Monuments on Facebook

MONUMENTS: MARTHA VELEZ “Friends and Angels” (Sire/Blue Horizon Records – 1969)

Thursday, 09 February 2017 16:44
Published in Monuments

Μήπως είσαι και του λόγου σου ερωτευμένος με τη Μουσική έως το κόκκαλο;;; Ή πιο σωστά, ως το μεδούλι; Αν ναι, νιώθεις συθέμελα το παρακάτω αξίωμα: οι δυο σημαντικότεροι λόγοι αυτής της αδιάκοπης & άφθαρτης καψούρας είναι α) πως διαρκώς σε εκπλήσσει απρόσμενα υπενθυμίζοντάς σου το διαχρονικό ρητό «Γηράσκω Αεί Διδασκόμενος» του Σόλωνα και β) «έχει» για όλους μας ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ μια γωνίτσα -για όλα τα γούστα μα και όλες μας τις ψυχολογικές διακυμάνσεις. Έως και δεκάδες για τους ανοιχτόμυαλους!

Έπρεπε το λοιπόν να φτάσω μεσήλικας πενήντα χρονών για να υποπέσει της αδηφάγου αντίληψής μου τούτη η μνημειώδης σύναξη γιγάντων του αποκαλούμενου «λευκού» hard rockin’ blues. Αν είναι δυνατόν. Και όμως είναι, για πολλοστή φορά. Κι έπαθα σοκ!

Αρκεί μια και μόνο γρήγορη ματιά στο παρακάτω καταγεγραμμένο line-up και ετοιμάσου συ που τυγχάνεις αμετανόητος οπαδός του εν λόγω μουσικού ιδιώματος να πάθεις μεγάλο χουνέρι... Μιλάμε για Dream Team μεγατόνων που τολμώ να πω πως, ούτε προηγούμενο είχε, ούτε και επόμενο. Μα αν είναι δυνατόν, μιλάμε για ανεπανάληπτη σύμπραξη ηρώων εποχής! Βρες μου εσύ άλλη κυκλοφορία που να συμμετέχουν Clapton, Kossoff, Webb – μεγαθήρια της ηλεκτρικής κιθάρας του τότε, που οι Bruce & Silvester αναλαμβάνουν τις χαμηλές συχνότητες έχοντας στα μετόπισθεν ρυθμικούς στυλοβάτες όπως οι Mitchell, Capaldi & Bidwell, που παίρνει φωτιά το Hammond από τα δάχτυλα των Auger, Mcvie & Beaver! Κάποιος μας δουλεύει χοντρά λοιπόν αν τούτο το ηχογράφημα παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένας Κρυφός Θησαυρός προς ανακάλυψη… Έλα ντε που μου εμένα μου συνέβη.

 

Η πλάκα είναι όμως πως ακόμη και με όλα τα παραπάνω καταγεγραμμένα, δεν έχω μπει στο «ψητό»! Αναφέρομαι στο φαινόμενο (διότι περί αυτού πρόκειται) της mezzo soprano Martha Velez, που για κάποιο ανεξήγητο λόγο έμεινε ουσιαστικά στην αφάνεια κάτω από τη θεόρατη σκιά της αείμνηστης Joplin. Όπως το ακούς, υπερβολή μηδέν! Ρε, τι να λέμε. Δώδεκα χρονών ήταν όταν κέρδισε υποτροφία ώστε αργότερα να σπουδάσει στο “High School of Performing Arts” της Νέας Υόρκης. Άκου το μικροσκοπικό “Very Good Fandango”, το πέμπτο track του δίσκου που τελειώνει με γέλιο αυτοσαρκασμού, ε, και τουμπεκί ψιλοκομμένη. Όμως δε σταμάτησε ούτε εκεί η αρχοντιά της. Στην πορεία απέκτησε ντοκτορά στην Κλινική Ψυχολογία από το Antioch University όπως και αντίστοιχο πτυχίο στην Πολιτιστική Μυθολογία και στην Ψυχολογία του Βάθους από το Pacifica Graduate Institute. Τέλος, ως σεναριογράφος μα και ηθοποιός, έγραψε κι άλλα πολλά χιλιόμετρα ακόμη… Άσε που ξεκίνησε με παντιλίκια και τούτη την αγάπη της, αφού ο πρώτος ρόλος που έπαιξε ποτέ την ήθελε πρωταγωνίστρια παρακαλώ στη διάσημη Rock Opera “Hair” του Broadway. Είπες κάτι; Εγώ πάντως λάλησα ΗΜΑΡΤΟΝ!

«Συνάντησα τον Mike Vernon (σ.σ.: θρυλικός παραγωγός και μέντορας για μυθικά σχήματα & καλλιτέχνες όπως οι Bluesbreakers, David Bowie, Savoy Brown, Chicken Shack, Eric Clapton, Fleetwood Mac, Peter Green, John Mayall, Christine McVie and Ten Years After!) με το που πάτησα το πόδι μου στο Λονδίνο για πρώτη φορά» δηλώνει η πολυσχιδής Αμερικανίδα και συνεχίζει:
«Ευτυχώς, προέκυψε εξίσου επιμελής μα και συνεννοήσιμος άνθρωπος που έδινε σημασία στον εκάστοτε καλλιτέχνη. Ήταν πάρα πολύ ενθαρρυντικός απέναντί μου. Έμοιαζε με rock star της εποχής, κατέχοντας συγχρόνως τεράστια εμπειρία ως κυνηγός ταλέντων μα και βαθιά γνώση των ηλεκτρικών blues ως ιδρυτής της εξειδικευμένης δισκογραφικής εταιρίας Blue Horizon Records. Πριν μπούμε στο studio για την ηχογράφηση του δίσκου αυτού, κάτσαμε παρέα και ακούσαμε τόνους albums από τη δισκοθήκη του ώστε να καταλήξουμε ποια από αυτά μου ταίριαζαν…ποια δηλαδή θα απέδιδα καλύτερα ως συναισθηματικά, ψυχικά και μουσικά φορτισμένη».

Το καταιγιστικό έργο ξεγεννήθηκε λοιπόν από την ίδια μήτρα που έδωσε πνοή σε μνημειώδεις κυκλοφορίες όπως τα “Bluesbreakers with Eric Clapton”, “Ten Years After”, “Fleetwood Mac”, “Shake Down”, αφού πέρα από τα μαγικά δάχτυλα του Vernon επί της κονσόλας ο μάστορας φώναξε εδώ μερικούς από αυτούς τους επώνυμους φιλαράκους του ώστε να του ανταποδώσουν τα όσα είχε προσφέρει απλόχερα σε αυτούς μετατρέποντάς τους σε φίρμες!... Διόλου παράξενο λοιπόν το γεγονός πως από το άνοιγμα της αυλαίας με το up-tempo hard rockin’ blues “I’m Gonna Leave You” έως και το mid-tempo “Let the Good Times Roll” που την κλείνει, το “Friends & Angels” πετά σπίθες.

 

«Όλοι οι μουσικοί εδώ ήταν από κολλητάρια του Mike, έως και καλοί συνεργάτες του που του χρωστούσαν την ίδια τους την υπογραφή. Κάθε που έμπαινε στο studio ένας από δαύτους τους επώνυμους, έμενα ξανά και ξανά με γουρλωμένα τα μάτια!» ομολογεί η πρωταγωνίστρια και συνεχίζει: «Μια εβδομάδα κλειδώθηκα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τραγουδώντας τα επιλεγμένα τραγούδια ξανά και ξανά, μέρα-νύχτα. Και ήταν τόσο το πάθος και η ένταση που ο ιδιοκτήτης του μου χτύπαγε την πόρτα ομολογώντας πως, ναι μεν του αρέσουν πολύ τα όσα τραγουδώ, μα οι υπόλοιποι θέλουν να αποκοιμηθούν!...»

Όμως το παρουσιαζόμενο σμαράγδι δεν περιέχει αποκλειστικά και μόνο εμπνευσμένες διασκευές. Ήταν αναμενόμενο άλλωστε πως, μέσα από τούτη την πρωτοφανή συρροή εμπνευσμένων γιγάντων, όλο και κάποιο jam session θα γεννούσε ιδέες γόνιμες προς τραγουδοποιία.
«Συνέγραψα τους στίχους του “Swamp Man” με το που άκουσα ένα σκοπό που σκάρωσε μια μέρα ο Paul Kossoff στο πόδι, στο λεπτό. Όπως συνέβη και με το “Sweet Man” που ξεκίνησε ως πρόχειρο, αυτοσχέδιο blues…» συμπληρώνει η ερμηνεύτρια. «Γενικά αυτό που έλαβε χώρα σε αυτό το μακροσκελές session ήταν απλά παροιμιώδες, πιο μεγάλο από τη Ζωή την ίδια. Και αν στην αρχή ένιωθα λιγάκι άβολα αναμεσά τους, η αμέριστη αγάπη τους για τα Αμερικάνικα blues μας ήθελε να συναντιόμαστε γόνιμα! Μια φορά μάλιστα εμφανίστηκε και ο Jimmy Page δηλώνοντας πως ήθελε κι αυτός να συμβάλει. Για την ακρίβεια, με το που τον είδα στο δρόμο έξω από το studio έτρεξα κατά πάνω του. Σκέψου μονάχα αυτό: στεκόμουν στο πεζοδρόμιο ανάμεσα στους Clapton, Bruce & Mitchell όταν τον είδα να πλησιάζει! Έλα όμως που συγκυριακά, μόλις είχαμε τελειώσει την ηχογράφηση της ημέρας και κείνος ξεκινούσε την επομένη περιοδεία κάπου αλλού…»
Οκ. Κάπου υπάρχει και ένα τέλος ακόμη και στα πιο τρελά μας όνειρα!...

«Ο γενικός του τίτλος αφορά τη σύναξη αυτή καθαυτή. Ένιωσα ξάφνου πως ήμουν περιτριγυρισμένη από καλούς & ευγενέστατους φίλους που μόλις έπιαναν το όργανό τους, έμοιαζαν με Άγγελους επί της Γης...»

Βάλε και άκουσέ το, σε προκαλώ. Απευθύνομαι φυσικά σε σένα που σταμάτησες σε τούτη την παρουσίαση, άρα αγαπάς τα Βρετανικά ηλεκτρικά blues μα και κάθε μετουσίωση της Αφροαμερικάνικης μουσικής του 20ου αιώνα. Η στεντόρεια, πηγαία & εκρηκτική ερμηνεία της Velez καταφέρνει όχι μόνο να σταθεί επάξια όλων των προαναφερθέντων συμβαλλομένων, μα υπάρχουν φίλε μου στιγμές που τους επισκιάζει εύκολα ως άλλη μια θηλυκή τίγρης που όμως δεν γεννήθηκε στο Texas (στην Janis αναφέρομαι φυσικά), μα στη New York!

 

Ως επίλογο οφείλω να επιλέξω όμως τον εξής ως επιτηδευμένα αντικειμενικός και ουχί αμετανόητα παρορμητικός και μόνο: με το που την ανακάλυψα πέρυσι και μπήκα στο τρυπάκι να ακούσω ολάκερη την δισκογραφική της κληρονομιά, απογοητεύτηκα σε κάποιο βαθμό… Και τούτο διότι πέρα από το “Hypnotized” που ακολούθησε τρία χρόνια μετά, λίγες είναι οι εξίσου ανατριχιαστικές στιγμές στα όσα έκανε π.χ. ακόμη και με τον αείμνηστο Bob Marley στο “Escape From Babylon”.

Τέλος, υπάρχουν δυστυχώς και κυκλοφορίες της που ηχούν έως και…ισχνός απόηχος της μεγαλοπρέπειας του “Friends & Angels”…

  • Line up:

    Martha Velez (φωνητικά), Eric Clapton / Paul Kossoff / Stan Webb / Rick Hayward / Spit James (κιθάρες), Jack Bruce / Andy Silvester (μπάσο), Brian Auger /Blue Weaver / Christine Mcvie (πλήκτρα), Mitch Mitchell / Jim Capaldi / Dave Bidwell (τύμπανα), Johnny Almond / Jeff Condon / Chris Mercer / Terry Noonan / Bud Parks / Derek Wadsworth / Chris Wood /  Horns (πνευστά), Duster Bennett (φυσαρμόνικα)

     

  • Recommended releases:

    “Hypnotized” (1972)

Read 464 times

Leave a comment