RIVERSIDE, ALLOCHIRIA, VERBAL DELERIUM – Gagarin 205, Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Monday, 09 March 2020 19:11
Published in Live Reviews

Father, will you take me away?

Γράφει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μπορεί ο εξώστης να μην άνοιξε, αλλά η πλατεία ήταν σχεδόν γεμάτη. Από ποιους; Μα, από φανατικούς φίλους των Riverside, παλιούς και νέους. Όταν ο Mariusz Duda ρώτησε πόσοι από το κοινό ήταν στην προ επταετίας συναυλία τους εδώ, σηκώθηκαν λίγα χέρια, σε αντίθεση με όσα δήλωσαν ότι ανήκουν σε όσους τους βλέπουν για πρώτη φορά. Είμαι σίγουρος ότι ο μόνος λόγος που δεν έγινε sold out το αποψινό live ήταν η ανησυχία για την εξάπλωση του ιού, που προσπαθεί χαιρέκακα να βγάλει από τη ζωή των ανθρώπων κάθε είδους «απόδραση» από τη μιζέρια των τελευταίων (δεκαετιών;) ημερών. Αλλά, γιατί οι Πολωνοί φίλοι μας ένιωσαν πιο «ζεστά» από ποτέ μπροστά στο Αθηναϊκό κοινό; Η ερώτηση είναι απλή και η απάντηση τόσο χιλιοειπωμένη, που τελικά προτιμώ να την απευθύνω ως ρητορική. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή…

 

  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το ότι η βραδιά στο Gagarin 205 θα ήταν καλοκουρδισμένη πρωτοφάνηκε από τη συνέπεια των Verbal Delirium, που έκαναν την αρχή στην ώρα τους. Το σχετικά σύντομο σετ τους ξεδίπλωσε τους καρπούς του progressive και psychedelic rock, που χρησιμοποιούν ως μέσο έκφρασης, για να παρουσιάσουν μια «διαφορετική» τελική πρόταση, που λοξοκοιτάζει σαφώς σε εναλλακτικότερα rock μονοπάτια. Η σφιχτοδεμένη μπάντα, αδικημένη ελαφρώς από τον τελικό ήχο (μη ξεχνάτε ότι η σκηνή είχε προετοιμαστεί για να δεχτεί τρία συγκροτήματα) φάνηκε εξαρχής πόσο έμπειρη είναι, με μπροστάρη, όπως πάντα, τον Jargon.

Διακρίναμε τις jazz και electronica πινελιές τους, αλλά και εκείνες της ευρύτερης 80’s εποχής. Φυσικά, όταν τα πράγματα γίνονταν πιο σκληρά μπορέσαμε να διακρίνουμε κάτι τι από metal, αλλά και από τους Porcupine Tree και τον Steven Wilson που θα συναντούσαμε πολύ συχνά σε κάποια μπάντα που θα έπαιζε αργότερα. Και, φυσικά, δεν εννοώ τους Allochiria, που ακολούθησαν αμέσως μετά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η άλλη Αθηναϊκή μπάντα της βραδιάς βγήκε στις 21.01’ και δεν έχασε καθόλου καιρό, ξεδιπλώνοντας με το καλημέρα καθαρόαιμο sludge metal (και όχι post-, κατά τη γνώμη μου), αλλά και διάφορα άλλα post-, όπως όπως black και progressive metal. Και, ναι, μπορούσε κάποιος από πριν να υποθέσει ότι ο ήχος τους δε θα ήταν ο τέλειος support εκείνου των Riverside, αν σκάλωνε στα death growl φωνητικά της Irene. Μάλλον, όμως, θα είχε κάνει λάθος, λαμβανομένων υπόψη των όμορφων ατμοσφαιρικών περασμάτων ανάμεσα στο σκληρό ήχο και τις απόκοσμες φωνές, αλλά και της εκτελεστικής ικανότητας των μελών της μπάντας. Η Irene με την πλάτη διαρκώς γυρισμένη στο κοινό και τη βοήθεια αρκετού νερού για να αντεπεξέλθει, εκ των πραγμάτων άφηνε αρκετό «χώρο» στις κιθάρες του John και του Steve, αλλά και την επιβλητική rhythm section των Ted και Ilias.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα πιο «λυρικά» γυρίσματά τους φανέρωσαν progressive rock και post punk επιρροές, που μετέβαλαν σε πεποίθηση την εντύπωσή μου ότι το μέλλον τους είναι λαμπρότερο σε λιγότερο σκληρές διόδους. Στις 21.42’ η μπάντα μας αποχαιρέτησε και ξεκίνησε το τρέξιμο για να προετοιμαστεί η σκηνή. Το είπαμε, όμως, και παραπάνω: τη βραδιά εκείνη όλα γίνονταν στην ώρα τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εδώ κι αν μιλάμε για ακρίβεια. Και μάλιστα, μέχρι σημείο παντελούς ελλείψεως αυθορμητισμού. Αυτό, αλλιώς, κάποιοι το λένε επαγγελματισμό. Και, τελικά, θέλουμε δε θέλουμε, έτσι είναι. Ο Mariusz Duda δεν είναι ο τύπος που θα αφήσει κάτι στην τύχη, όχι λόγω συγκεντρωτισμού, αλλά λόγω του ότι σέβεται απόλυτα εκείνους προς τους οποίους απευθύνεται η μουσική του. Γι’ αυτό έφτασε στα αυτιά μας για μια ακόμα φορά άριστος ο ήχος (ο Χρήστος το προέβλεψε ως σιγουράκι πριν καν αρχίσουν έχοντας απολαύσει κάθε προηγούμενη συναυλία τους, παρομοιάζοντάς τον με ήχο cd).

 

  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κι έτσι είδαμε, μεταξύ άλλων, απολύτως προβαρισμένα τους μουσικούς να κάνουν high five, να παίζουν πλάτη με πλάτη, να υποκλίνονται, αλλά και τον απόλυτα επικοινωνιακό και crowd pleaser Mariusz να μας μιλά διαρκώς και να μας προτρέπει να πάρουμε ενεργότερο ρόλο στο live, όπου αυτός ήταν προγραμματισμένος. Δηλαδή, είδαμε μια πολύ ζωντανή συναυλία, χορταστική σε διάρκεια και ποιοτική σε όλα, δοσμένη από μουσικούς που απολάμβαναν όσο κι εμείς αυτό που ζούσαν. Κι αυτό το τελευταίο, δε φάνηκε προγραμματισμένο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όπως ήδη έχετε καταλάβει, το κοινό δε ζεστάθηκε γρήγορα, αλλά ήταν ήδη «καμμένο» πριν τις 22.10’, όταν βγήκαν στη σκηνή ο πολυτάλαντος Mariusz Duda (φωνητικά, μπάσο, ακουστική κιθάρα), ο βαρύ-πυροβολικό Piotr Kozieradzki (τύμπανα), ο μονίμως χαμογελαστός και αεικίνητος Michał Łapaj (πλήκτρα) και ο νέος και άξιος Maciej Meller (κιθάρα). Κι αυτή τη βραδιά οι Riverside απέδειξαν ότι αγαπούν το progressive rock όσο κι εμείς, παρουσιάζοντας τη φρέσκια, αλλά με απόλυτο σεβασμό στα 70’s, πρότασή τους φιλτραρισμένη με heavy metal και atmospheric rock, κατά τα πρότυπα των Porcupine Tree και των Dream Theater, τους οποίους ο Mariusz αργότερα αποποιήθηκε χιουμοριστικά ως κύρια επιρροή τους.  

 

  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σύμφωνα με όσα είπαμε παραπάνω, δεν ήταν έκπληξη το ότι το set list ήταν αυτό ακριβώς που περιμέναμε, ανατρέχοντας στο άμεσο παρελθόν, αν και είχε μια δυο εκπληξούλες στο τέλος. Το “Acid Rain” ανέλαβε να γεφυρώσει το συναυλιακό κενό που μεσολάβησε από την προηγούμενη εμφάνισή τους και τα κατάφερε χαλαρά. Ο κόσμος ήταν πολύ εκδηλωτικός, χτυπούσε ρυθμικά παλαμάκια ακόμα και όταν δεν του το ζητούσε η μπάντα, τραγουδούσε τα πολλά live-friendly «οοοοοοο» και κάποια ρεφρέν, ενώ τα vibes πήγαιναν κι έρχονταν. Το “Vale of Tears” μερικοί το τραγούδησαν άκαιρα, για να δείξουν πως το ξέρουν, με τον ήδη ενθουσιασμένο Mariusz να κάνει το γκάλοπ που σας είπα παραπάνω για να δει τους παλιούς και νέους φίλους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το “Reality Dream I” ήταν ο καλύτερος πρόλογος για το επικό αγαπημένο μου Lament (ναι, ξέρω πως το καταλάβατε από τον υπότιτλο), που βγήκε πολύ πιο επιβλητικό από το ηχογραφημένο σε στούντιο. Για μένα αυτό ήταν το καλύτερο τραγούδι της βραδιάς, αλλά, μάλλον, στην προκειμένη περίπτωση αποτελώ μειοψηφία (αν έλεγα ότι χαίρομαι γι’ αυτό, θα ακουγόμουν εκνευριστικός;). Ύστερα ο Mariusz, αφού μας πληροφόρησε ότι στη χτεσινή συναυλία στη Θεσσαλονίκη ήταν μόνο έξι γυναίκες και είδε ότι στην Αθήνα ήταν πολύ περισσότερες, διευκρίνισε απολογητικά ότι η μουσική τους δεν απευθύνεται μόνο σε άντρες που φορούν μπλουζάκια με μουσικές στάμπες, τρολάροντας τους Dream Theater.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στο “Hyperactive” το κοινό ήταν πολύ εκδηλωτικό, ενώ στο “Conceiving You” έγινε πραγματικά χαμός. Προσωπικά απόλαυσα το α-λα Andy Latimer σόλο κιθάρα στο “Second Life Syndrome”, όπως και το “Left Out”, που απέδειξε όσο λίγα τραγούδια το πόσο καλή rhythm section αποτελούν οι Duda και Kozieradzki. Καλύτερο solo, όχι περίτεχνο όσο άλλα αλλά ευαίσθητο, άκουσα στο καθηλωτικό “Guardian Angel”, που μου θυμίζει Aphrodite’s Child και προλόγισε ο Mariusz ως ένα απόλυτα σημερινό τραγούδι εμπνευσμένο από την Αποκάλυψη του Ιωάννου.

Η ατμόσφαιρα κορυφωνόταν διαρκώς, τόσο μέσα από το “Lost (Why Should I Be Frightened By a Hat?)”, όσο και από το “Egoist Hedonist”, που ήταν το δεύτερο πιο ξεσηκωτικό για τον κόσμο. Ποιο ήταν το πρώτο; Μα, φυσικά, το “Wasteland”. Πριν τις πρώτες νότες του ο Mariusz έκανε ένα σύντομο φροντιστήριο στο κοινό για το πώς θα τραγουδήσει το «οοοοοο», επιστρατεύοντας τα, όπως είπε, «γυναικεία φωνητικά του». Κι ύστερα άρχισε το μακρύ έπος του “Wasteland”, που αληθινά μας συνεπήρε όλους. Η ώρα ήταν 23.45’ και η μπάντα μας χαιρετούσε για πρώτη φορά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αντί ο κόσμος να ζητήσει encore με ρυθμικό χειροκρότημα, συνέχιζε να τραγουδά το «οοοοο», μέχρι που βγήκε η μπάντα και «έπιασε» το τραγούδι από εκεί που το είχε ο κόσμος, κλείνοντάς το απαλά. Είχε μόλις έρθει η σειρά ενός παμμέγιστου έπους, του “Wish You Were Here”, που ο Mariusz μας ζήτησε να τραγουδήσουμε εις μνήμην του προηγούμενου κιθαρίστα τους Piotr Grudziński. Κι επειδή υπήρξε συναισθηματική φόρτιση, έπιασαν αμέσως μετά το “02 Panic Room” για να μάθουμε τι μπορεί να κάνει ένα funky μπάσο σε ένα ροκάδικο τραγούδι. Οι τελευταίες νότες του “River Down Below” βρήκαν το λαλίστατο Mariusz να μας λέει ότι μετά το θάνατο του Piotr δεν ήξεραν αν θα συνέχιζαν με το συγκρότημα, αλλά, τελικά, είναι ακόμα εδώ, χάρη στην αγάπη του κοινού τους, παίζοντας τελικά μέχρι τις 00.08’.

Παίρνοντας το δρόμο για το αυτοκίνητο, άκουσα κάμποσους να τραγουδούν το εθιστικό “Wasteland”, μέσα στην ψιχάλα της νύχτας. Αυτή είναι η μαγεία της μουσικής, σκέφτηκα. Εμένα μου είχε κολλήσει κάτι άλλο. Γι’ αυτό σε όλη τη διαδρομή τραγουδούσα μέσα μου το: “There’s nowhere to escape, But I have the key, I know the road, So I will take you there, Look after you, And save us both”…


Photos by Chris Kissadjekian

Read 171 times

Leave a comment