Monuments on Facebook

ANNIHILATOR, FORAY BETWEEN OCEAN - Piraeus Academy, Αθήνα, Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Tuesday, 01 November 2016 17:08
Συντάκτης:
Published in Live Reviews

Πρώτη φορά πηγαίνω σε συναυλία “πάμε για μια μπύρα να τα πούμε και θα τζαμάρουμε και κάνα τραγουδάκι άμα λάχει”...

Γράφει ο Δημήτρης Τσέλλος

Ανήμερα της Εθνικής Επετείου του “ΟΧΙ”, κατηφορίζω προς το αγαπημένο μου (μας) Piraeus Academy, στο 117 της οδού Πειραιώς, για να παρακολουθήσω μια από τις αγαπημένες μου thrash μπάντες. Για πέμπτη φορά οι Καναδοί Annihilator στα μέρη μας και αν υπάρχει ένα χαρακτηριστικό σε αυτή τη μπάντα, είναι η καθολική αποδοχή που χαίρει στις τάξεις των απανταχού μεταλλάδων, ανεξάρτητα από τα προσωπικά τους γούστα. Είσαι power-άς; Σ ‘αρέσουν. Είσαι κλασσικομεταλλάς; Ομοίως. Είσαι οπαδός του τεχνικού metal; Στανταράκι. Είσαι από thrasher και πάνω στο επίπεδο καφρίλας; Τα ίδια. Σκεπτόμενος αυτά, περίμενα πως το venue θα έχει αρκετό κόσμο για να γεμίσει τουλάχιστον την αρένα. Δεν έπεσα έξω, καθώς ναι μεν το μαγαζί δεν ήταν φίσκα, με τον εξώστη να παραμένει κλειστός, αλλά κάτω ο κόσμος τίμησε τη βραδιά.

Περίπου στις 20:20, ενώ οι πόρτες άνοιγαν στις 19:00, ανεβαίνουν στη σκηνή οι Foray Between Ocean. Ένα δικό μας κουιντέτο το οποίο στα μέσα ακριβώς του Ιουνίου κυκλοφόρησε το παρθενικό του cd ''Depression Neverending'' μέσω της Prime Eon Media Ltd. Οι Γιάνης Τούσσας (φωνή), Διονύσης Χριστοδουλάτος (Chaostar, Sorrowful Angels - κιθάρα), Θέμης Ιωάννου (κιθάρα), Ηλίας Μπουζέας (μπάσο) και Κώστας Μυλωνάς (Outloud, Sunburst - τύμπανα) αρέσκονται σε ένα “τουμπανιασμένο” progressive metalcore/thrash/death/black ύφος (δεν κάνω πλάκα, όλα αυτά ακούστηκαν κατά την εμφάνισή τους), το οποίο μπορεί να μην είναι καθόλου του γούστου μου, αλλά όπως και να ‘χει δε με έστειλε για μπύρα και καθαρό αέρα. Από τεχνικής απόψεως τα πάνε περίφημα, ειδικά ο Μυλωνάς στα τύμπανα μοιάζει να έχει παππού τον Davy Jones (το πιάσατε πιστεύω το υπονοούμενο), ο ήχος τους κατεδαφίζει ντουβάρια, το μόνο που πρέπει να προσέξουν είναι τα φωνητικά τους. Ο Τούσσας τα πάει καλά στα καφριλίκια, ενώ στα καθαρά φωνητικά ακούγεται αδύναμος. Κέρδισαν επίσης τις εντυπώσεις με την πολύ ωραία, προσιτή συμπεριφορά τους, καταπολέμησαν το άγχος τους καθώς εμφανίζονταν μόλις για 3η φορά μαζί ως μπάντα και εν τέλει δέχτηκαν ένα ειλικρινές χειροκρότημα, μετά από πέντε μόλις κομμάτια καθώς η ώρα πίεζε. Ζητώ συγγνώμη από τα παιδιά που δε μπορώ να εστιάσω περισσότερο στη μουσική τους, but it's not my cup of tea, που λένε και οι Άγγλοι. Οι φίλοι όμως αυτού του στυλ, ακούστε τους!

Kαι αν ο ήχος των Foray Between Ocean δεν είναι το φλιτζάνι με το τσάι για μένα, οι Annihilator είναι η τσαγιέρα ολόκληρη! Αλλά η εμφάνισή τους, μάλλον δε θα με οδηγούσε να σερβιριστώ… Εξηγούμαι, για να μη παρεξηγούμαι. Μετά από μια εκνευριστική αναμονή, όπου ένας κοντοπίθαρος roadie έλεγξε τη κιθάρα του Waters 12551611565 φορές και μας έπρηξε τα μέζεα, κατά τις 21:35 (από τις 20:55 που μας χαιρέτησαν οι Foray Between Ocean), ο Jeff Waters και η μπάντα του μας καλησπερίζουν με το “Suicide Society”. Υποτονική σχετικά η ατμόσφαιρα, ο κόσμος δείχνει πως δεν νοιάζεται και πολύ. «Αυτό ήταν η προθέρμανση», λέει ο Jeff και ξεκινά το “King of the Kill”, το οποίο θα αρκούσε από μόνο του να βάλει φωτιά στο Piraeus Academy, αλλά και πάλι, λίγα πράγματα… Τί γίνεται; Γιατί έτσι κουμπωμένος ο κόσμος; Συνέχεια με το “Creepin' Again” και το ομώνυμο κομμάτι της μπάντας, μια σχετική έκπληξη καθώς δεν τιμάται και ιδιαίτερα από το ίδιο το συγκρότημα στα live. Ο Waters δείχνει σαν στο σπίτι του, μιλά με τον κόσμο και χαμογελά από καρδιάς. Ακολουθεί το ''Νο Way Out'' από το ''Feast'', το μόνο κομμάτι από την εποχή του Dave Padden, με τον κόσμο και πάλι να είναι “so ‘n’ so”.
Αρχίζω και δεν αισθάνομαι καλά. Εισαγωγή με samples από ελικόπτερα και πυροβόλα και “Set the World on Fire”, με το κοινό να “ξυπνά” επιτέλους και εκατοντάδες κεφάλια να πηγαίνουν πάνω κάτω με απόλυτο συγχρονισμό! Το “Stonewall” που ακολούθησε συνέχισε να διατηρεί το κέφι στα ύψη, με τη συνέχεια να ανήκει εξ ολοκλήρου στη πλάκα και στον παλιμπαιδισμό. Μετά το “Syn. Kill”, η μπάντα παίζει το “No Zone” με τον μπασίστα Rich Hinks να τραγουδά... O Waters ξεκινά την εισαγωγή του “Brain Dance” ακουστικά (!) και εν συνεχεία μπαίνουν και οι υπόλοιποι ηλεκτρικά και κάπου στη μέση του κομματιού, παίζουν το “Chicken and Corn” (!!!), κομματι - τσίρκο από το “Carnival Diablos'' για να κλείσουν πάλι το “Brain Dance”. Πάλι κουβεντούλα, για να ξεκινήσει το πολυαναμενόμενο “Alison Hell” το οποίο έβαλε ξανά τον κόσμο σχετικά στη πρίζα, το “Second to None” και να κλείσει η βραδιά με τη κλασσική τριάδα των ''Phantasmagoria'', “W.T.Y.D” και “Human Insecticide'', το οποίο και παίχτηκε ακόμη γρηγορότερα του δίσκου! Λήξης, χαιρετισμός και σπίτια μας.


Ο Waters ήταν απίστευτα ευδιάθετος. Μιλούσε συνεχώς, έκανε πλάκα μέχρι που έκοβε τα κομμάτια στη μέση για να μας πει διάφορα. Πόσο τρομερή “υπερδύναμη” είναι ο Καναδάς με τον ανίκητο στρατό χιονάνθρωπων (!) που διαθέτει, πόσο καταπληκτική ήταν εκείνη η συναυλία στο ΡΟΔΟΝ το 1991 την οποία ακόμη θυμάται... Πως θα ήθελε να γίνει ο metal πρωθυπουργός της χώρας μας για να μας βάλει στον ίσιο δρόμο και θα το έκανε όχι για τους ανθρώπους της και τις ομορφιές της, αλλά για το φαγητό της... Μας έκανε γνωστό πως ο Brian Slagel της Metal Blade ήθελε να αγοράσει για 1.000 δολάρια το “Alison Hell” αλλά “του έριξε πόρτα”, έπλεξε το εγκώμιο μικρών και αγνώστων συγκροτημάτων όπως οι Judas Priest και οι Pantera, φόρεσε μαζί με την υπόλοιπη μπάντα μάσκες Halloween δαιμόνων γιατί “...θέλαμε να δούμε πως είναι να παίζεις όπως οι Slipknot αλλά δεν πρόκειται να το ξανακάνουμε, ιδρώνει ο κώλος μας και δε μπορώ και να τραγουδήσω!''. Με ένα χαμόγελο της Colgate ως τ ‘αυτιά, φαινόταν να περνά πολύ ευχάριστα συνοδευόμενος από τα πιτσιρίκια της μπάντας του (Aaron Homma στις κιθάρες, Rich Hinks στο μπάσο και Fabio Alessandrini στα τύμπανα) τα οποία είχαν εμφανέστατο ενθουσιασμό αλλά... αλλά. Δε ξέρω, πείτε με περίεργο, παράξενο, ιδιότροπο, αλλά με τέτοιες μπάντες πρέπει να είναι κανείς αυστηρός.

Ο Waters λοιπόν είναι ένας 50άρης, με φυσική κατάσταση 25άρη. Ως κιθαρίστας είναι εξαιρετικός, ως σκηνική παρουσία απίθανος, με το χαρακτηριστικό του “είμαι ένας Angus Young που περπατώ σιγά σιγά για να σου κάνω ΜΠΟΥ!”, βγάζει τρομερή ενέργεια... Ως τραγουδιστής είναι απλά άνω του μετρίου, και πολλά από τα κομμάτια του χρειάζονται κάτι παραπάνω στο τομέα αυτό. Όσοι ήταν στη τρομερή συναυλία του 2001 στο ΡΟΔΟΝ, με μια μπάντα που “γάζωνε” και έναν Joe Comeau στα φωνητικά να δίνει ρέστα, καταλαβαίνουν. Τη φορά αυτή, μου φάνηκε πως παρακολουθούσα μια πρόβα με πολύ κέφι και ως εκεί. Ο κόσμος δεν ήταν όσο εκδηλωτικός θα περίμενα, αλλά αυτό δικαιολογείται πρώτον από το setlist που ήταν μικρό και δεν είχε στις τάξεις του αρκετούς ύμνους, δεύτερον στον ηλικιακό μ.ο (πολλοί οι 35+, λίγα τα τσικό) και τρίτον από την όλη στάση “κάτσε να σας πω και αυτό και μετά παίζω και κάτι” του Waters. Εδώ έκοψε το “Alison Hell” στη μέση για να μας πει για τον Brian Slagel! Τί να πω...

Γενικά, ήταν για μένα (ξαναλέω, προσωπική είναι η εκτίμηση, σίγουρα κάποιοι θα διαφωνούν) μια εμφάνιση ...περίεργη. Ναι, περίεργη είναι το κατάλληλο επίθετο για να τη χαρακτηρίσει. Και επειδή γνωρίζω τι μπορεί να κάνει αυτός ο άνθρωπος που ονομάζεται Jeff Waters, ευελπιστώ σε κάτι καλύτερο στο μέλλον. Πως μεταφράζεται αυτό; Αρχικά, να πάρει έναν καλό τραγουδιστή και να αναθεωρήσει το setlist του. Σκεφτείτε για παράδειγμα το “Human...” με φωνητικά α λα Blitz των Overkill, και θα δείτε πως έχω δίκιο. Jeff σ ‘αγαπάμε, είσαι θεός των solos και μέγιστος “riff-ακολόγος”, αλλά τραγουδιστής δεν είσαι.

Καλή καρδιά και εις το επανιδείν!

Photos by Iren Rysaki

 

 

 

 

 

Read 340 times

Leave a comment