Monuments on Facebook

Τούτη η μόνιμη στήλη θα αποτελέσει το δικό σας «βήμα» στον μουσικό μας ιστότοπο! Με άλλα λόγια θέλουμε να διαβαστούν οι δικές σας ανησυχίες, οι απόψεις, οι προβληματισμοί μα και τυχών σημαντικά νέα που μας έχουν διαφύγει και αφορούν το Rock’n’Roll ως μουσικό κίνημα/ιδίωμα.

Στείλτε τα κείμενά σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση [email protected] ή [email protected] και εμείς θα επιλέγουμε τα πιο ενδιαφέροντα, με πρώτιστο σκοπό να τα τιμήσουμε ή δυνατόν, όλα τους.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1984 - ΤΡΥΠΕΣ, ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ ΚΑΙ ΤΥΡΟΚΑΥΤΕΡΗ

Thursday, 20 October 2016 12:27
Συντάκτης:
Published in Read Our Readers

Καλοκαίρι του ΄84, ότι μου έμεινε και θυμάμαι. Πιτσιρικάς, δεκαεξάρης της εποχής μου παιδί.

Γράφει ο Γιάννης Κουκουλομάτης

Το μακρύ μαλλί, ο Bakunin, οι Doors, ο Σιδηρόπουλος. Βράδια στη πλατεία, στη καβάτζα της αλητοπαρέας. Ένα παγκάκι πίσω από τη βαλανιδιά, χάδια στα σκοτεινά. Με τη σειρά, όποιος είχε γκόμενα, είχε και το παγκάκι. Και το έρμο το δεντρί τι είχε τραβήξει έτσι που το σκαλίζαμε. Πόσες καψούρες το σημάδεψαν, τι αρχικά και «λοβ φορ εβερ» παντού.
Θερινό τσαμπέ από την απέναντι ταράτσα, Ardiano Celentano και πολεμικά. Τσιγάρα Dunhill κλεμμένα από το μπαμπά, καβατζωμενα στο γιαπί. Δώρο του θείου από το Αυστραλία, και κώλος κόκκινος από τη ζώνη. Μουσικές από κασέτες που γράφαμε από τους ερασιτεχνικούς στο ράδιο. Να κόβεται η ταινία να τη ξανακολλάμε, να τα κενά, δεν μας ένοιαζε. Είμαι καθισμένος με το κολλητό μου το Στέλιο στην αυλή, φραπές και τσιγάρο. Οι γέροι λείπουν στο χωριό, έχουμε πάρει κι ένα μπουκάλι τσίπουρο για μετά, και έχουμε αράξει ακούγοντας μουσική συζητώντας για την επανάσταση και τι θα φάμε.

-«Ρε συ», μου λέει «έχει έρθει το ξαδερφάκι μου από Σαλονίκη να του πω να περάσει»;
- «Ναι ρε μαλάκα» απαντώ, «είναι και φαντάρος τι τον έχεις παρατήσει μόνο του;». Ο Δημητρός, κοντά είκοσι χρονών, σκακιστής, ροκάς, καλοφαγάς, μάγκας και αλάνι. Με τη βαριά προφορά του, τα «να σε πω» και «να με πεις» του, έξω καρδιά παιδί.
-«Καφέ πίνετε ακόμα ρε μόρτες, κοντεύει μεσημέρι δεν έχετε κάνα ποτό»; Πάω στο ψυγείο, ανοίγω το τσίπουρο, πιάνω τρία ποτήρια επιστρέφω. «Αυτός είσαι ρε καρντάση» μου λέει και κλείνει το κασετόφωνο. «Κάτσε να σας βάλω κάτι να ακούσετε ρε, να δείτε τι παίζουμε κει πάνω». Βάζει μια κασέτα και με τη πρώτη κολλάω, παθαίνω ένα σοκ, κάτι με χτυπάει στο στομάχι σα γροθιά, ήχος σφιχτός, δεμένος κι ένα μπάσο που σκοτώνει. Τι δυναμίτης μουσική, τι ξεσήκωμα ήταν τούτο, και μια φωνή να σε τρυπάει.
-«Ρε Μήτσο ποιοι είναι αυτοί, τρελάθηκα, γαμάτοι είναι!», καθώς το ένα τραγούδι μετά το άλλο με βούρλιζε και δεν μπορούσα να σταθώ ακίνητος. Γέλασε και χάρηκε που με είδε έτσι ενθουσιασμένο.
-«Δεν είναι φοβερή μπάντα; Τρύπες λέγονται, απάνω είναι πολύ γνωστοί εδώ δεν τους ξέρετε». Όλα μου αρέσουν, μουσική, στίχοι, φωνή αλλά τι σκατά είναι αυτό το τζι τζι τζι? Όση ώρα άκουγα τα τραγούδια υπήρχε ένας περίεργος ήχος που δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν μέρος της μουσικής η κάτι άλλο.
- «Τζιτζίκια!».
- «Τι;».
- «Τζιτζίκια σε λέω, αυτό που ακούς είναι τα τζιτζίκια. Η ηχογράφηση ήταν ανοιχτή και είχε γίνει σε μια υπαίθρια συναυλία. Βράδυ με καύσωνα και τα έρμα είχαν λαλήσει και κάνανε backing vocals στο γκρουπ».
- «Μήτσο θα μου την αφήσεις τους γουστάρω πολύ θέλω να τους ξανακούσω.
- «Τι, έχεις φέτα;»
- «Τι διάολο μωρέ σούρωσες του λέω, για τη κασέτα σου μιλάω, τι άκουσες εσύ;».
- «Θα σε φτιάξω κάτι να μαθαίνεις ρε μικρέ, και κράτα τη για πάρτη σου αφού γουστάρεις».

Φέτα είχα, πιπεριές καυτερές είχε, και τότε έμαθα να κάνω τυροκαυτερή. Αργότερα μετά από καιρό με έμαθε και σκάκι αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Πέρασα πολύ καιρό με αυτή τη κασέτα, έμαθα όλα τα τραγούδια απέξω και φυσικά πούλησα τρελή μούρη αφού κανείς από τη παρέα δεν είχε ξανακούσει Τρύπες.
Τον επόμενο χρόνο βγήκε το άλμπουμ, που φυσικά αγόρασα αμέσως και έλιωσα επίσης αμέσως. Η κασέτα πήγε με τον αδερφό μου Τρίπολη, μετά Κόρινθο. πέρασε από Θήβα κι έχασα τα ίχνη της, άμα κάνατε φαντάροι κείνη την εποχή μπορεί να την ακούσατε στο Κ.Ψ.Μ. Στα χρόνια που πέρασαν ακολούθησα το γκρουπ σε ότι έκανε, άκουσα ότι βγάλανε πάντα με την ίδια ορμή και ένταση, αυτήν την απίστευτη ενέργεια που έβγαζαν. Τους είδα νηφάλιος και τους είδα τελειωμένος, τους άκουσα μόνος μου και με παρέα, έκανα έρωτα με τη μουσική τους, έκλαψα με αυτή, χόρεψα τρελά, ελεύθερα, υπερβατικά. Και ποτέ μα ποτέ δεν έπεσα, δεν μελαγχόλησα, δεν με έριξαν οι στίχοι, όσο μαύροι η απαισιόδοξοι μπορεί να ήταν, δεν ένοιωσα χειμώνα, κρύο και μοναξιά.

Κι αν δε πήγα Λονδίνο, Άμστερνταμ η Βερολίνο δεν με ένοιαξε και πολύ. Γιατί πήγα και πάω παραπέρα, εκεί που έχει τζιτζίκια και τυροκαυτερή. Στην αθωότητα μου ρε φίλε. Και πίνω κι ένα τσίπουρο στην υγεία σας μάγκες!

Φωτογραφία Τρύπες - συναυλία στο "ΡΟΔΟΝ" 1993: Chris Kissadjekian / www.livephotographs.com 

 

Read 762 times

Leave a comment