Τούτη η μόνιμη στήλη θα αποτελέσει το δικό σας «βήμα» στον μουσικό μας ιστότοπο! Με άλλα λόγια θέλουμε να διαβαστούν οι δικές σας ανησυχίες, οι απόψεις, οι προβληματισμοί μα και τυχών σημαντικά νέα που μας έχουν διαφύγει και αφορούν το Rock’n’Roll ως μουσικό κίνημα/ιδίωμα.

Στείλτε τα κείμενά σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση [email protected] ή [email protected] και εμείς θα επιλέγουμε τα πιο ενδιαφέροντα, με πρώτιστο σκοπό να τα τιμήσουμε ή δυνατόν, όλα τους.

Blue Feeling: Tα Blues και η διαδρομή τους

Thursday, 12 May 2016 09:38
Published in Read Our Readers

Το ξεκίνημα των Blues μοιάζει με το ξεκίνημα της ζωής. Για πολλά χρόνια, μνήμες, στίχοι και ιστορίες διατηρήθηκαν ως προφορική παράδοση και διαδόθηκαν ζωντανά, από στόμα σε στόμα. Τα Βlues γεννήθηκαν Νότια, στο Δέλτα του Μισισιπή, λίγο μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο.

Γράφει ο Τάσος Παπαναγιώτου

Με ρίζες στην Αφρική, τα τραγούδια «της φυτείας» (FieldHollers), μπαλάντες, εκκλησιαστικούς ύμνους και πιο ρυθμικά χορευτικά, τα blues εξελίχθηκαν σε ένα προσωπικό διάλογο του τραγουδιστή με την κιθάρα του. Ένα παράπονο που εκφραζόταν με στίχο και λαχταρούσε μιαν απάντηση.

Από τα σταυροδρόμια των αυτοκινητοδρόμων 61 και 69 και την πλατφόρμα του σιδηροδρομικού σταθμού Clarksdale, τα blues ταξίδεψαν Βόρεια προς το Μέμφις. Tα δωδεκάμετρα blues είναι ο ύμνος μια φυλής, δεμένος με φωνές του πόνου και των θυσιών της δουλείας.

Η κακή τύχη και τα προβλήματα δίνουν πάντα το παρόν στα Blues, ως συνέπεια της καταπίεσης επάνω σε ψυχές άτυχες, που μιλούν για την απελευθέρωσή τους. Αυστηροί ρυθμοί επαναλαμβάνονται σαν κραυγές λύπης, ξεπηδώντας από το μπλε του φωτός στα στάχυα και το βαμμένο από indigo (λουλάκι) βαμβάκι των φυτειών. Εκεί, στα πονεμένα χωράφια του Νότου, φυτεύτηκαν και άνθησαν τα Blues.

Ο όρος, ασχέτως με το αν πηγάζει από τον τίτλο του μονόπρακτου BlueDevis (GeorgeColman, 1798) και την ετυμολογία να τον προσδιορίζει σε συναισθήματα λύπης και μελαγχολίας, παραπέμπει στην καθημερινή προδοσία, την όποια απογοήτευση. Χάνεις τη δουλειά σου, έχεις τα blues. Παύουν να σε αγαπούν, έχεις τα blues. Όμως ακόμα και αν οι στίχοι συχνά εξιστορούν προσωπικές δυσκολίες, η μουσική πηγαίνει ένα βήμα πιο μακριά από την απλή λύπηση του εαυτού σου.

Τα Blues σύντομα γίνονται γλώσσα για τη νίκη ενάντια στην κακή τύχη, την έκφραση όλων όσων νιώθεις, το ξέσπασμα οργής ή την απλή διασκέδαση. Τα καλύτερα Blues είναι ενστικτώδη, καθαρκτικά, με συναισθήματα εκρηκτικά. Από την απόλυτη μελαγχολία στην υπέρμετρη χαρά, λίγα είδη μουσικής εκφράζουν τόσο αυθεντικά τα ανθρώπινα πάθη.

Στα νότια χωράφια του 19ου αιώνα, οι εφευρέτες των blues (σκλάβοι, πρώην σκλάβοι και απόγονοι σκλάβων), μικροκαλλιεργητές για την προσωπική τους σίτιση, τραγουδούν σχεδόν στενάζοντας ανάμεσα σε βαμβάκι και λαχανικά.

Στο Δέλτα του μεγάλου ποταμού, λίγο δίπλα από τη Νέα Ορλεάνη (το λίκνο της jazz), τα δύο μουσικά είδη παντρεύονται μέσα στο χρόνο. Σε αντίθεση με τη jazz, τα blues δεν εξαπλώθηκαν προς τα Μεσοδυτικά, τουλάχιστον όχι μέχρι τη δεκαετία ΄30 και ’40.

Υπαίθριες συναυλίες σκηνών και επιδείξεις «γιατρικών», περιπλανώμενες κομπανίες και βαριετέ θεάματα, σύντομα θα ανακάτευαν τα blues με το ragtime, τις μπαλάντες, τα gospel και τη folk ως μουσική υπόκρουση. Με την άφιξη των θιάσων στις μεγάλες πόλεις, τα θέατρα άνοιγαν για παραστάσεις και οι λευκοί αφεντάδες, για πρώτη φορά ―συχνά έκπληκτοι ως θεατές― γίνονταν μάρτυρες μιας νέας, μουσικής «ιδιοκτησίας».

Όταν πια τα Blues του Δέλτα βρίσκουν το δρόμο τους παρασυρμένα από τα νερά του Μισισιπή στις αστικές περιοχές, η μουσική έχει εξελιχθεί στα ηλεκτρικά blues του Σικάγο και άλλα τοπικά στυλ, με αμέτρητα jazz/blues υβρίδια. Μια δεκαετία μετά, τα Blues θα γεννήσουν το rhythm and blues, τη σπίθα στη φωτιά που θα ονομαστεί rock and roll.

Ο εφευρέτης δεν ήταν ένας. Ούτε ο «βάρδος» W.C. Hardy (Memphis Blues, 1912 και St. Louis Blues, 1914) [που πεισματικά ισχυριζόταν πως τα blues του αποκαλύφθηκαν το 1903 από κάποιον τυχοδιώκτη μουσικό (Henry Sloan) σε σιδηρόδρομο του Μισισιπή], ούτε οι δεκάδες άλλοι που η ιστορία έστω αναφορικά θυμάται. Οι ιστορίες πολλές. Για την ανδρεία και τον ηρωισμό. Σαν το φολκλορικό θρύλο του John Henry, του εργάτη με το σφυρί που αψήφησε τη δύναμη της μηχανής, και στο σπάσιμο της πέτρας, νίκησε όχι μόνο ένα σιδερένιο εχθρό, αλλά την απειλή της βιομηχανικής προόδου.

Από τα μέσα μέχρι τα τέλη των 1800, ο «Βαθύς Νότος» ήταν το σπίτι αμέτρητων νεοφώτιστων bluesmen, πρωτεργατών στο σουλούπωμα του νέου ήχου. Αυτοί οι αυθεντικοί μουσικοί του δρόμου, παρέα με φυσαρμόνικες και κιθάρες, θα ταξίδευαν από το ένα μέρος του Νότου στο άλλο πηδώντας στα ανοιχτά βαγόνια τρένων, ελπίζοντας για κάποια ευκαιρία στα μπαρ και τις γωνιές των πόλεων.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των τραγουδιών, θα χαθεί άγραφο μαζί με τους δημιουργούς του. Η κληρονομιά όμως αυτών των πρωτοπόρων του είδους θα εντοπιστεί στις ηχογραφήσεις του ’20 και ’30 σε Μισισιπή, Λουϊζιάνα, Τέξας, Τζόρτζια και άλλες Νότιες πολιτείες. Μουσικοί του ’20 όπως οι Son House, Blind Lemon Jefferson, Leadbelly, Charlie Patton και Robert Johnson, θα εξελίξουν τη μονοτονία μιας σόλο ερμηνείας (συνεργαζόμενοι σε αυτοσχέδιες μπάντες), ψυχαγωγώντας τους στερημένους από διαλείμματα και αργίες εργαζόμενους των φυτειών, μεθυσμένους τζογαδόρους σε πρόχειρα μπαρ (juke joints) και επισκέπτες μπορδέλων.

Με τη μετάβαση των blues από τις αγροτικές περιοχές στις πόλεις και την υιοθέτηση τοπικών χαρακτηριστικών (St. Louis Blues, Memphis Blues, Louisiana Blues), οι παίκτες του Σικάγο (John Lee Hooker και Muddy Waters) αφουγκράζονται την ανάγκη για κάτι διαφορετικό, μακριά από τη μοιρολατρική μανιέρα της σκλαβιάς, και κάνοντας αρχικά τον ήχο ηλεκτρικό και πιο εύπεπτο, προσθέτουν προς το τέλος της δεκαετίας ’40 ντραμς και πιάνο.

Στο Βορρά (Σικάγο, Ντιτρόιτ) του ’40 και ‘50, οι Muddy Waters, Willie Dixon, John Lee Hooker, Howlin' Wolf, και Elmore James ανάμεσα σε άλλους, καμουφλάρουν τα Blues του Δέλτα σκαρφαλώνοντας με συνεχείς επιτυχίες στις πρώτες θέσεις των chart της αναπτυσσόμενης μουσικής βιομηχανίας, ενώ οι T-Bone Walker στο Χιούστον και B.B. King στο Μέμφις, διαμορφώνουν ένα νέο τρόπο παιξίματος (lead guitar), διασταυρώνοντας την τεχνική της jazz με την τονικότητα και ρεπερτόριο των blues.

Κάπου εκεί ο Arthur Big Boy Crudup, ο Wynonie Harris και η Big Mama Thorton, γράφουν και ερμηνεύουν τα τραγούδια που σύντομα θα κάνουν τον νεαρό Elvis Presley παγκόσμια γνωστό.

Η γραμμή της μετάβασης από τον Sloan στον Son House και τον Robert Johnson, μέσα από τα Blues του Σικάγο ―και από την αναγέννηση του ήχου στα 60s στη σύγχρονη ροκ― είναι τόσο ευθεία, όσο οι σιδηρόδρομοι που ένωναν τις αχανείς εκτάσεις της Αμερικής. Ίσως ο σκιώδης Sloan να ήταν αυτός που ο W.C. Handy άκουσε εκείνη τη μέρα του 1917, καθώς ανέβαινε στο τρένο για το Σικάγο.

Τα μέτρα που ξεπατίκωσε, θα γίνονταν χωρίς να το γνωρίζει, μέρος της πολιτιστικής απελευθέρωσης των μαύρων, αυτής που με όχημα μια μουσική (rhythm and blues), θα διαμόρφωνε ένα μεγάλο μέρος της pop κουλτούρας του σήμερα.

 

Read 465 times

Leave a comment