Monuments on Facebook

THE WATERBOYS – Piraeus 117 Academy, Αθήνα Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019

Saturday, 23 November 2019 12:00
Published in Live Reviews

“What spirit Is, man can be…”

Εδώ τα λόγια είναι μάλλον περιττά.


Συντάκτης: Κρεμμυδιώτης Τάκης 

Όποιος μιλά για τους The Waterboys, αναπόφευκτα μιλά για την καρδιά των 80s. Μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά. Να το ξαναπώ; Άσε, καλύτερα. Αυτά δε λέγονται ούτε καν προφορικά, πόσο μάλλον γραπτά.

 

 

Μην ακούτε τι λέει ο Mike Scott. Δεν ξέρει αυτός. Ή, μάλλον, δε θέλει να ξέρει. Προς το τέλος της υπέροχης αυτής βραδιάς, μας αφηγήθηκε σύντομα μια ιστορία. Είπε πως συνάντησε το ίδιο πρωί κάπου στην Αθήνα έναν τύπο, ο οποίος τον σταμάτησε και τον ρώτησε αν είναι ο Mike Scott. Όταν εκείνος του απάντησε καταφατικά, ο τύπος του είπε πως θα έρθει το βράδυ στη συναυλία, αν και δεν έχει ακούσει ποτέ κανένα τραγούδι τους, γνωρίζοντας όμως πως η μουσική τους είναι χαρακτηριστική για τη δεκαετία του ’80. «Χμ, ας το πιστέψω...», που έλεγε και ο Χάρρυ Κλυνν. Απαντώντας του ο Scott μας είπε ότι έσπευσε να ξεκαθαρίσει πως η μουσική τους δεν έχει να κάνει σε τίποτα με εκεινη της αδιάφορης δεκαετίας του ’80, αλλά απλά συνέπεσε να ξεκινήσει σε αυτήν. Ναι, καλά...

 

 

Πολύ αγαπητέ μου Mike, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Η παρεξηγημένη αυτή δεκαετία δεν είχε μόνο Milli Vanilli, Dead or Alive, Rick Astley και Wham! Είχε πολλά εξαιρετικά συγκροτήματα, όπως τους Wipers, Husker Du και Screaming Tribesmen, to name a few, που λένε και στο χωριό. Μην τα ισοπεδώνουμε όλα. Άλλωστε, δεν υπάρχει μια ενιαία και αδιαίρετη μουσική, που χαρακτηρίζει την κάθε δεκαετία, αλλά οι επιμέρους μουσικές των συγκροτημάτων που δραστηριοποιούνται σε αυτήν.

 

 

Αν θελήσουμε να μιλήσουμε για τους The Waterboys, έρχεται αυτόματα στο νου το μνημειώδες “This is the Sea”, οπότε ίσως είναι καλύτερα να το ξανασκεφτούμε και να σιωπήσουμε. Τέτοιοι δίσκοι δε γράφονται πια. Ούτε και τότε γράφονταν συχνά. Βλέπετε, η μουσική του δεν απορροφά όλη την προσοχή σου, αλλά, σχεδόν, ακούγεται και σε στάση προσοχής.

 

 

Το τρίτο αυτό άλμπουμ των The Waterboys, μαζί με τα προηγούμενα “The Waterboys” και “A Pagan Place”, έκλεισε την άτυπη τριλογία της αποκαλούμενης "The Big Music". Δηλαδή, σύμφωνα με τον Scott, της μουσικής που μας επιτρέπει να δούμε τη σφραγίδα του Θεού στον κόσμο. Βαρύγδουπο, έ; Πού να δείτε τότε... Κι έτσι άρχισαν οι αυτόκλητοι «ερμηνευτές» και «αναλυτές» να μας βομβαρδίζουν με κείμενα, προσπαθώντας να ερμηνεύσουν το πόσο παγανιστής ή Χριστιανός είναι ο Scott, με το πρόσχημα ότι έτσι προσεγγίζουν καλύτερα τη μουσική του. Βλέπετε, είχε κάνει το «λάθος» να δώσει λαβές και για τα δύο.

 

 

Υπήρχαν όμως και πάρα πολλοί που δεν έπεσαν στο τριπάκι αυτό και ασχολήθηκαν με τα τραγούδια τους. Με τα «επικίνδυνα» τραγούδια τους, καλύτερα. Κι αν ακόμα η επιστήμη δεν έχει καταλήξει σε ένα γενικώς αποδεκτό ορισμό του τι είναι «ψυχή», όποιος τα άκουσε με την προσοχή που τους άρμοζε, σίγουρα θα έχει πάρει μια, τόση δε, ιδέα γι’ αυτήν. Ναι, ξέρω, είναι μείγματα folk και rock and roll. Καλά... Γιατί άραγε καμία τέτοια πρόσμειξη δεν είχε ανάλογο αποτέλεσμα (μετά τα 60s); Λοιπόν, νομίζω πως έχω την απάντηση σε αυτό, αλλά είναι αναπόφευκτα τόσο προσωπική, που δε θέλω να τη μοιραστώ με κανέναν. Τι κι αν νομίζω πως την ξέρω, όμως; Δεν υπήρχε περίπτωση να αντισταθώ στην πρό(σ)κληση να τους δω να φέρνουν τη γλυκιά καταχνιά της δεκαετίας του ’80 (εκεί, εγώ...) στο τέλος του 2019. Μαζί με μένα προσέτρεξαν κι άλλοι τόσοι πολλοί, που από νωρίς κλείστηκε δεύτερη συναυλία. Το μόνο που απέμενε να διαπιστώσουμε ήταν το πόσο πολύ ήταν δυνατό να λειτουργήσουν τα τραγούδια τους πάνω μας σήμερα. Εντάξει, το παίρνω πίσω αυτό το τελευταίο, ως αυτονόητο...

 

 

Το βράδυ της Πέμπτης έβρεχε αρκετά, αλλά ο κόσμος ήταν συνεπής στην ώρα του. Όπως και η μπάντα, που βγήκε στη σκηνή στις 21.31’, δηλαδή ένα μόλις λεπτό μετά την προγραμματισμένη ώρα έναρξης. Υπήρχε όμως μια απίστευτα ευχάριστη έκπληξη: δεν κάπνιζε κανείς. Μάλλον, αυτό πρέπει να το ξαναπώ: ο χώρος είχε κατάλληλες σημάνσεις και σωματώδεις «κέρβερους» φύλακες, που φώτιζαν με φακό κάνοντας προσωπικές παρατηρήσεις σε όσους προσπάθησαν να φανούν μάγκες. Το συνειδητοποιείτε; Υπήρχαν ανθρώπινες συνθήκες για να παρακολουθήσει κανείς τη συναυλία, χωρίς καν να μυρίζουν τα μαλλιά και τα ρούχα του από ό,τιδήποτε καπνίζεται. Respect στους διοργανωτές. Πώς το λένε αυτό; Ο φόβος φυλάει τα έρημα; Ε, έστω κι έτσι...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στην ώρα της, λοιπόν, η τωρινή σύνθεση των The Waterboys, που εκτός από το μαυροφορεμένο Mike με το καουμπόικο καπέλο, αποτελείται από τη σταθερή αξία Steve Wickham στο βιολί, τον Aongus Ralston στο μπάσο, τον πολύ καλό και με γυαλιά μυωπίας (καλό, ε;) ντράμερ Ralph Salmins και την ατραξιόν "Brother" Paul Brown στα keys και ειδικότερα στο Hammond. Μαζί τους ήταν ένα πολύ καλό ντουέτο στα φωνητικά και τα χορευτικά, η με-το-ρυθμό-μέσα-της χυμώδης Jess Kav και η soul woman Zeenie Summers, που συνεισέφεραν πολλά στην όλη εικόνα της μπάντας.

 

 

Για το ξεκίνημα επιλέχτηκε και πάλι το “When Ye Go Away”, από το οποίο ο κόσμος έδειξε τις διαθέσεις του. Ήταν ήδη προφανές ότι όλοι είχαν έρθει να περάσουν καλά, κάτι που ήταν σίγουρο με το επίπεδο της συγκεκριμένης μπάντας. Σύντομα, η διάθεση ανέβηκε κατακόρυφα με την πάλαι ποτέ απαρχή της προσήλωσης της μουσικής τους στις Ιρλανδέζικες ρίζες της, το “Fisherman's Blues”, που απέδωσαν σε μια όμορφη και ελαφρώς διασκευασμένη εκτέλεση. Οι πιο απολαυστικές στιγμές του ήταν εκείνες στο ρεφρέν, όταν όλοι φώναζαν το περίφημο “Woohoohoo!”

 

 

Βλέποντας ο Mike την ανταπόκριση του κοινού και την εξαιρετική του διάθεση, υπέπεσε σε ένα -κατά τη γνώμη μου- ατόπημα. Είπε ότι είχε ακούσει για την οικονομική κρίση στη χώρα μας, αλλά, βλέποντας τόσο κόσμο συγκεντρωμένο, του είναι δύσκολο να πιστέψει κάτι τέτοιο. Λυπάμαι, Mike, αλλά έστω και αστειευόμενος να το είπες, νομίζω ότι έσφαλες. Χρειάζεται να εξηγήσω το γιατί; Όχι, βέβαια. Εμείς όμως σε αγαπάμε και δεν είμαστε παρεξηγησιάρηδες. Άλλωστε, τι κάναμε; Ήρθαμε “Where the Action Is” και το απολαύσαμε αμέσως μετά, με την Jess να μας επιδεικνύει στη μέση του τις πλούσιες φωνητικές της δυνατότητες. Καταλαβαίνετε, προφανώς, τι έγινε και στο παθιασμένα ερμηνευμένο “A Girl Called Johnny”.

 

 

Η βραδιά συνεχίστηκε με τον Mike να αναπολεί τη μαγευτική προηγούμενή τους εμφάνιση στην Αθήνα, παρά τα χρόνια που έχουν περάσει, συνεχίζοντας με το “If the Answer is Yes”. Ύστερα, όταν μας ρώτησε αν είναι διάσημος εδώ στην Ελλάδα ο αγαπημένος του Willie Nelson, κάποιοι είπαν από ενθουσιασμό ναι, συμβάλλοντας αποφασιστικά στο να φύγουν κάποιες τούφες από τα μαλλιά μας. Όπως και να ‘χει, το βαρβάτο “Still a Freak” ήταν αφιερωμένο σε αυτόν και τον Keith Richards, με την Jess να μας ξαναδείχνει ότι το ‘χει ακόμα και στα blues.

 

 

Για ακατανόητους σε μένα λόγους η ροκιά του εξαιρετικού “Medicine Bow” ήταν το τραγούδι που χειροκροτήθηκε λιγότερο, σε αντίθεση με το “Nashville, Tennessee”, που ξεσήκωσε τον κόσμο λόγω του σόου του "Brother" Paul Brown. Πιο συγκεκριμένα, όταν ο Mike τον ιντρίγκαρε να αποδείξει ότι μπορεί να παίξει το καλύτερο σόλο όλων των εποχών, εκείνος πέταξε μέχρι και το πουκάμισό του, δίνοντας κυριολεκτικά μια πομπώδη, υπερβολική, αλλά, όπως αποδείχτηκε, λατρεμένη ακόμα και από μη Αμερικανικό κοινό, παράσταση.

 

 

Το “Ladbroke Grove Symphony” μου ακούστηκε πιο μεστό από ποτέ, ενώ η μεγάλη προσωπική έκπληξη ήταν η αποθέωση που γνώρισε το έτσι-κι-αλλιώς κορυφαίο, πλην όμως ήπιο για συναυλία, “This is the Sea”. Τελικά, έχουμε ποιοτικό αισθητήριο, ως συναυλιακό κοινό. Το κεφάτο μέσα στο αδιέξοδό του “Rosalind (You Married the Wrong Guy)” έφτιαξε πιο ρυθμικά τον κόσμο και απ’ όσο είδα δεν υπήρξε κανείς που να μην παρασύρθηκε στο ρυθμό του, όπως και το “We Will Not Be Lovers”, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, ήταν το καλύτερα παιγμένο τραγούδι της βραδιάς, με τον Steve Wickham να διδάσκει πώς παίζεται το βιολί.

Το “The Pan Within” παίχτηκε σε ακουστική μορφή μόνο από τους Scott και Wickham, αλλά κι έτσι ήταν συγκλονιστικό, αποδεικνύοντας το μέγιστο ειδικό βάρος του. Είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε ένα μικρό tribute στον κορυφαίο και πρόσφατα εκλιπόντα Ginger Baker των Cream, κατά το οποίο ο Ralph Salmins έπαιξε σόλο ντραμς και κάποιες στιγμές μόνο με τα δάχτυλα. Το “Morning Came Too Soon” ακούστηκε ως ο καλύτερος πρόλογος για το κορυφαίο τραγούδι που έχουν ποτέ γράψει, το “The Whole of the Moon”, το οποίο σέβομαι τόσο μουσικά και στιχουργικά, που συνειδητά επιλέγω να μη σχολιάσω, μπας και το αδικήσω.

 

 

Οι τελευταίες νότες του, που ακούστηκαν στις 23,21’, σήμαναν το τέλος, αλλά δύο λεπτά αργότερα η μπάντα βγήκε για ένα ενκόρ. Τότε ήταν που ο Mike μας είπε όσα ανέφερα στην αρχή για τα 80s, προσθέτοντας ότι υπάρχει ένας μουσικός της εποχής εκείνης που αληθινά εκτιμά. Δεν είπε το όνομά του, αλλά μόνο το ότι θα έπαιζαν ένα δικό του τραγούδι. ΚΙ έτσι ακούσαμε το “Purple Rain” του Prince. Δε λέω, κυρίως τα κορίτσια γύρω μου έδειχναν να το απολαμβάνουν και να λικνίζονται στο ρυθμό του. Είδα όμως και κάποιους να στέκονται αμήχανοι, παρά την εκ των προτέρων γνωστή αδυναμία του Mike στον παλιόφιλό του Prince Rogers Nelson, με τον οποίο περιόδευαν για κάμποσα χρόνια μαζί.
Ναι, θα ήθελα πολύ να ακούσω τα "Don't Bang the Drum" και "Be My Enemy", ακόμα και τα «εσωτερικά» "Old England" και ιδίως το "Spirit". Δεν πειράζει, όμως. Ποτέ δεν ξέρεις.

 

 

Όταν βγήκα από το Academy η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει, αν και με λιγότερη ένταση. Ωραία! Μέχρι να φτάσω στο αυτοκίνητο, δεν άφησα το “And you know how it feels/To reach too high/Too far/Too soon” να ξεκολλήσει από το μυαλό μου.

Θα ήταν αληθινά άδικο τούτη τη βραδιά να είχε για επίλογο το “ I only wanted to see you/Bathing in the purple rain”.

photos by Chris Kissadjekian

Read 97 times

Leave a comment