Monuments on Facebook

JOHN SCOFIELD - Gazarte, Αθήνα 11 Μαρτίου 2017

Tuesday, 14 March 2017 13:45
Published in Live Reviews

Τελικά, η country και η jazz δεν απέχουν τόσο, όσο φανταζόμαστε…

Γράφει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης 

Στην Ελλάδα το κοινό που πηγαίνει στις συναυλίες ανήκει σε δύο κατηγορίες: σε αυτήν που είναι προδιατεθειμένη να περάσει καλά και σε αυτήν που πάει για να συζητήσει καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Προφανώς, ο πολύς “Sco” εκτίμησε ιδιαίτερα την πρώτη, εξ ου και δήλωσε, αμέσως μετά το “You Win Again”, ότι «μας κάνετε να νιώθουμε υπέροχα».

 

Ο κόσμος που βρέθηκε στο Gazarte αυτό το υπέροχο βροχερό Σαββατόβραδο ήταν πολύς, εκδηλωτικός και προετοιμασμένος να ζήσει μια μοναδική συναυλιακή εμπειρία υπό την καθοδήγηση του John Scofield. Μια εμπειρία, που εκ των προτέρων γνώριζε ότι ναι μεν θα ήταν jazz, αλλά, αυτή τη φορά, βγαλμένη από την καρδιά της country. Κι αν σε κάποιους αυτό ακουγόταν «παράλογο», έφτανε από μόνη της η όλη διαδρομή του “Sco”, όχι μόνο για να το κάνει κατορθωτό, αλλά και επιτυχημένο. Όταν έχεις ήδη τριάντα άλμπουμ και συνεργασίες, μεταξύ άλλων, με τους Miles Davis, Ron Carter, Tony Williams, Jim Hall, Herbie Hancock, Joe Henderson και Dave Holland, δεν είσαι απλά σε θέση να επιχειρείς ό,τιδήποτε θελήσεις, αλλά έχεις και τα εχέγγυα να το κάνεις σωστά. Το βραβευμένο με τα Grammy ως Best jazz instrumental album και ως Best Improvised Jazz Solo "Country For Old Men", που κυκλοφόρησε τον περασμένο Σεπτέμβριο, συνεχίζοντας και διευρύνοντας την κληρονομιά του “This Meets That”, θα παρουσιαζόταν ζωντανά στην πόλη μας. Αυτό, από μόνο του, ήταν γεγονός που δε χάνεται. Και γι’ αυτό ήμασταν όλοι εκεί!

Η μικρή καθυστέρηση από το χρόνο προγραμματισμένης έναρξης, λόγω της επίσης χαρακτηριστικής στη χώρα μας συρροής του κόσμου την «τελευταία στιγμή», ήταν σημαδιακή. Το ρολόι έδειχνε 22.22’ (οι λάτρεις των οιωνών σίγουρα θα χάρηκαν με την καρκινική αυτή ένδειξη του ρολογιού) όταν του οι εξαιρετικοί μουσικοί κουαρτέτου πήραν τις θέσεις τους. Στην κιθάρα μάλλον ξέρετε ποιος ήταν, στο μπάσο ο Vicente Archer, στα πλήκτρα ο Suluvan Fortner και στα τύμπανα ο Bill Stewart, ο οποίος μετείχε και στη στούντιο ηχογράφηση του δίσκου. Ως πιστός και φιλότιμος συντάκτης έριξα μια ματιά στη setlist, αλλά δεν εφησυχάστηκα, γι’ αυτό και αμέσως εντόπισα ότι έπαιξαν επιπλέον τη μη αναγραφόμενη σε αυτήν σύνθεση “You Win Again” του Hank Williams (Μαμά, αν και δεν είσαι σε θέση να καταλάβεις, μπορείς να είσαι περήφανη για το γιο σου τον επιστήμονα!). Τελικά, το "Country For Old Men" παρουσιάστηκε κατά τα δύο τρίτα του, με εξαίρεση τα “Faded Love”, “Just a Girl I Used to Know”, “Red River Valley” και “I'm an Old Cowhand”.

Η αρχή, φυσικά, έγινε με το “Mr Fool” των George Jones/Darrell Edwards/Herbie Treece, που είναι μεν ένα gospel τραγούδι, αλλά εμείς το ακούσαμε ως country, που όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει jazz. Μπορεί η πατρότητα του “Mama Tried”, που ακολούθησε, να ανήκει στον Bob Weir των Grateful Dead, αλλά είμαι σίγουρος ότι αυτός δε θα μπορούσε να φανταστεί πόσο διαφορετικό θα ακουγόταν το τραγούδι του απόψε. Το κουαρτέτο «εγκατέλειψε» γρήγορα το βασικό θέμα του και πήγε το τραγούδι σε jazz μονοπάτια, με τους Archer και Fortner να μας δίνουν το πρώτο δείγμα του τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Το χειροκρότημα του κοινού ήταν θερμό και ο John αμέσως μετά το «καλώς σας βρήκαμε» έσπευσε να μας πληροφορήσει ότι όλα τα τραγούδια που θα ακούγαμε ήταν country. Σιγά που τον πιστέψαμε. Δηλαδή, τον πιστέψαμε, αλλά γνωρίζαμε ήδη πολύ καλά ότι τελικά μόνο country δεν θα ήταν.

 

Κι ύστερα ήρθε η σειρά του “Jolene” της Dolly Parton, που κυκλοφόρησε το 1973 και ψηφίστηκε το 2004 από το Rolling Stone στη 217η θέση των «500 Καλύτερων Τραγουδιών όλων των Εποχών». Ειλικρινά, συγχωρήστε με, αλλά με αυτό το τραγούδι ανέκαθεν η σχέση μου κάθε άλλο παρά ερωτική ήταν. Θυμάμαι την αδελφή μου να το τραγουδά και τον εαυτό μου οργισμένο να της φωνάζει να σκάσει (ζητώ από αυτήν δημόσια συγγνώμη, αλλά άποψη για την ποιότητα του τραγουδιού δεν αλλάζω - έχουμε και κάποιες αξίες στη ζωή…). Τώρα θα με ρωτήσετε τι έκανα, όταν παιζόταν, κι εγώ θα σας απαντήσω ότι το απήλαυσα (η καθαρεύουσα πάει με την εποχή που πρωτοκυκλοφόρησε) πραγματικά. Γιατί; Απλά διότι δεν ήταν καθόλου μα καθόλου το ίδιο. Δηλαδή, υποτίθεται πως ήταν, αλλά στα 6/8 και «κατακερματισμένο» και στη συνέχεια ανασυντεθειμένο, αρχικά από πιάνο και τύμπανα και ακολούθως από μπάσο και κιθάρα, ήταν σίγουρα άλλο τραγούδι. Βάλτε και το τεράστιο σόλο του Archer πριν το κλείσιμο και θα έχετε πλήρη εικόνα για το πώς παίρνεις ένα (δε λέω «απαίσιο», αλλά «αδύναμο») τραγούδι και το κάνεις αγνώριστα υπέροχο! Με άλλα λόγια, να μια ακόμα απόδειξη του μεγαλείου της jazz!

Προλογίζοντας το "Bartender Blues" του James Taylor, ο John έλεγε τους στίχους του και κόλλησε σε ένα σημείο, ζητώντας την επιείκειά μας λόγω jetlag. Με αυτό θυμηθήκαμε και πάλι την ικανότητα του John να παίζει τα blues, που δεν έχει τόσο να κάνει με τη δεξιοτεχνία, αλλά με το συναίσθημα. Ο Fortner είχε αφήσει το πιάνο και είχε πιάσει τα keyboards, συνεισφέροντας τα μέγιστα στη δημιουργία μοναδικής blues ατμόσφαιρας. Το "I'm So Lonesome I Could Cry" του Hank Williams το ξέρετε σίγουρα. Όχι όμως αυτό που ακούσαμε όσοι βρεθήκαμε εκεί, σε αγνώριστη up tempo εκδοχή, με απίστευτο σόλο του Fortner και παθιασμένο σόλο του Archer, που δεν έλεγε να βγάλει το σακάκι του, παρά την κυριολεκτικά και μεταφορικά ζεστή ατμόσφαιρα. Ο κόσμος επιδοκίμαζε διαρκώς τους μουσικούς και, μερικές φορές, σε όχι και τόσο κατάλληλα σημεία, αλλά οι πάντες ήταν ευχαριστημένοι. Ίσως γι’ αυτό παίχτηκε το έξτρα “You Win Again”, που είπαμε πριν, συνεχίζοντας το μικρό αφιέρωμα στον μεγάλο Hank Williams. Εδώ ξεχώρισε το σύντομο, αλλά τρομερά εμπνευσμένο σόλο του μόνιμου συνεργάτη Bill Stewart, που το κατέχει το «άθλημα» και το δείχνει με ταπεινό και αβίαστο τρόπο.

Σίγουρα περήφανο θα ήταν και το Καναδικό δίδυμο των Shania Twain και John Robert Lange αν άκουγε την εκδοχή του δικού τους "You're Still the One". Αυτή τη φορά ο John άρχισε με καθαρόαιμο ήχο του Nashville, τον οποίο σύντομα έκανε να ακούγεται jazz, ποντάροντας στο συναίσθημα που έχτισε με μια ήπιων τόνων εισαγωγή και ενίσχυσε με ένα τεράστιο κιθαριστικό σόλο. Αν πω ότι αυτό ήταν το ένα από τα δύο τραγούδια που ξεχώρισα, έχω άραγε ελπίδες να γίνω επίτιμος πολίτης Καναδά, Shania; Μπα, αστειεύομαι. Καλύτερα να γίνω γελαδάρης, υπό τους ήχους του “Don’t Fence Me In” του Cole Porter. Ναι, αυτού! Μην το ψάχνετε το πώς έγραψε καουμπόικο τραγούδι. Ψάξτε καλύτερα την ανεβασμένη ερμηνεία του από τη μπάντα του Scofield, με το υπέροχο πιάνο του Fortner (bye bye, keyboards), το αρχοντικό σόλο στα τύμπανα του Stewart και τους αυτοσχεδιασμούς όλων στο φινάλε. Μιλώντας για φινάλε, το δίδυμο των “Together Again” και “Wildwood Flower” των Carter Family ξεκίνησε ένα ακόμα ταξίδι από την country με προορισμό τα blues, κάτω από το εμφανές βλέμμα της jazz. Η άλλη κατηγορία των συναυλιακών τύπων που είπαμε στην αρχή, εκείνη που έρχεται αποκλειστικά και μόνο για να συζητήσει κι-αν-κατά-λάθος-ακούσει-και-κάτι-δεν-πειράζει, είχε αρχίσει να μας κουράζει. Πολλώ μάλλον αυτή τη φορά, που περιλάμβανε και άλλη βαλκανική γλώσσα! Ευτυχώς που η συνδρομή της στο όλο κλίμα δεν έφτανε μέχρι τους μουσικούς. Στις 23.57’ το κουαρτέτο μας αποχαιρέτησε, αλλά μόνο για μισό λεπτό, όταν ξαναβγήκε για τον (επικό) επίλογο.

 

Ο John, προλογίζοντας το “Wayfarin’ Stranger”, έκανε λόγο για το πολύ παλιό αυτό τραγούδι, που ίσως και να προέρχεται ακόμα από τη Μακεδονία (χμ, δε θα στοιχημάτιζα σε αυτό, John). Το τραγούδι ξεκίνησε με επιβλητικό σόλο στο πιάνο και εξελίχθηκε περνώντας μέσα από τον ήχο της Νέας Ορλεάνης για να δηλώσει περίτρανα και με αριστουργηματικό τρόπο τη συγγένεια μεταξύ της blues και της jazz. Η ώρα είχε πάει 00.22’ όταν ακούστηκε το τελευταίο χειροκρότημα για τους τέσσερις εξαιρετικούς μουσικούς και την υπέροχη συναυλία. Η επίγευση του “Wayfarin’ Stranger” στο δρόμο της επιστροφής, μου έφερε στο νου την απροσπέλαστη μαγεία του “Super Session” και του Roy Buchanan (μακάρι η ψυχούλα του να βρίσκεται εκεί, όπου επιθυμούσε στα τραγούδια του) κι αυτό από μόνο του σημαίνει πολλά.


Photos by Chris Kissadjekian / www.livephotographs.com

 

 

Read 371 times

Leave a comment