεν ήταν αυτό που η λόγια γιαγιά μας κάποτε έλεγε «ευφραδείς», τουλάχιστον είχαν «ώτα ευήκοα», όπως θα συμπλήρωνε ο θιγμένος από την παρέμβαση της γιαγιάς παππούς, για να μιλήσουν αυτήν την ξεχασμένη γλώσσα. Ποια; Σιγά μη σας το πω εγώ. Μας το έχει πει προ πενταετίας ο καθύλην αρμόδιος και δε χάνει ευκαιρία να το επαναλαμβάνει. Με άλλα λόγια, ο Μιχάλης φαίνεται πως ανέλαβε το βαρύ φορτίο να συνεχίσει τη δουλειά του παμμέγιστου Terry Callier ακριβώς από τη χρονιά που εκείνος μας άφησε. Κι αν απορείτε ποιοι ήταν αυτοί που ήρθαν για να τον ακούσουν, μην περιμένετε από εμένα ονόματα και διευθύνσεις. Όχι ότι δε μπορώ να σας τα πω, αλλά, απλά, δε θέλω να παραβιάσω τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα τους. Μπορώ όμως να αναφέρω ότι οι πιο πολλοί ήταν παιδιά που γεννήθηκαν στα 90’ς, αρκετοί εκείνοι που γεννήθηκαν τα χρόνια που κυκλοφόρησε το “Winter in America” του γίγαντα Gil Scott-Heron και λιγότεροι όσοι είχαν ως έφηβοι ακούσει το “What’s Going On”. Κι όσο για την ποικιλία στις στάμπες των t-shirts; Εδώ να δείτε. Από Sex Pistols, Led Zeppelin, Pixies μέχρι και Jimi Hendrix είδα. Πώς είπατε; Άσχετο; Για ξανασκεφτείτε το, παρακαλώ. Δεν είναι άσχετο, αλλά μεγαλειώδες. Α, και ενδεικτικό του ότι η soul μουσική (είπαμε ποια soul) δε γνωρίζει κατηγορίες. Πόσους μουσικούς μπορείτε να βρείτε σήμερα που να μπορούν να έχουν τόσο «ετερόκλητο» κοινό; Πόσους; Χα, χα. Ευθυμήσαμε πάλι!

 

Μπορεί να μην προλάβατε να το συνειδητοποιήσετε, αλλά βρισκόμαστε ήδη μέσα στο κατάμεστο Gazi Music Hall. Το «ζέσταμα» του κοινού είχαν αναλάβει οι The Blue Square, δηλαδή το σχήμα των Radim (Βασίλη Σουραή) και Radical (Χρήστου Βολωτά). Αλήθεια, τι μουσική θα μπορούσε να ταιριάζει πριν από εκείνη του Kiwanuka; Δύσκολο να πει κανείς. Γεγονός πάντως ήταν ότι τα νοσταλγικά ηχοτοπία των TBS, με τα εμφανή hip-hop, trip-hop και nu-jazz στοιχεία που αναδεικνύονται σε υπερθετικό βαθμό από τα φωνητικά της Matina Sous Peau, λειτούργησαν εξαιρετικά. Η τετραμελής επί σκηνής μπάντα έπαιξε στιγμές από την όλη έως τώρα πορεία της, κλείνοντας το σετ της στις 21.57’με το ταξιδιάρικο “Nightkisser”.
Χρειάστηκαν κάτι παραπάνω από τριανταπέντε λεπτά για να γίνουν οι απαιτούμενες προετοιμασίες μέχρι να ξεκινήσει η μπάντα του Kiwanuka. Η ανυπομονησία ήταν έκδηλη σε αρκετούς, κάποιοι από τους οποίους χειροκροτούσαν ή σφύριζαν για να βγει, ενόσω βρίσκονταν ακόμα επί σκηνής οι τεχνικοί. Κορυφαίος των τεχνικών ήταν ο τύπος με τα ράστα που έφταναν μέχρι τις γάμπες και την τσάντα - βαλιτσάκι. Όταν την άνοιξε, νόμιζα πως, αντί για κάποιο καλώδιο θα έβγαζε στηθοσκόπιο. Γιατρέ μου, πρέπει να ανησυχώ;

 

Αφού συνέβησαν όλα αυτά, όταν το Big Ben έδειχνε 20.34’ (προσθέστε τη διαφορά ώρας που ισχύει για τα μαγαζιά της Ιεράς οδού, για να βγάλετε το ορθό) τα φώτα χαμήλωσαν. Για την ακρίβεια, έμεινε ένα κίτρινο σποτ, που φώτιζε τη θέση του κιμπορντίστα, ο οποίος είχε πάρει τη θέση του και άρχιζε να παίζει. Σύντομα βγήκε ο Μιχάλης και εν μέσω χαλασμού ξεκίνησε να παίζει slide την κιθάρα του, σολάροντας μέχρι να πάρουν τις θέσεις τους και τα λοιπά τέσσερα μέλη. Μάλλον δε χρειάζεται να πω ότι από τις πρώτες κιόλας νότες ο χώρος πλημμύρισε με ατόφιο 70ς συναίσθημα. Καλύτερη εισαγωγή από το “Cold Little Heart”, δε θα μπορούσε να υπάρξει. Και μάλιστα, στη συγκεκριμένη εκτέλεση που είχε διάρκεια έντεκα λεπτών. Σε μια στιγμή η μπάντα σταμάτησε, αφήνοντας τον Kiwanuka να σολάρει. Δεν πέρασε πολλή ώρα, μέχρι αυτό να ξαναγίνει, πράγμα που επαναλήφθηκε κάμποσες φορές στη βραδιά. Η φωνή του Μιχάλη ήταν εντυπωσιακή, βροντερή, ακούραστη και από μόνη της μια μικρή ορχήστρα.

 

Με το “One More Night” δε μάθαμε απλά ότι η αποψινή βραδιά δεν επρόκειτο να έχει το χαρακτήρα τέτοιας, αλλά και πώς ακουγόταν η rhythm section πίσω στα 70ς. Το τραγούδι το έπαιξαν πιο δυνατά απ’ ό,τι στο στούντιο, προς μεγάλη τέρψη μας, με αποτέλεσμα ο κόσμος να το υποδεχτεί και να το αποχαιρετήσει πολύ εκδηλωτικά. Κι ύστερα τι; «Καλά, εγώ, εντάξει» που έλεγε κι ένας φίλος πάλαι ποτέ, όταν δεν ήξερε τι να πει. Τι να πω, δηλαδή, για το “Falling”, ιδιαίτερα για «αυτό» το “Falling”, το τραγουδισμένο με την τεράστια φωνή του Μιχάλη (παρακαλώ, μην παρεξηγείτε τον εξελληνισμό του ονόματος - είναι, άλλωστε, και ένας από μας). Η ελαφρώς πιο «πειραγμένη» κιθάρα του έδινε το κάτι παραπάνω για να μεταφερθούμε πίσω στο χρόνο. Προφανώς, κάπως έτσι εξηγείται η παρανοϊκή αίσθηση που μου δημιουργήθηκε ότι ο χώρος γέμισε με το άρωμα της νεραντζιάς και του αγιοκλήματος που είχε ο Χολαργός την εποχή που κυκλοφόρησε το “Natural High”. Ναι, το ξέρω, θα το κοιτάξω κι αυτό με το γιατρό, αλλά, πώς να το κάνουμε; Οι μυρωδιές είναι ό,τι πιο ανεξίτηλο στο χρόνο. Και, μάλιστα, ό,τι πιο πολύτιμο, τώρα που η πόλη μας μοιάζει πλέον να τις έχει χάσει. Ο Michael (άντε με το βαφτιστικό του, τώρα) ευχαρίστησε το κοινό, έχοντας ήδη νιώσει ότι σαν εδώ δε θα βρει πουθενά( άμα δεν παινέψεις το σπίτι σου…)
Ύστερα έπιασε το πολύ καλό “Tell Me a Tale” κι η ιστορία που μας είπε είχε υπέροχο καθαρόαιμο soul ρεφρέν, ένα σχεδόν καταιγιστικό για τα δεδομένα jam στη συνέχεια και διάφορα απανωτά απρόσμενα ευχάριστα ups and downs, που μετέτρεψαν το τραγούδι σε progressive! Ελάχιστες νότες χρειάστηκε να ακουστούν για να αρχίσει το κοινό να χτυπά ρυθμικά τα χέρια. Σιγά μήπως καθόταν αδιάφορο. Το “Black Man in a White World” που, όπως και να το κάνουμε, είναι πολύ αγαπημένο ,ξεσήκωσε τον κόσμο, ειδικότερα μόλις μπήκε το μπάσο. Πώς ακούγεται το τραγούδι στο στούντιο; Ε, λοιπόν, μικρή σχέση είχε με αυτό που ακούσαμε εμείς. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν είναι τα live; Αν πρόκειται να ακούσεις τα τραγούδια ακριβώς όπως εκτελέστηκαν στο στούντιο, τότε δε γίνεται να θεωρούνται σημαντικά. Αν όμως βλέπεις πού θέλει να τα πάει ο καλλιτέχνης, αφού τα έχει κάνει γνωστά και το αποτέλεσμα είναι ελκυστικότερο, τότε μπορούμε να μιλάμε για κάτι που, τουλάχιστον, έχει αληθινό λόγο ύπαρξης. Εδώ, το σόλο κιθάρα του Michael ακούστηκε πολύ πιο rock, τα ντραμς «γύρισαν» το τραγούδι σε jazz πριν προλάβει να χαρακτηριστεί, για να καταλήξει να ακουστεί funky! Μετά ήταν η σειρά του Michael να επαναλαμβάνει τον τίτλο καμιά πενηνταριά φορές, περνώντας τον μέχρι το μεδούλι μας.

Όταν άρχισε το “I’m Getting Ready” τρόμαξα με τον τίτλο. Δηλαδή, για τι περισσότερο ετοιμάζεσαι ακόμα, βρε Michael; Τι μας επιφυλάσσεις; Αυτό που μόλις είχε αρχίσει ήταν το να παίζει πιο ακουστικά κομμάτια, τα οποία, όπως λίγο αργότερα έσπευσε να δηλώσει, ήταν εκείνα που αγαπά να παίζει σε κάθε συναυλία του. Εκείνα που του θυμίζουν τα πρώτα του βήματα. Όπως ήταν αναμενόμενο, ακολούθησε το εξομολογητικό “Rest” και το “Any Day Will Do Fine”, που τον βρήκε μόνο στη σκηνή. Για να πω την αλήθεια, τα τρία αυτά συνεχόμενα τραγούδια «έριξαν» λίγο την ατμόσφαιρα, αλλά, προς τιμή του, το κοινό δεν το έδειξε, χειροκροτώντας και επιδοκιμάζοντας πολύ περισσότερο του αναμενόμενου. Έχω την εντύπωση ότι αυτό εκτιμήθηκε δεόντως από τον Michael, ο οποίος είπε αμέσως μετά πόσο λυπήθηκε για την ακύρωση της καλοκαιρινής εμφάνισης και πόσο χαίρεται για την αποψινή. Λίγο αργότερα είπε πως θα ξαναέρθει σύντομα στην Ελλάδα, κάτι που επανέλαβε εμφανώς ευχαριστημένος πριν το τέλος.

 

Κάπως έτσι ήρθε η στιγμή που όλοι (δηλαδή, απ’ ό,τι φάνηκε, σχεδόν μόνο εγώ) περίμεναν. Το “Rule the World”. Πρώτο σοκ: δε χειροκρότησε κανείς στην εισαγωγή. Δεύτερο σοκ: χειροκροτήθηκε λιγότερο από όλα τα τραγούδια. Ακόμα και από τα slow! Ε, λοιπόν, όσοι ήσασταν εκεί θέλετε ψυχίατρο! Για να σας κλαδέψει τον κήπο, εννοώ. Πού πήγε ο νους σας; Τέτοια τραγουδάρα να μη σας ξεσηκώσει… Οποία αισχύνη. Ο άνθρωπος την είπε a cappella μέχρι το ρεφρέν που μπήκαν και οι άλλοι, για να ακολουθήσει ένα τεράστιο εκπληκτικό σόλο κιθάρας. Τέτοια δε μπορείς να ακούσεις σε στούντιο ηχογραφήσεις. Όσοι δεν το επιδοκιμάσατε όπως του άξιζε, μπορείτε να ζήσετε με τις τύψεις. Εντάξει, το “The Final Frame” είναι κομματάρα, αλλά στη συγκεκριμένη μορφή με το σούπερ σόλο κιθάρας του Μιχάλη, βγήκε ακόμα καλύτερο. Για τελευταίο της βραδιάς είχε προγραμματιστεί το εκπληκτικό και χαρακτηριστικό της όλης κοσμοθεωρίας του “Father’s Child”, που επίσης ακούστηκε πιο δυνατό. Η σκηνή πλημμύρισε από κόκκινο φως, ο Μιχάλης τραγουδούσε πολύ βραχνά και επιβλητικά τον επαναλαμβανόμενο στίχο “Walk with me” (μην ανησυχείς, είμαι ήδη δίπλα σου). Όταν οι στίχοι τελείωσαν εκείνος έφυγε, εν μέσω χαμού, τη σκυτάλη πήρε η άλλη κιθάρα με ένα από καρδιάς slide σόλο, μέχρι που αποχώρησαν όλοι, πλην του κιμπορντίστα. Κι έτσι, το πρώτο μέρος της συναυλίας έκλεισε όπως άρχισε, ενώ η ώρα ήταν 23.48’.

Το πρώτο encore ήρθε τρία λεπτά αργότερα και ήταν το “Home Again”, που προλείανε το έδαφος για τον επίλογο που όλοι περιμέναμε. Το “Love & Hate” βγήκε με ανατριχιαστικά πλήκτρα, σούπερ κιθαριστικό σόλο που θύμισε τη χρυσή εποχή του Αργύρη Κουλούρη στους Aphrodite’s Child. Τέσσερα λεπτά μετά την είσοδο του Οκτωβρίου η μπάντα μας αποχαιρέτησε εμφανώς εντυπωσιασμένη και υποσχόμενη σύντομη επάνοδο.

Αυτό που συνόδευε την έξοδό μου από το συναυλιακό χώρο και τη διαδρομή μου μέχρι το σπίτι ήταν ο τελευταίος πολλάκις επαναλαμβανόμενος στίχος του Μιχάλη: “You can’t take me down / You can’t break me down”.

Μιχάλη, συμφωνώ απόλυτα μαζί σου. Και, μάλιστα, ξέρεις κάτι;

Η δύναμή μας είναι ότι τους αφήνουμε να πιστέψουν πως μπορούν να το κάνουν.

Photos by Chris Kissadjekian / www.livephotographs.com

 

Read 367 times

Leave a comment