ANATHEMA: Το πρώτο δεδηλωμένο μουσικό σχήμα/θύμα της επάρατης πανδημίας, είναι από το «χωριό» το δικό μας. Και είναι αγαπημένο.

Tuesday, 06 October 2020 12:37
Published in Shot from the Vault

Τα όσα βιώνουμε στο έμπα της νέας δεκαετίας μας θέλουν αποσβολωμένους, να προσπαθούμε να παραμείνουμε όρθιοι, αξιοπρεπώς. Όμως υπάρχει και κάτι πολύ χειρότερο σε όλο αυτό που υπομένουμε μέρα με την ημέρα: σκοτώνει την Ελπίδα μας για το Αύριο!...
Η πρόσφατη δήλωση στην επίσημη ιστοσελίδα των Anathema ήταν (άλλη μια) γροθιά κάτω από τη ζώνη για όσους ζήσαμε την αναπάντεχα γόνιμη μετάλλαξή τους με την κυκλοφορία του λατρεμένου “Alternative 4” το 1998 από την Peaceville. «Αυτή η χρονιά δεν είναι σαν καμία άλλη…» ομολογεί η μπάντα, «…Όλοι μας- συμπεριλαμβανομένων και όλων εσάς- αντιμετωπίσαμε απροσδόκητες προκλήσεις που είχαν αντίκτυπο στην επαγγελματική μα και στην προσωπική μας κατάσταση. Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, τα φετινά γεγονότα δε μας αφήνουν άλλα περιθώρια από το να προβούμε σε μια διακοπή επ’ αόριστον. Είναι πλέον καιρός για τον καθένα μας ατομικά να επιδιώξει άλλο μονοπάτι»...

Από το Χρήστο Κισατζεκιάν

Κατάλαβες φίλε; Ποτέ μη λες Ποτέ. Το ζούμε στο πετσί μας πλέον. Όλοι. Μα όλοι! Άλλοι λιγότερο και άλλοι οριακά. Όταν λοιπόν ένα συγκρότημα σαν τους Anathema σηκώνει τα χέρια ψηλά αναζητώντας άμεση λύση εναλλακτικού βιοπορισμού, εσύ κι εγώ νιώθουμε ακόμη πιο χαμένοι στο Διάστημα. Το αύριο μοιάζει ακόμη πιο τρομακτικό, αφού γίνεται ακόμη πιο… απροσδιόριστο.

Για σένα που σταμάτησες εδώ δίχως να ξέρεις τι και πώς, σημείωσε πως μιλάμε για το συγκρότημα που μετρά τριάντα χρόνια στο κουρμπέτι, χρόνια ανθηρά, δεκατέσσερις δισκογραφικές κυκλοφορίες, δεκάδες παγκόσμιες περιοδείες και δεκαπέντε επισκέψεις στη χώρα μας, για είκοσι εννιά συναυλίες! Γεγονός που θέλει παρακαλώ τούτο το σεξτέτο τρίτο στην κατάταξη για μας, κάτω από τους εναλλακτικούς Puressence και τους συνοδοιπόρους Paradise Lost.

Είδαμε λοιπόν τον Vincent με αφάνα, μετά τον είδαμε σαν άλλον Robert Plant, μετά με καρεδάκι, πλέον κοκκινομάλλη, έως και με σκούφο μάλλινο. Κάποιοι τους αγάπησαν μονομιάς από τα πρώτα, πιο εξτρεμιστικά τους βήματα, κάποιοι από τη Φλοϊδική τους μεταμόρφωση και δώθε. Όμως όλοι μας χαρίζουμε έως και σήμερα αρκετό από το χρόνο μας απολαμβάνοντας ξανά και ξανά τη γλυκόπικρη χαρμολύπη που μας συνεπήρε από το πρώτο κιόλας άκουσμα του κομβικού “Alternative 4”. Τα δημοψηφίσματα στον μουσικό τύπο το ήθελαν στην κορυφή. Διόλου τυχαίο λοιπόν το ότι από τότε και μετά έγιναν μόνιμοι επισκέπτες Αθηνών, Θεσσαλονίκης μα και Χανίων. Στα 00’ς ήταν «η κότα με το χρυσό αυγό» για κάθε διοργανωτή συναυλιών. Ξεκάθαρα.  


Anathema – Ρόδον Club, Αθήνα, Παρασκευή 25 & Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2002

Έτσι λοιπόν παραμένει έως και σήμερα ανεξήγητο το ότι η περιοδεία προώθησης του "Judgement" δεν πέρασε ποτέ από τη χώρα μας και έπρεπε να κυκλοφορήσουν το "A Fine Day To Exit" για να τους δούμε ξανά επί σκηνής. Όμως πήραν το αίμα τους πίσω: από την παρουσιαζόμενη διήμερη συναυλία στο αείμνηστο «Ρόδον» ξεκίνησε ένα σερί που τους ήθελε στα μέρη μας για τέσσερα συναπτά έτη, και κάποια από αυτά να έρχονται μάλιστα δυο φορές, Χειμώνα-Καλοκαίρι!...

Οι δυο Αθηναϊκές βραδιές τον Ιανουάριο του 2002 ήταν sold-out από καιρό. Του λόγου μου μπόρεσα να τους απαθανατίσω μονάχα την πρώτη, την Παρασκευή, αφού το Σάββατο απαθανάτισα τους (ακόμη πιο λατρεμένους μου η αλήθεια είναι) Savatage στο κλειστό γήπεδο του Σπόρτινγκ στον Άγιο Ελευθέριο, όπου κανείς δε γνωρίζει ότι θα ανοίγαμε μάλιστα το show με τους What’s the Buzz? στους οποίους υπήρξα ιδρυτικό μέλος. Όμως άλλο το να παίξουμε αφιλοκερδώς κι ας είχαμε δέκα χρόνια πορεία, και άλλο να μας ζητά η διοργανώτρια εταιρία να πληρώσουμε και το backline. Πλέον έμοιαζε με ανέκδοτο! Πράγμα που δε δεχθήκαμε φυσικά.

Με σεσιονά μπασίστα τούτη τη φορά και τον γνωστό Les “Lecter” Smith από τους Cradle of Filth να αναλαμβάνει τις ατμοσφαιρικότατες πλάτες του υπόβαθρου, οι αδελφοί Cavanagh υπήρξαν αποδέκτες ενός απρόσμενα(;) ειλικρινούς ενθουσιασμού που άγγιζε τα όρια της ανθρωπολατρείας. Beatle-mania style. Όμως μας το έδωσαν πίσω με ευγνωμοσύνη όλο αυτό, ιδρώνοντας τη φανέλα για εκατόν είκοσι λεπτά. Κι αν τα δυο τελευταία (τότε) έργα τους ήταν βουτηγμένα βαθιά στα νοσταλγικά κύματα του delay, ως γόνοι της βαριάς κατάθλιψης που βίωνε ο ταπεινός ηγέτης/συνθέτης John Douglas, το set list υπήρξε απόλυτα ζυγισμένο μεταξύ του «χθες» και του «σήμερα». Μεταξύ του death-doom metal και του art-rock. Μεταξύ των συνοδοιπόρων Paradise Lost και των Pink Floyd που ξεγέννησαν τους Porcupine Tree και τους Radiohead. Αυτό που με έκανε όμως εμένα να χαμογελώ μονάχος κείνη τη βραδιά ήταν πως, σε αντίθεση με τους Lost, με το που άλλαξαν ύφος, χειροκροτήθηκαν θερμά από τους οπαδούς τους και για αυτή τη νέα τους ρότα, κι ας τους ήθελε να απομακρύνονται από το αμιγές Metal.  

Τούτη τη βραδιά η παράσταση ξεκίνησε με μια (απρόσμενα) αργή εκτέλεση του ανθεμικού “Fragile Dreams” που ξένισε/ξίνισε πολλούς. Φάνηκε από τις αυθόρμητες αντιδράσεις μας. Όμως και τις δυο μέρες το επικολυρικό “Comfortably Numb” του Gilmour έδωσε το τελειωτικό χτύπημα σε κάθε ευαίσθητη ψυχή που έδωσε το παρών, ως το απόλυτο encore.

Από τη συζήτηση που είχα με τον φίλτατο συνεργάτη και συνοδοιπόρο Χάρη Καραολίδη (Metal Hammer) που ήταν εκεί και τα δυο βράδια αποχωριζόμενος τους Savatage, το Σάββατο ήθελε το κοινό να πυρπολείται μονομιάς με την κανονική, γρήγορη εκτέλεση του, και γενικώς τους πρωταγωνιστές σε μεγαλύτερα κέφια, να λάμπουν ακόμη περισσότερο για μας που λάμπαμε για αυτούς.

Μια λάμψη που πλέον αποτελεί παρελθόν

Επ’ αόριστον;

Εκατέρωθεν.  

 

 

Photos by Chris Kissadjekian

 





Leave a comment