Monuments on Facebook

INNERWISH, MARAUDER, SUNBURST - Piraeus Academy, Αθήνα, Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Monday, 07 November 2016 18:46
Συντάκτης:
Published in Live Reviews

Όταν δεν υπάρχει τίτλος ικανός να περιγράψει αυτό που θα διαβάσετε παρακάτω...

Από τον Δημήτρη Τσέλλο

Δεν είχα τη παραμικρή αμφιβολία πως η βραδιά αυτή θα ήταν κάτι το εξαιρετικό. Δεν είχα τη παραμικρή αμφιβολία πως αυτή η σύνθεση σχημάτων θα έδινε κάτι που θα ικανοποιούσε και τον πιο απαιτητικό εξ ημών. Θα έβλεπα μια τριάδα συγκροτημάτων που το καθένα τους έχει ένα ειδικό βάρος, έχει γράψει, γράφει και θα γράψει τη δική του ιστορία στο χώρο. Παρ ‘όλα αυτά, ακόμη και η σιγουριά που με διακατείχε εκείνο το βραδάκι που κατηφόριζα προς το γνώριμό μου, και δικό σας πιστεύω, Piraeus Academy, δε θα μπορούσε από μόνη της να με κάνει να φανταστώ τί θα είχα “βιώσει” μερικές ώρες αργότερα. Το μόνο που με ανησυχούσε λίγο, ήταν το πλήθος των συναυλιών εκείνη τη μέρα, που γίνονταν ταυτόχρονα, με αποτέλεσμα τη φυσιολογική διάσπαση του κόσμου. Αλλά πάλι, το πολύ φτηνό εισιτήριο και τα ονόματα των InnerWish, Marauder και Sunburst, θα έπρεπε να αποτελούν μαγνήτη για κάθε φίλο της rock και metal μουσικής.

Με αυτές τις σκέψεις και λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων φτάνω στον “τόπο του εγκλήματος” περίπου στις 19:30, ευτυχώς ακριβώς πάνω στην ώρα που οι Θεσσαλοί Sunburst καλησπερίζουν το κοινό, το οποίο δεν σνομπάρει το πρώτο και μικρότερο όνομα, τουλάχιστον στο βαθμό που έχουμε συνηθίσει ως τώρα. Πράγμα που θα ήταν πρωτίστως κακό για τον ίδιο το θεατή/ακροατή, ο οποίος θα έχανε την ευκαιρία να “γευτεί” μιας πρώτης τάξεως μίξη του “σοβαρού”, “σκοτεινού” power metal των θεών Kamelot και του ογκοδέστατου Nevermore ήχου, με το “αιχμηρό” progressive των σύγχρονων Dream Theater. Ένα κουαρτέτο που “αστραποβολούσε”, έδειχνε την εξαιρετική του τεχνική κατάρτιση και που σίγουρα εκτός από το αυθόρμητο και ειλικρινέστατο χειροκρότημα των παρευρισκομένων, κέρδισε και αρκετούς νέους οπαδούς τη βραδιά αυτή. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Οι ίδιοι όμως είχαν στη φαρέτρα τους και οπλοστάσιο σοβαρό. Το ντεμπούτο τους, με τίτλο “Fragments of Creation”, έχει λάβει από παντού αποθεωτικές κριτικές. Πως θα μπορούσε να μη βοηθήσει με τη σειρά του στην καθολική αναγνώριση και αποδοχή;

Λίγα λόγια για τον καθένα τους: Ξεκινώντας από τη βάση, ο Κώστας Μυλωνάς στα τύμπανα έδωσε ένα δεύτερο ρεσιτάλ μέσα σε λίγες μέρες, καθώς τον είχαμε απολαύσει και με τους Foray Between Ocean, στην εμφάνισή τους ως support των Annihilator. Μηχανή πραγματική το παλικάρι, τί να λέμε τώρα. Ο συμπαραστάτης του στα ρυθμικά μέρη, Νίκος Γεωργιτσόπουλος (Nick Grey), ακουγόταν στιβαρός σαν βράχος στο μπάσο, “γέμιζε” απίστευτα τον ήχο την ώρα που η κιθάρα του Gus Drax “κεντούσε” και δημιουργούσε μια όμορφη αντίθεση στα φωνητικά, με τις brutal κραυγές του. Παρεμπιπτόντως, τί άλλο να γράψεις για τον Gus Drax, εκτός του ότι “κεντούσε”; Τετριμμένα θα φανούν όλα. Ποιος μένει; Ο Έλληνας Roy Khan, Βασίλης Γεωργίου. Φωνή και σκηνική παρουσία απευθείας βγαλμένη από την ίδια ρίζα που έδωσε τον μεγάλο Νορβηγό, και δεν αποτελεί αυτό τίποτ' άλλο, παρά εύσημο. Ναι, η φωνές τους, ειδικά σε σημεία, είναι ίδιες. Ναι, οι κινήσεις τους το ίδιο. Και; Μακάρι να έβγαιναν τέτοιοι λάτρεις και άλλων μεγάλων τραγουδιστών. Το μέλλον της μουσικής μας στο τομέα αυτό θα ήταν εξασφαλισμένο. Πολλά μπράβο λοιπόν στα παιδιά. Όσοι θέλετε να “ψαχτείτε” περισσότερο με αφετηρία τους Sunburst, ακούστε όπως και να ‘χει τους Black Fate για τεχνικό, μελωδικό και λυρικό power metal, και τους Innosense αν ξυπνάτε με Conception και κοιμάστε με Fates Warning.
ΕΥΓΕ και πάλι!

Με τη λήξη της εμφάνισης των Sunburst, ο κόσμος πληθαίνει και ετοιμαζόμαστε σιγά σιγά για την είσοδο στη σκηνή ενός θρύλου της ελληνικής metal κοινότητας. Στους Marauder, δηλαδή στο ιδρυτικό κιθαριστικό δίδυμο των Ανδρέα Τσαούση και Γιώργου Σωφρονά, αρμόζει και πρέπει μόνο σεβασμός. Οι άνθρωποι είναι εδώ από το 1990, δεν το έχουν βάλει κάτω παρά τις όποιες δυσκολίες, είναι για κάθε Έλληνα μεταλλά κάτι σαν τοτέμ. Με συμπαραστάτες τους Θοδωρή Παραλη στο μπάσο και Γρηγόρη Βλάχο στα τύμπανα, επιστράτευσαν για το live αυτό τον ικανότατο Τάσο Κροκόδειλο των Spitfire στα φωνητικά και “πήραν κεφάλια”. Και αυτοί με καινούργιο δίσκο στο παλμαρέ τους, το πολύ καλό “Bullethead”, δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου να κρατήσουν ψηλά τον πήχη. Εκεί που το κλασσικό metal ενώνει τις δυνάμεις του με το επικό στοιχείο, τις power καταβολές και όλα εκείνα τα “κλισέ” περασμένων εποχών που χωρίς αυτά δε θα μπορούσαμε να “τη βγάλουμε”, όσο προοδευτικοί και να δηλώνουμε πως είμαστε, υπάρχουν οι Marauder. Τα κεφάλια κάτω, headbanging, συστοιχίες, αγνό μεταλλικό συναίσθημα, τραγούδια που είναι γραμμένα για τη σκηνή και αποδίδονται εξαιρετικά πάνω σ ‘αυτή.

Tα τραγούδια του “Bullethead” ως πραγματικός πολιορκητικός κριός διαλύουν πύλες και τείχη για να έρθουν οι προκάτοχοί τους από δίσκους όπως το “Face The Mirror” και το θρυλικό πλέον “1821” και να κάνουν περίπατο! Υπέρβαρες επικούρες σαν τα “Son of Thunder” και “Dark Legion”, power metal κεραυνοί σαν το “Face The Mirror”,κλασσικά και αθάνατα σαν το “The Greek Revolution Begins”, το “Free Like An Eagle” και το προσωπικό αγαπημένο “The Return Of The Warrior”, συναυλιακά ανθεμικά κομμάτια όπως το “Metal Warriors”... Εντάξει, έλειψαν ίσως ορισμένα classics, αλλά μη ξεχνάμε πως οι Marauder είχαν ορισμένο χρόνο στη διάθεσή τους, και έναν “ολόφρεσκο” δίσκο, που μοιραία παίρνει τη μερίδα του λέοντος. Ο Τάσος Κροκόδειλος στα φωνητικά ανέβασε το επίπεδο των συνθέσεων ακόμη περισσότερο και, κατά τη ταπεινή μου άποψη, θα πρέπει οι βετεράνοι metallers να προχωρήσουν σε μόνιμη πρόσληψη, καθώς απέδειξε και πάλι πως είναι μια από τις καλύτερες φωνές που διαθέτει η ελληνική σκηνή. Το έχω πει πολλές φορές, ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σου δωθεί η ευκαιρία για ένα ολικό restart και μια δεύτερη καριέρα και οι Αθηναίοι την έχουν μπροστά στα πόδια τους! Εύχομαι στη μπάντα τα καλύτερα, μακάρι να είναι εδώ για πολλά χρόνια ακόμη και να μας χαρίζουν πολλές στιγμές μεταλλικής ευφορίας!

Μέσα σε αποθέωση οι Marauder αποχωρούν, για να ετοιμαστεί η σκηνή για τους βασικούς οικοδεσπότες της βραδιάς. Βοηθούν στο soundcheck και στο στήσιμο, ως μια ένδειξη αλληλοσεβασμού και εκτίμησης, διάφορα σημαντικά μέλη της ελληνικής metal κοινότητας (ζητώ συγγνώμη που δεν αναφέρω ονόματα, φοβάμαι πως κάποιον θα ξεχάσω και είναι κρίμα), και βλέπω πως υπάρχει ειδικό βήμα με πολλά μικρόφωνα. Επρόκειτο για το σημείο όπου θα τραγουδούσαν τα χορωδιακά μέρη των InnerWish οι Voice Box, ένα εξαιρετικό σχήμα φωνητικών, με πολλές διακρίσεις και λαμπρό μέλλον! Το Piraeus Academy έχει ήδη δεχτεί πολύ κόσμο, η προσέλευση στην αρένα είναι ικανοποιητικότατη. Εκ των υστέρων, η επιλογή του χώρου φαντάζει σωστή. Στο Κύτταρο δεν θα χωρούσαμε ούτε για αστείο, το Gagarin 205 θα ήταν γεμάτο, εδώ η συναυλία θα γινόταν υπό εξαιρετικές, ανθρώπινες συνθήκες, με τέλειο φωτισμό και ήχο. Μεγάλο πράγμα ξέρετε να έχεις το δικό σου χώρο ως θεατής, και να μη νιώθεις σαρδέλα μέσα σε κονσέρβα Καλλιμάνης.

Τα φώτα σβήνουν, και οι headliners παίρνουν θέση. Έναρξη με το “Machines of Fear” από το τελευταίο, εκπληκτικό “InnerWish” και καπάκι βουτιά στο παρελθόν με το “Eye of the Storm”. Με μιας έγινε φανερό πως οι InnerWish θα τιμούσαν ολόκληρη την 20ετή ιστορία τους, παίζοντας τραγούδια απ’ όλους τους δίσκους τους, και πως η εμφάνιση αυτή δε θα ήταν μια ορθολογιστική κατά τ ‘άλλα προώθηση του νέου τους άλμπουμ. Μετά από έξι ολόκληρα χρόνια η μπάντα εμφανιζόταν ως το πρώτο, μεγάλο όνομα. Η τελευταία φορά ήταν σε ένα γεμάτο Gagarin 205, παρέα με τους Ragenheart και τους Dexter Ward, το 2010. Αυτό λοιπόν από μόνο του αποτελούσε ένα στοίχημα, το οποίο τελικά και κέρδισαν με χαρακτηριστική ευκολία.

Η επιλογή των κομματιών, εξαιρετική. Επειδή δεν υπήρχε μυαλό για ακριβή καταγραφή του setlist, θα σας παρουσιάσω τα κομμάτια με χρονολογική σειρά. Από το “Waiting For The Dawn”, ακούσαμε το κλασσικό “Carry Your Cross”, το ομώνυμο mini έπος και το στανταράκι “Ready For Attack” το οποίο όπως πάντα έκλεισε και την εμφάνιση του συγκροτήματος. Από το “Silent Faces” απολαύσαμε τον ομότιτλο ύμνο, το σαρωτικό “Dancer Of The Storm” και τα “If I Could Turn Back Time” και “Midnight Call”, με τη συνέχεια φυσικά να ανήκει στο “Inner Strength”, στα κομμάτια του οποίου ο γράφων δεν είχε και κάποια ιδιαίτερη επαφή με το περιβάλλον και τον έξω κόσμο η αλήθεια είναι. Και πως να έχω άραγε, όταν ακούω το λυρικό “Feel The Magic”, τον δυναμίτη “Eye Of The Storm”, τη μπαλαντάρα “Never Let You Down”, τον κεραυνό του “Inner Strength” και το -μαζέψτε με, καταρρέω- “Travellers In Time” με την ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ δισολία; Το συγκρότημα σε τρομερή φόρμα, έπαιρνε δύναμη από τον κόσμο και ανταπέδιδε ανάλογα. Άψογη σκηνική παρουσία, έξυπνες ατάκες, άριστη επαφή με το κοινό... Οι κιθάρες των Κρίκου-Τσίγκου (ή Τσίγκου-Κρίκου, όπως θέλετε εσείς τις αναφέρετε) αλάνθαστες, με τον γιατρό να είναι κλασσικά πιο δραστήριος από τον low profile “πατέρα” της μπάντας, το rhythm section των Μαζαράκη-Σαμοΐλη την “έσπρωχνε” να “βγει στην επίθεση”, ο “αφανής ήρωας” Γεωργίου στα πλήκτρα εμπλούτιζε αριστοτεχνικά τον ήχο και ο Εικοσιπεντάκης στα φωνητικά, είναι αυτό ακριβώς που είπε από το μικρόφωνο ο ίδιος ο Τσίγκος: Η ιδανική φωνή για τους InnerWish.

Αφήνουμε πίσω μας το 2006 και κάνουμε ένα άλμα στο 2010, όταν κυκλοφόρησε το “No Turning Back”. Ακούμε το “The Chosen One”, το θεϊκό “Sirens”, το “Burning Desires” ως διαχρονικό αγαπημένο του κοινού αλλά και μια μεγάλη στιγμή της μπάντας γενικότερα, ώσπου ο άνεμος της ερήμου μας οδηγεί στη μεσαιωνική Περσία. Οι πύλες της Βαγδάτης ανοίγουν διάπλατες και το oriental ΕΠΟΣ του “Kingdom Of The Prime” φέρνει στα αυτιά μας λαμπρές ηχητικές σελίδες γραμμένες απ΄τη κιθάρα του Ritchie Blackmore, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '70... Το “InnerWish” με τη σειρά του φυσικά τιμήθηκε όπως του έπρεπε, οι δυναμικές στιγμές του υπό τη μορφή των “Broken”, “Needles Ιn My Mind” και “Machines Οf Fear” ακούγονται επί σκηνής σαρωτικές, ενώ τα μεγαλειώδη (και το εννοώ) “Rain Οf Α Thousand Years” και “Tame Τhe Seven Seas” αποδίδονται πιστά στις studio εκτελέσεις τους, αφήνοντας τους πάντες με ανοικτά στόματα. Μετά από σχεδόν δυόμιση ώρες, οι InnerWish μας αποχαιρετούν με ειλικρινείς ευχαριστίες, εμφανώς συγκινημένοι και υπό τις έντονες επευφημίες και επιδοκιμασίες του κόσμου.


Για το τέλος, θα ήθελα να γράψω τούτο: Η άψογη διοργάνωση, ο ιδανικός χώρος, η απόδοση της κάθε μπάντας ξεχωριστά και το εξαιρετικό κλίμα μεταξύ όλων, διοργανωτών, μουσικών, τεχνικών και οπαδών, είχαν ως αποτέλεσμα να γίνουμε μάρτυρες μια βραδιάς που θα συζητιέται για καιρό. Τέτοιες συναυλίες όχι μόνο δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από αντίστοιχες αλλοδαπών σχημάτων, αλλά όταν “τρως φόλες” από εκεί που δεν το περιμένεις, τις εκτιμάς ακόμη περισσότερο. Επίσης, μπορεί τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο αυτό να έχει ευτυχώς μειωμένη έκταση, αλλά ακόμη και τώρα, μετά από τόσες μπάντες που κυκλοφορούν διαμάντια, υπάρχει κόσμος εκεί έξω που σνομπάρει τους συμπατριώτες του και εξυψώνει κάτι παπάτζες, επειδή έχουν ...διαβατήριο. Πολλά μπράβο στους πρώτους, ντροπή στους δεύτερους.

Αυτά. Ραντεβού σε επόμενο live και να είμαστε όλοι καλά!


ΥΓ: Δηλαδή, στην επετειακή συναυλία για τα 30 χρόνια, τί έχει να γίνει;

Φωτογραφίες: Λευτέρης Τσουρέας

 

 

Read 537 times

Leave a comment