PETER GREEN – «Τώρα ποιος Κόσμος, δίχως τον Άνθρωπό του; »

Monday, 27 July 2020 15:53
Published in Never Forgotten

Θα χρειάζονταν αρκετές δεκαετίες ύπαρξης εκ μέρους σου ώστε να νιώθεις και συ τη θλίψη και το πένθος που προκάλεσε σε μας τους μεγαλύτερους η είδηση που δημοσίευσε χθες η οικογένεια του αποχωρήσαντα μουσικοσυνθέτη: «Ο Peter Green έφυγε ήσυχα, μες τον ύπνο του αυτό το Σαββατοκύριακο». Φύσει αδύνατον ως εικοσάχρονος, ή πόσο μάλλον έφηβος, να γνωρίζεις (και πόσο μάλλον να συνδέεσαι με) στη δεύτερη δεκαετία της τρίτης χιλιετίας που διανύουμε τα όσα τούτος ο επιδραστικότατος κιθαρίστας γέννησε στο πέρασμά του. Λογικό και επόμενο. Για αυτό, έλα αν θες να σε βάλω όσο περνά από το χέρι μου στο όλο «κλίμα» της μεγαλειότητας του, αφού ο φίλτατος συνοδοιπόρος Αλέξανδρος Ριχάρδος πρόλαβε ήδη και σε ενημέρωσε καίρια, υπέρ το δέον!

Τιμά ο Χρήστος Κισατζεκιάν

Λοιπόν.
Είσαι εικοσικάτι plus; Μια χαρά. Το ξέρεις όμως πως ο αείμνηστος Gary Moore έκανε κωλοτούμπες από τη χαρά του όταν ο Green συμφώνησε να του πουλήσει τη θρυλική του Gibson Les Paul του 1959; «Πάντα ήθελα να βρει το καταλληλότερο σπίτι» δήλωσε ο τότε αποσυρμένος από τα εγκόσμια Peter, παραχωρώντας την για αυτό το λόγο στον τότε ανερχόμενο νεανία όσο ακριβώς την είχε αγοράσει: τριακόσια και μόνο δολάρια! Αποτέλεσμα; Ο αχαλίνωτος Moore ξεγέννησε με δαύτη ότι κι αν ηχογράφησε με τους Thin Lizzy, το πρώτο προσωπικό του δίσκο, το μνημειώδες "Parisienne Walkways” που υπήρξε ο απόλυτος ορχηστρικός ύμνος του, όπως φυσικά και το album “Blues For Greeny”, το φόρο τιμής που κυκλοφόρησε το 1995 για τον μέντορά του.

Είσαι έφηβος; Παρόλα αυτά, για να σταθείς σε τούτο το λήμμα, δεν μπορεί, είσαι τουλάχιστον σοβαρά μουσικόφιλος. Άρα γνωρίζεις, αν όχι αγαπάς ή λατρεύεις τους Metallica. Μήπως γνωρίζεις λοιπόν το ότι από το 2014 και δώθε περήφανος ιδιοκτήτης της είναι ο Kirk Hammett; Αν ναι, τότε ως διαβασμένος ξέρεις επίσης πως την απέκτησε δίνοντας το αστρονομικό ποσό των δύο εκατομμυρίων δολαρίων!!! «Την παρακολουθούσα διαρκώς όσο ήταν διαθέσιμη στην αγορά, όμως η τιμή της ήταν απίστευτα υψηλή…» δήλωσε ο lead κιθαρίστας των ηγητόρων του Heavy Metal και συνέχισε «…Και ξάφνου έπεσα πάνω στη φάση που ο συλλέκτης που την κατείχε βρέθηκε σε ανάγκη ρευστού. Φυσικά εκμεταλλεύτηκα την κατάσταση, έκανα τα παζάρια μου(;;;) στα μέτρα του δυνατού και σε λίγες ώρες την αγόρασα. Και μόνο στην ιδέα του ότι θα κρατούσα στα χέρια μου την κιθάρα που ο Peter Green ηχογραφούσε με τους Fleetwood Mac και στη συνέχεια δόξασε ο Gary Moore, εικοσιπέντε χρόνια μετά, δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά!». Στο δια ταύτα, στο “Hardwired to Self Destruct” η πολυπόθητη κούκλα πρωταγωνιστεί σχεδόν σε όλα τα τραγούδια.

Moore & Hammett. Δυο τιτάνες της εξάχορδης θεάς, ερωτευμένοι κάργα με ένα όργανο που υπήρξε δίαυλος του εκλιπόντα που τιμάμε εδώ. Ο λόγος του ιδιαίτερου ήχου της; Τυχαίος! Τον γνωρίζεις κι αυτόν μήπως; Αν όχι, άκου και δες τι μπορεί να «συμβάλει» σε μια αξιοζήλευτη καριέρα: εκ παραδρομής, ένας από τους δυο μαγνήτες της χρυσαφένιας «Ωραίας Ελένης» ήταν ανάποδα τοποθετημένος! Ως εκ τούτου, όταν και οι δυο μαγνήτες παίζονται στη μεσαία επιλογή του διακόπτη, τούτη η Gibson ακούγεται πιο πολύ σαν Fender Startocaster! Υπήρξε μάλιστα κάποια στιγμή και μια δήλωση του ιδίου που ισχυρίστηκε πως ήταν δικό του πείραμα, μα δεν το ξαναδιαβάσαμε πουθενά αυτό, οπότε… Άλλωστε ο παγκοσμίου φήμης επώνυμος τεχνικός Jol Dantzig δήλωσε το 1984 πως αυτό το σφάλμα ήταν εργοστασιακό και ουχί μοναδικό. Γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τον αγαπημένο μας Joe Bonamassa που κατέχει μια ιδίας ηλικίας Les Paul που έχει το ίδιο θέμα.

Αφήνοντας ξωπίσω μου όμως τούτο το «τεχνολογικό οχετό επιχειρηματολογίας» με ρίσκο να κουράσω τους απλούς ακροατές της πολύτιμης κληρονομιάς του τιμώμενου για να κερδίσω το σεβασμό τους, θα ολοκληρώσω αυτό το κομμάτι της λαχτάρας μου να πω το δικό μου ευχαριστώ στον από τα μέσα των 70’ς «απόντα» (λόγω διαγνωσμένης σχιζοφρένειας) Γίγα, με μια συνοπτική αναφορά στον σχετικά πρόσφατο φόρο τιμής που του απένειμε ολάκερη η Blues Rock κοινότητα της Υφηλίου. Αναφέρομαι στο μεγαλόπνοο σόου που διοργάνωσε προς τιμήν του ο επίκτητος αδελφός του, ο Mick Fleetwood, στις 25 Φεβρουαρίου του 2020 στο London Palladium. Κάτσε κάπου αναπαυτικά και δες ποιοι έδωσαν το παρών ώστε να υποκλιθούν τον αλλόκοσμο Green που πιθανότατα εκείνη την ώρα χαπακωνόταν για να αποκοιμηθεί απελευθερωμένος από τους δαίμονές του… Με τη σειρά που εμφανίστηκαν λοιπόν, παρέλασαν οι Billy Gibbons (ZZ Top), John Mayall, Christie McVie (Fleetwood Mac), Steven Tyler (Aerosmith), Noel Gallagher (Oasis), Pete Townsend (The Who), Neil Finn (Fleetwood Mac), David Gilmour (Pink Floyd), Bill Wyman (ex-The Rolling Stones) & Kirk Hammett, έχοντας μάλιστα μόνιμα στα μετόπισθεν τους Andy Fariweather Low, Johnny Lang, Zak Starkey & Rick Vito! Χρειάζεται να συνεχίσω;
Η τιμητική βραδιά κινηματογραφήθηκε και πρόκειται να κυκλοφορήσει στις 16 Οκτωβρίου στη μορφή ενός πάμπλουτου, επετειακού box set που θα περιλαμβάνει τέσσερεις δίσκους μακράς διαρκείας, δύο CDs και ένα DVD Blue-ray με όλη τη συναυλία. Πλέον, μιλάμε για απόκτημα ζωής.

Όσο για τα εύσημα από τους διάσημους οπαδούς του θανόντα που εμφανίστηκαν από χθες στο διαδίκτυο, μοιάζουν με εκατοντάδες σταγόνες βροχής στο καταμεσήμερο του Καλοκαιριού. «Θα μου λείψεις πολύ, μα ξεκουράσου γνωρίζοντας πως η Μουσική σου θα ζει για πάντα» δήλωσε πρώτος πρώτος ο Mick Fleetwood συνεχίζοντας «…Σε ευχαριστώ που μου ζήτησες να γίνω ο ντράμερ σου τόσα χρόνια πίσω. Καλά τα καταφέραμε, χαράζοντας ένα διαολεμένο μουσικό μονοπάτι που απόλαυσαν τόσοι και τόσοι. Καλό δρόμο καλέ μου φίλε». Ο Paul Stanley των Kiss τον τοποθέτησε σήμερα δίπλα στον Jimmy Page, του Jeff Beck και τον Eric Clapton, στην ελίτ των Βρετανών κιθαριστών. O David Coverdale των Whitesnake έγραψε «Τον αγάπησα και τον θαύμασα αληθινά! Όντας τραγουδιστής μιας τοπικής μπάντας, είχα την τιμή να ανοίξω το σόου των αυθεντικών Fleetwood Mac στο Redcar Jazz Club. Ο τρόπος που τραγουδούσε, που έπαιζε κιθάρα και που συνέθετε μου έκοβε την ανάσα. Ξέρω λοιπόν ποιον θα ακούσω σήμερα σπίτι μου…». Ο Slash γέμισε το προφίλ του φωτογραφίες του αείμνηστου συνοδεύοντάς τες με το γνωστό R.I.P.

Ο Peter Allen Greenbaum πρόφτασε να επισκεφτεί τη χώρα μας τρεις φορές στα πλαίσια του επαναπροσδιορισμού του στα εγκόσμια, με αρωγό του τον φίλο και συνάδελφό του Nigel Watson και το σχήμα των Splinter Group. Ως αμετανόητος οπαδός του hard rockin’ blues ήμουν και τις τρεις εκεί, τα αυτονόητα παραλείπονται.
Οι δυο πρώτες ήταν στο αείμνηστο «ΡΟΔΟΝ» στην Αθήνα και στην "Υδρόγειο" της Θεσσαλονίκης, κολλητά, 9 & 10 Μαΐου του 1997. Πίσω από τον φανερά γερασμένο ηγέτη μάλιστα υπήρχαν άλλοι δυο ισχυρότατοι πόλοι έλξης για κάθε ροκά, αφού το rhythm section αποτελούσαν οι θεμελιώδεις Neil Murray & Cozy Powell. Γεγονός που με ήθελε πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Έτσι λοιπόν πέρα από την πλήρη κάλυψη των συναυλιών, κείμενο και φωτογραφίες, έκλεισα ωριαία συνέντευξη με τον ίδιο στο lobby του ξενοδοχείου President, πήγα τον Murray στην Ακρόπολη με το αυτοκίνητό μου εκμαιεύοντας καθ’ οδόν ιστορίες και περιστατικά, μίλησα με τον Cozy πριν το sound check το οποίο μετά παρακολούθησα λεπτό προς λεπτό, με γουρλωμένα μάτια.

Σε αυτή τη πρώτη μου επαφή ο χαρισματικός, ιδιαίτατος μακαρίτης υπήρξε χαρμόσυνα επικοινωνιακός. «Οι δυο μεγαλύτεροι αδελφοί μου υπήρξαν οι πρώτοι μου μέντορες, πρώτα και κύρια ο Michael. Τα πρώτα μου βήματα τα έκανα πάνω σε μια κλασική κιθάρα δοκιμάζοντας μονάχα ακόρντα για δυο-τρία χρόνια» μου εξιστόρησε ανάμεσα στα άλλα, «μα σύντομα επέλεξα το μπάσο που είχε μονάχα τέσσερεις χορδές, παράτησα εντελώς την κιθάρα ώστε να μπορώ να τραγουδάω πιο εύκολα σύγχρονος. Όλα αυτά όμως μέχρι που εμφανίστηκαν οι Beatles με τη πρωτότυπη μουσική τους. Μετά άρχισα να ακούω Buddy Holly και Rolling Stones. Μάκρυνα τα μαλλιά μου και άλλαξαν τα γούστα μου. Ήξερα πλέον πως αυτό ήταν που ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Όσο για το πώς ήθελα να παίζω κιθάρα, ο πρώτος που με επηρέασε θα έλεγα πως ήταν ο Mutt “Guitar” Murphy. Όμως και η σχέση μου με το μπάσο παρέμεινε μοναδική. Στο “Green Manalishi (with the two Prong Crown)” αυτοσχεδιάζω πάνω σε ένα εξάχορδο μπάσο αν δεν το γνωρίζεις… ».

Η τρίτη φορά ήταν αυτή στη σκηνή του Club 22 στις 23 Φεβρουαρίου του 2002. Έχοντας πίσω μου όσα απόκτησα ως τυχερός πέντε χρόνια νωρίτερα, ετοίμασα ένα συνειδητά διαφοροποιημένο μα και εκτεταμένο ερωτηματολόγιο που δε θα ωθούσε τον διάσημο συνομιλητή μου σε επαναλήψεις. Όμως δυστυχώς, αυτό που αντιμετώπισα στα παρασκήνια του συναυλιακού χώρου στην αρχή της λεωφόρου Βουλιαγμένης ήταν έως και σοκαριστικό. Με τον που τον αντίκρισα, ο Green δεν ήταν «εκεί». Φορούσε κείνο το μόνιμο μειδίαμα που είχα ξαναδεί μονάχα δυο φορές ακόμη στη ζωή μου, φωτογραφίζοντας τροφίμους στο Αναρρωτήριο Πεντέλης και στο Δαφνί!... Όντας καθισμένος σε καναπέ, ημίγυμνος, ξυπόλητος, με τα νύχια των ποδιών του να έχουν μεγαλώσει τόσο που έμοιαζαν με σπείρα, παρέμεινε ως το τέλος… «απών». Οι συνάδελφοι του γύρω μου έγνεψαν χαμογελαστά ψιλογουρλόνωντας τα μάτια, σαν να μου λεν «άστα, έτσι είναι πια τα πράγματα». Η στεναχώρια μου έγινε μονομιάς ανυπόφορη. Ίσα που κατάφερα να ψελλίσω έναν καλοπροαίρετο χαιρετισμό, να βγάλω τα χαρτιά μου, να προτείνω το δημοσιογραφικό κασετόφωνο και να του απευθύνω μια, το πολύ δυο ερωτήσεις που παρέμειναν αναπάντητες πριν αποχωρήσω ελαφρά υποκλινόμενος, μα καταρρακωμένος… Αντίστοιχα άλλωστε ήταν και τα συναισθήματα που μου προξένησε η χαοτική παρουσία του επί σκηνής λίγο αργότερα, αφού αν το 1997 «κατάπια» ευκολότερα τον ηγετικό ρόλο του Watson, εδώ το πράμα ήταν έως και αφόρητο σε στιγμές. Ο πρωταγωνιστής έμοιαζε κομπάρσος.

Πιο όμορφα θέλω να τον θυμάμαι. Όπως κάθε έναν που με συντρόφευσε, έως και με διαμόρφωσε. Κάτσε να βάλω λοιπόν το μελαγχολικό, αυτοβιογραφικό “Man of the World”, και όλα τα παραπάνω θα εξαφανιστούν.

Peter Green concert shots by Chris Kissadjekian

 

Διαβάστε περισσότερα: https://www.athensvoice.gr/contributors/hristos-kisatzekian

 

 

 

Read 75 times

Leave a comment