Monuments on Facebook

ONE BY ONE: MIKE VERNON (Part 1)

Tuesday, 30 May 2017 18:13
Published in One by One

O Michael William Hugh "Mike" Vernon είναι ένας Ζωντανός Θρύλος στις τάξεις των επώνυμων παραγωγών του 20ου αιώνα, τελεία και παύλα! Κι αν εξαιρείται δικαιολογημένα από τις γνώσεις των τελευταίων γενιών, για μας τις παλιοσειρές (τους γεννημένους στα 50’ς, 60’ς & 70’ς) είναι αυτό που λέμε μέντορας.

Συνομιλεί και καταγράφει ο Χρήστος Κισατζεκιάν

Μα τι να λέμε τώρα;;; Και ΜΟΝΟ την παραγωγή του μνημειώδους “Blues Breakers with Eric Clapton” του John Mayall να είχε κάποιος στο βιογραφικό του σαν κι αυτόν, είχε καθαρίσει μονιμάς για αυτή τη ζωή - και την επόμενη!!! Πόσο μάλλον όταν ο αειθαλής & ανοιχτόμυαλος Mike έχει στο αρχείο του αμέτρητα ακόμη διαμάντια του Βρετανικού hard rockin’ blues και όχι μόνο (David Bowie, Duster Bennett, Savoy Brown, Chicken Shack, Eric Clapton, Fleetwood Mac, Peter Green, Danny Kirwan, Christine McVie, Ten Years After) και επιπλέον, συνεχίζει ως τις μέρες μας να προσφέρει θέαμα ως ταχυδακτυλουργός της κονσόλας με νέα φιντάνια όπως οι Oli Brown, Laurence Jones, Dani Wilde, αφού καθόρισε για χρόνια και τον ανυπέρβλητο ήχο των Level 42!...
Θυμάστε την παρουσίαση του δίσκου της Martha Velez στα Monuments τις προάλλες; Αυτός μου έβαλε λοιπόν φωτιά στα μπατζάκια και έψαξα να τον βρω, αφού και σε αυτόν, έχει ζωγραφίσει ο άνθρωπας!!! Ιδού λοιπόν άλλη μια προσωπική μου «νίκη» που μοιράζομαι μαζί σας. Μιλάμε για Χρυσοκέντητη Ιστορία από τα έμπειρα δάκτυλα του Vernon που έβαλε αντίστοιχα φωτιά στα μπατζάκια ηρώων μας όπως οι Jimi Hendrix, Cream, Led Zeppelin, Rory Gallagher, Johnny Winter, Ten years After και κατ’ επέκταση των Stevie Ray Vaughan, Walter Trout, Gary Moore (δείτε προσεκτικά τους δίσκους στο πάτωμα στο εξώφυλλο του “Still Got the Blues”). Απολαύστε.

CURTIS JONES

“Lonesome Bedroom Blues” (Delmar Records – 1962)

«Ένα από τα πρώτα μου βήματα ως μαθητευόμενου παραγωγού στο τμήμα καλλιτεχνών και ρεπερτορίου ήταν η συμμετοχή μου στην ηχογράφηση του Τεξανού Cutris Jones για την Decca Records. Πραγματικά ήταν σκέτο σχολείο για μένα τούτη η δουλειά, αφού εκεί έμαθα μονομιάς όλα τα μυστικά της μουσικής βιομηχανίας. Και ναι, ο Curtis Jones υπήρξε η πρώτη μου κυριολεκτικά επαγγελματική δουλειά ως παραγωγού, αφού πριν είχα ασχοληθεί αρκετά μα μονάχα ως υπεύθυνος ακρόασης & δοκιμαστικών για πρωτοεμφανιζόμενους καλλιτέχνες και σχήματα που εγώ πρότεινα στην δισκογραφική μα επι τω πλείστων, απέρριπτε το συμβούλιο τους… Αν σου πω μερικά ονόματα μεταξύ αυτών που απορρίφθηκαν θα ξαφνιαστείς… Graham Bond Organization, Spencer Davis Group, Groundhogs, The Yardbirds! Κι όμως, αν τώρα θεωρείς τα ονόματα αυτά έως και θρυλικά, μην ξεχνάς πως τότε ακόμη ήταν γνωστά μόνο σε ένα μικρό κύκλωμα καταστημάτων, σε μικρές μουσικές σκηνές, κυρίως στα Νότια της Αγγλίας… Αναλάμβανα τα demos, τα δοκιμαστικά τους, και τα παρέδιδα προς ακρόαση. Ευτυχώς λίγο αργότερα τα πράγματα άλλαξαν στη εταιρία με την αποχώρηση του επικεφαλή Frank Lee λόγω συνταξιοδότησης και τη θέση του πήρε ο Hugh Mendel. Ήταν αυτός που εμπιστεύτηκε την κρίση μου και μου έδωσε την ευκαιρία να χαρίσω ένα δισκογραφικό συμβόλαιο σε καλλιτέχνες όπως οι Champion Jack Dupree, Otis Span, o Johnny Guitar Watson που μάλιστα θυμάμαι καλά πως ηχογράφησε το δίσκο του μαζί μου μέσα σε δεκαέξη μόλις ώρες, από το βράδυ ως τα ξημερώματα της επομένης!!! «Εφόσον πιστεύεις τόσο σε αυτή τη μουσική, αυτό το νέο μουσικό ιδίωμα, θέλω να μας καταστήσεις μέρος του εφόσον πρόκειται να συμβεί, αλλιώς απλά δεν θα έχεις δουλειά την επομένη!» μου είπε χαρακτηριστικά ο Hugh λύνοντας μου τα χέρια ολοσχερώς. Έπρεπε λοιπόν να τα καταφέρω. Και ευτυχώς τα κατάφερα όπως απέδειξε η συνέχεια…»

JOHN MAYALL

“Bluesbreakers with Eric Clapton” (Decca – 1966)

«Όπως έδειξε η ιστορία ως και σήμερα, το εν λόγω έργο υπήρξε πράγματι από τις επιδραστικότερες κυκλοφορίες της rock’n’roll εποποιίας, ένας κομβικός σταθμός για γενεές γενεών… Ήταν ο πρώτος δίσκος με άκρως θορυβώδεις κιθάρες που κατάφερε και έγινε τεράστιος σε δημοτικότητα παγκοσμίως. Κιθάρες μεγαλύτερες από κάθε άλλο όργανο της μπάντας για την ακρίβεια. Και ήταν η πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη ιστορία των ηχογραφήσεων… Και ναι, υπήρξα απίστευτα τυχερός που βρέθηκα την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο μέρος!!! Ήταν αυτή η φορά και άλλη μια μονάχα που συνέβη πολύ πρόσφατα μάλιστα, μόλις δυο χρόνια τώρα.
Ένα πράγμα που δεν θα ξεχάσω όσο ζω όσον αφορά την διαδικασία ηχογράφησής του είναι η παροιμιώδης ένταση του ενισχυτή του Eric Clapton!... Τον είχε τέρμα όλη την ώρα! Υπήρχε σοβαρότατο θέμα. Ως τότε δεν είχε υπάρξει συνάδελφός μου παραγωγός που να πρέπει να διαχειριστεί και να ξεχωρίσει/καταγράψει σωστά μια τόσο εκκωφαντική πηγή μέσα στο studio που περιείχε και τις υπόλοιπες πηγές προς ηχογράφηση. Μα είναι φύσει αδύνατον. Μιλάμε έτριζαν όλα γύρω μας. Τα τύμπανα έτριζαν. Το ηχείο του έτριζε. Ακόμη και τα δόντια μου έτριζαν!!! Και παρόλα αυτά να έχεις τον Eric να επιμένει αμετάπειστος πως μονάχα έτσι θα πετύχαινε τον πολυπόθητο ήχο που γύρευε για αυτό το δίσκο… Η αλήθεια είναι πως όλοι μας αυτό γυρεύαμε: να αναπαραγάγουμε εντός studio τον καταιγιστικό ήχο που κατάφερναν οι Bluesbreakers όταν καταλάμβαναν τη σκηνή! Εν τέλει αυτό ακριβώς καταφέραμε μετά χιλίων κόπων και βασάνων… Μετακινούσαμε διαρκώς τους ενισχυτές, τα τύμπανα, τη θέση των μικροφώνων, του πιάνου, της μπασοκολώνας, έως ότου βρήκαμε λύσεις. Αυτό που παρέμενε στη συντριπτική πλειοψηφία αδύνατον φυσικά ήταν το να ηχογραφήσουμε συγχρόνως και τα φωνητικά του John (Mayall). Εφιάλτης! Ακόμη και αυτό όμως το επιχειρήσαμε σε δυο τραγούδια, όμως ο John προτίμησε να πει τα υπόλοιπα σε άλλο κανάλι, αργότερα. Μη ξεχνάς πως τότε ηχογραφούσαμε σε τετρακάναλο ακόμη, δεν είχαμε κάτι παραπάνω από αυτό. Τέσσερα κανάλια. Τέλος! Η μόνη λύση λοιπόν ήταν να μεταφέρουμε τα τέσσερα κανάλια σε ακόμη τέσσερα σε ένα άλλο μηχάνημα, οπότε πάλι περίσσευαν τρία κενά όπου ηχογραφούσαμε άλλα στοιχεία. Όμως όλα αυτά ήθελαν τεράστια προσοχή ώστε στο τέλος να είναι όλα τα κανάλια συγχρονισμένα, κλειδωμένα σωστά χρονικά μεταξύ τους!... Χάος. Σε όλα αυτά συνέβαλε καίρια και ο μηχανικός ήχου, ο Gus Dudgeon, ο οποίος αφού στην αρχή ούρλιαζε «αν είναι δυνατόν, χαμηλώστε τις κιθάρες!», εν τέλει είδε κι αποείδε με το πείσμα του Eric και το έβαλε πείσμα να τα καταφέρουμε. Και να που τα καταφέραμε. Να που έως και σήμερα, πενηνταένα χρόνια μετά, ο δίσκος αυτός ακούγεται ακόμη μεγαλοπρεπείς και αξεπέραστος!... Μικρά πταίσματα θα βρεις αν το ψάξεις με το μικροσκόπιο, μα στο τέλος της ημέρας μιλάμε για έναν δίσκο αξιομνημόνευτο δίσκο που απέδειξε πως εν τέλει μπορείς να ηχογραφήσεις μια μπάντα εντός των τειχών και να καταφέρεις να ακούγεται λες και παίζει ζωντανά σε πάλκο».

JOHN MAYALL AND THE BLUESBREAKERS 

“A Hard Road” (Decca – 1967)

«Ως το επόμενο βήμα του προηγηθέντος, παραμένει κάπως υποτιμημένο σε σχέση με το προαναφερθέν…ναι, έχεις δίκιο. Βλέπεις οι προσδοκίες της δισκογραφικής εταιρίας ήταν τεράστιες. Όλοι περίμεναν να στρογγυλοκαθίσει στην κορυφή των charts του “Melody Maker” και να χρυσοπουλήσει. Όχι πως δεν τα πήγε καλά όμως. Δεν μπορώ να θυμηθώ ως ποια θέση σκαρφάλωσε, όμως πρέπει να μπήκε στα δέκα πρώτα, άρα μη ζητάμε τον ουρανό με τα άστρα!... Έχεις όμως δίκιο για το ότι όλα ήταν χτισμένα γύρω από τον Mayall σε αυτό το σχήμα, πράγμα που φάνηκε ξανά στο “Hard Road”. Λογικό και επόμενο. Όμως με τον κυρίαρχο ρόλο που απέκτησε εκ των πραγμάτων ο Eric στο προηγηθέν album, όχι ηθελημένα και συνειδητά - πάω στοίχημα, μα ως πρωτοπόρος εξερευνητής στο όργανό του, στο τέλος της ημέρας τον παραγκώνισε αφήνοντάς του τον δεύτερο πρωταγωνιστικό ρόλο ξαφνικά... ‘Έπαιζε τόσο εντυπωσιακά, το παίξιμό του, ο μοναδικός του ήχος, που ο καθένας δίπλα του «ωχριούσε», ήταν δύσκολο να σταθείς δίπλα του… Όταν λοιπόν μπήκε στο παιχνίδι ο Peter Green για της ανάγκες του εν λόγω δίσκου ήταν άσημος, ως προερχόμενος από το σχήμα του Peter Bardens (σ.σ.: λατρεμένος πληκτράς & ηγετική φυσιογνωμία των Camel αργότερα!) Peter B's Looners, οι οποίοι είχαν προλάβει να κυκλοφορήσουν μονάχα ένα δίσκο με την Parlophone / EMI. O Peter ήταν επίσης χαρισματικός και παρότι είχε πολύ παρόμοιο στυλ με τον Clapton, παρέμενε συνειδητά πολύ πιο «αισθαντικός» στις επιλογές του σε αντίθεση με τον Eric. Δεν είχε τον χειμαρρώδη χαρακτήρα του στην κιθάρα, τη δύναμή του, εξού και χρησιμοποιούσαμε μεγαλύτερο ενισχυτή ώστε να ακούγεται. Όμως από την άλλη ο Peter απέκτησε μονομιάς μεγαλύτερο ρόλο στα φωνητικά, αφού ο John επέμεινε για αυτό ακούγοντας την φωνή του.
Όσον αφορά το υλικό αυτό καθαυτό τώρα, τούτο το album περιείχε περισσότερες αυθεντικές, φρέσκιες συνθέσεις από το προηγούμενο, και αυτό θεωρώ πως βοήθησε πολύ. Ο ήχος του δίσκου ήταν επίσης διαφορετικός. Και τούτο διότι αυτός ήταν πάνω από όλα ένας δίσκος του John Mayall και όχι ένας δίσκος του Peter Green, πράγμα που επηρέασε εμφανώς το τελικό αποτέλεσμα! Όμως αυτό που αγάπησε μονομιάς το κοινό από τότε ήταν η απίστευτη προσοχή/αισθητική με την οποία ο Peter επέλεγε τις κιθαριστικές του φράσεις μια προς μια με ευλάβεια… Υπήρξε εξαρχής πολύ πιο λυρικός κιθαρίστας από τον Eric. Κι αν δεν τον διέκρινε ακόμη το «καμάρι» που κουβαλούσε ο Eric ήδη από τότε, όμως κατείχε μια μοναδική, ειδοποιό ποιότητα στο παίξιμό του. Κι ας έπαιζαν με παρόμοιο εξοπλισμό, με εξαίρεση τον ενισχυτή τους αν θυμάμαι καλά. Άρα λοιπόν να τα λέμε τα πράγματα με το όνομά τους: η συμβολή που είχε ο Green σε αυτό το δίσκο ήταν επίσης τεράστια, όπως και του Clapton στον προηγούμενο, απλά για λόγους διαφορετικούς!»

Read 205 times

Leave a comment