Monuments on Facebook

RELEASE ATHENS FESTIVAL: RELEASE FESTIVAL Alice In Chains, 1000mods, Fu Manchu, Puta Volcano, Monovine, 26 Ιουνίου 2019

Thursday, 27 June 2019 08:47
Συντάκτης:
Published in Live Reviews

Ήταν πολλοί αυτοί που περίμεναν αυτήν την ημέρα του φετινού Release Festival. Οι δέκα χρόνια πάνω-δέκα κάτω γενιά του grunge και της σκηνής του Seattle της δεκαετίας του ’90 θα κάλυπτε επιτέλους μία από τις μεγαλύτερες εκκρεμότητές του: να δει ζωντανούς στη σκηνή τους Alice In Chains!

Περιγράφει η Jane Σαμπανίκου και συμπληρώνει ο Χρήστος Κισατζεκιάν

Ωστόσο, το να προλάβεις και το πρώτο συγκρότημα, τους πολύ δυνατούς Monovine στις 5:30 το απόγευμα μιας Δευτέρας ήταν πρόκληση. Αναμετρήθηκα με τον χρόνο κι έχασα- sorry guys. Φρόντισα όμως κατά την προσφιλή μου συνήθεια να ρωτήσω αυτούς που τους πρόλαβαν και να τι εισέπραξα: «Ωραίοι, πολύ ωραίοι, δυνατοί, δεμένοι, καλός ήχος, έχασες!». Τι άλλο να προσθέσω εγώ;

 

 

Στις 6 και κάτι ανέβηκαν στην σκηνή του Release οι Puta Volcano. Οι Puta, το έχω ξαναπεί, είναι μπαντάρα πρώτης γραμμής. Και το απέδειξαν για άλλη μια φορά. Η frontwoman τους, Άννα Παπαθανασίου (Luna), είναι ένα πολυτάλαντο πλάσμα, μια πολυεπίπεδη καλλιτέχνις που ξεχωρίζει τόσο για την πολύ ιδιαίτερη χροιά της καλοδουλεμένης φωνής της όσο και για τη συνολική της παρουσία. Όταν είχα ακούσει για πρώτη φορά τους Puta περίπου οκτώ χρόνια πριν, προτού αναλάβει ο Στέφανος (Steven S.) τα τύμπανα είχα εντυπωσιαστεί συνολικά αλλά δεν είχα και πολλά σχετικά ακούσματα από τα dessert στοιχεία τους. Μου πήρε κάποιες απολαυστικές ώρες μέχρι που εξοικειώθηκα με το ιδίωμα και μπόρεσα να κουρδιστώ καλύτερα μαζί τους.

 

 

Η συνέχειά τους και η συνέπειά τους αντανακλά την αγάπη και το πάθος τους για τη μουσική, το “volcanic rock” τους όπως συμφωνήσαμε να το λέμε μπας και συνεννοηθούμε. Στο Release, οι Puta Volcano ήταν εξαιρετικοί. Στιβαροί και δεμένοι, «φωνάζουν» τη δουλειά που έχει πέσει από πίσω. Η κιθάρα του Alex, αδελφού της Luna μαζί με το rhythm section του Bookie και του Steven μια γροθιά. Και η Luna να βιδώνει αυτά τα «σκονισμένα» φωνητικά της στις αρμονίες. Ο κόσμος που είχε ήδη αρχίζει να μαζεύεται παρά το λιοπύρι ήταν κάτω από τη σκηνή και «βασανίζονταν» μαζί με τους Puta. Τα περισσότερα κομμάτια ήταν από το τελευταίο τους άλμπουμ “Harmony Of Sphreres” με την προσθήκη του “The Sun”- λογικό. Ευελπιστούμε πλέον να τους δούμε πιο ψηλά σε φεστιβαλικό line up. Και μιλώντας για τις θέσεις στη μαρκίζα…

 

 

… στη συζήτηση που έγινε για τη θέση των Fu Manchu στο line up ήμουν από αυτούς που υποστήριξα ότι θα ήταν καλύτερα να παίξουν μετά τους 1000 Mods. Οποιαδήποτε χροιά εθνικιστικών αναφορών στα επιχειρήματα της άλλης μεριάς δεν με αφορά. Είμαι απλώς σκεπτική απέναντι στις κουβέντες που έχουν βγάλει έξω τις τοπικές «εμπορικότητες» ενός κατεξοχήν μη εμπορικού είδους και τις μετράνε.

 

 

Η ιστορία και η εμπειρία ενός συγκροτήματος όπως οι Fu Manchu, που δεν έχουμε ούτως ή άλλως τη δυνατότητα να δούμε όσο συχνά βλέπουμε τα αγαπημένα μας Χιλιομόδια, μιας και η Καλιφόρνια πέφτει κατά τι πιο μακριά από την Κόρινθο, θα έπρεπε να τους ανεβάσουν πιο ψηλά στο line-up μιας καθημερινής ημέρας που τρέχαμε με την ψυχή στο στόμα προκειμένου να προλάβουμε να φτάσουμε εγκαίρως.

 

 

Οι Fu Manchu είναι παλιές καραβάνες, από τους πρωτοπόρους της σκηνής και όταν έβαζαν τις κοτρώνες τους στα θεμέλια του stoner (το οποίο έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας στην εγχώρια κοινότητα) οι ντόπιες μπάντες τρώγανε παιδικές κρέμες. Επίσης τα punk στοιχεία, το ανελέητο groove και η εκρηκτικότητα της μουσικής τους ήταν πιο συμβατή με τις πρώτες νυχτερινές ώρες σε σχέση με τα μεγαλύτερα γενικώς πιο αργόσυρτα, ψυχεδελικά κομμάτια των 1000 Mods. Και οι δύο μπάντες έκαναν πάντως πολύ καλές εμφανίσεις.

 

 

Μεγάλη –απολαυστική- συζήτηση έγινε και για το άκυρο ριγέ μπλουζάκι (με γιακαδάκι και φανελάκι από μέσα) του τραγουδιστή/κιθαρίστα των Fu Manchu, του κραταιού Scot Hill, ο οποίος πάντως έχει μεγάλο ιστορικό σε άκυρα μπλουζάκια. Είναι «άποψη» προσπάθησα να γλυκάνω το χάπι σε έναν φίλο μεταλλά που το σχολίασε αηδιασμένος. «Το πρωτόκολλο της σκηνής λέει ότι δεν μας αφορά η εξωτερική εμφάνιση και φοράμε ό,τι βρούμε δίπλα στο κρεβάτι την ώρα που ξυπνάμε», του εξήγησα για να εισπράξω την αποστροφή: «καλά εντάξει, δεν μπορούσε να κοιτάξει λίγο πιο δίπλα;».

Το δε διαφανές σκάφος της κιθάρας του Hill ανέδειξε όλο το μεγαλείο της μπλούζας που διαγραφόταν ολόκληρη από κάτω κι έτσι δεν χάσαμε κανένα κομμάτι της. Όπως δεν χάσαμε γενικώς και κανένα κομμάτι των Fu Manchu που μας κράτησαν στο ένα πόδι με την ενέργειά τους και είχαν ίσως τον καλύτερο ήχο από όλες τις μπάντες της ημέρας. Μεταξύ άλλων απολαύσαμε τη διασκευή του “Godzilla” των Blue Oyster Cult με τα «ζοχαδιασμένα» φωνητικά του Hill και φυσικά τον ύμνο τους, «King Of The Road”.

 

 

Οι 1000 Μοds, σε μια από τις καλύτερες εμφανίσεις τους, συσπείρωσαν μπροστά στη σκηνή το φανατικό κοινό του stoner rock και προετοίμασαν τους υπόλοιπους για την πολυαναμενόμενη εμφάνιση των Alice In Chains. Ο Dani συγκινημένος δεν παρέλειψε στο καλωσόρισμά του να αναφέρει τη θλίψη τους για τον πρόσφατο πρόωρο χαμό του Μάκη Τσαμκόσογλου των Mother Of Millions. Οι 1000Mods παρουσίασαν κυρίως κομμάτια από το καινούργιο τους άλμπουμ κλείνοντας όμως το set και το encore με τα super hits “Vidage” και “Super Van Vacation” αντίστοιχα. Στο μεταξύ είχε μαζευτεί όλος ο κόσμος που περίμενε από το 2006 και τους Pearl Jam στο OAKA να δει μια από τις πιο επιδραστικές μπάντες της περίφημης σκηνής του Seattle.

 

 

«Ρε συ Τζέην, συνειδητοποίησες τι είδαμε? Οι θρύλοι της γενιάς μας. Τα καλύτερά μας χρόνια. Εγώ δάκρυσα λίγο!» μου είπε έμπλεος χαράς και συγκίνησης ένας καλός φίλος μετά τη συναυλία των Alice In Chains, συμπυκνώνοντας νοήματα και συναισθήματα. Είναι αλήθεια ότι το συναίσθημα από την παρουσία των εμβληματικών Alice In Chains στη σκηνή του Release ήταν τόσο έντονο που κατάφερε επιβληθεί στην αμηχανία που δημιουργούσαν τα προβλήματα ήχου, ειδικά στην αρχή που ακούγαμε κυρίως τύμπανα (μπότες) και φωνές. Άλλαξα αρκετές θέσεις μέσα στην Πλατεία Νερού ψάχνοντας τα έγχορδα, μέχρι που τα βρήκα και εγώ και οι ηχολήπτες προφανώς. Κάπου μέσα σε αυτό το live soundcheck χάσαμε την ολοκληρωμένη εμπειρία του συγκλονιστικού “Check My Brain” που ήταν το δεύτερο στο set. Χαμηλά σχετικά ήταν και η συνολική ένταση της συναυλίας, σα να μην ήθελαν να ενοχλήσουν τους γείτονες. Αυτό που ως το τέλος δεν υποστηρίχτηκε όπως έπρεπε από τον ήχο ήταν τα πολύ ιδιαίτερα αρμονικά φωνητικά των Cantrell-DuVall. Αυτό που υποστηρίχτηκε από το κοινό με την αγάπη και τη συμμετοχή του ήταν το ίδιο το συγκρότημα και η ιστορία του. Η «καταραμένη» για τις μπάντες σκηνή του βροχερού Seattle με τα πάρα πολλά ναρκωτικά, τις βαριές καταθλίψεις και τα ξοδέματα των αφάνταστα ταλαντούχων πρωταγωνιστών της (Kobain, Staley, Cornell) έχει γεννήσει αυθεντικά αριστουργήματα και όσοι ζήσαμε το ξέσπασμά της στη δεκαετία του ’90 και επιζήσαμε τις επόμενες δεκαετίες για να απολαμβάνουμε τη συνέχειά της, δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να την ξεπεράσουμε.

 

 

Ήταν, λοιπόν, μαγικό να βλέπουμε ζωντανό με την κιθάρα του στη σκηνή τον Jerry Cantrell, τον Kύριο Alice In Chains τον ίδιο. Αλλά και τον συνιδρυτή της μπάντας, Sean Kinney στα τύμπανα (ο οποίος μοιάζει πλέον με την καθημερινή μορφή ενός old school σουπερήρωα όταν βγάζει την μπέρτα του) ή τον ελαφρώς μεταγενέστερο, Mike Ines, με τους λαμπερούς filipino βοστρύχους του να μπερδεύονται στις χορδές του μπάσου. Όσο για τον απίστευτο αφάνα από την Atlanta, William DuVall, αυτόν τον ιδιαίτερο λιπόσαρκο performer που κούμπωσε θαυμάσια με τους Alice In Chains και κάλυψε παραπάνω από επάξια το δυσαναπλήρωτο κενό του αξέχαστου Layne Staley φέρνοντας το αφροαμερικάνικο μπρίο, το ταλέντο και την κιθάρα του, έδειχνε με τον αλλόκοτο τρόπο που τραγουδούσε σφίγγοντας τα δόντια ή παίζοντας με τη θέση του σαγονιού και των χειλιών ότι έχει πέσει δουλειά και μελέτη προκειμένου να βγουν αυτά τα ιδιόρρυθμα εναρμονισμένα διπλά φωνητικά των Alice In Chains ή να αποδώσει με σεβασμό και συνέπεια την συγκλονιστική ερμηνεία του Staley στους ύμνους των τριών πρώτων άλμπουμ. Ή απλώς είχε πιεί κάτι παραπάνω στα παρασκήνια και τέντωσε λίγο, παίζει κι αυτό.

 

 

Η σκηνική τους παρουσία ήταν δωρική, σύμφωνη με τα πιο grunge πρωτόκολλα που απορρίπτουν τη χρησιμότητα των οπτικών εφέ ή τις ποζεριές χάριν συναυλιακού εντυπωσιασμού. Η Ελλάδα ήταν ο τελευταίος σταθμός της περιοδείας τους, κουβαλούσαν και κούραση όπως και να ‘χει, ακριβώς όπως και το – σχεδόν συνομήλικο- κοινό τους από κάτω, το βράδυ μιας εργάσιμης Δευτέρας. Ο DuVall πάντως μπήκε στον κόπο να μάθει κάμποσα ελληνικά για να μας μιλήσει στη γλώσσα μας και, κατά συνέπεια, κατευθείαν στην καρδιά μας. Το «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» που βγήκε από το στόμα του, όσο κωμικό κι αν ακούστηκε από αισθητικής άποψης, δεν παύει να δείχνει την πρόθεση του συγκροτήματος να επικοινωνήσει ουσιαστικά και με όλους τους ντόπιους οπαδούς του στην πρώτη του επίσκεψη στη χώρα μας. Δε λες που δεν του έκαναν φάρσα οι χαβαλέδες της χώρας μας να του μάθουν το «έχω τρία αρχίδια».

 

 

«Δεν βγαίνουν πια τέτοια κομμάτια!» παραπονέθηκε η κολλητή μου, ιδρωμένη και συγκινημένη μετά το “Would”, και άπαντες γύρω κουνήσαμε τα κεφάλια μας καταφατικά στο ρυθμό του “Rooster” που μόλις άρχιζε για να επισφραγίσει με κατάνυξη τη συναυλία-σταθμό. Μια συναυλία που αποτελούσε εκκρεμότητα στην προσωπική μου λίστα με τις must συναυλίες που πρέπει να δω πριν πεθάνω.

Και μιας και λεφτά για συναυλιακά ταξίδια δεν υπάρχουν πια για πάρα πολλούς από εμάς, τον Tom Jones που ‘παιζε το ίδιο βράδυ δω δίπλα, στη Βουλγαρία, θα τον φέρει κανείς στην Ελλάδα ποτέ ή να κρατήσω την αναπνοή μου; (σημ. Χ.Κισατζεκιάν: ΠΕΣ ΤΑ!)

Φωτογραφίες Στάθης Ζούμπος (AIC photos by Release Athens Festival)

Read 111 times

Leave a comment