Monuments on Facebook

ROTTING CHRIST Rituals (Season Of Mist)

Tuesday, 29 March 2016 16:32
Συντάκτης:
Published in Special Guests

Γράφει ο Τάσος Παλαιολόγου

Είναι το “The Rituals” το καλύτερο Rotting Christ άλμπουμ; Ωραία. Πόσοι μείνατε; Πάμε να δούμε αν είναι όντως και γιατί…

Άμεση εντύπωση με την πρώτη ακρόαση. Οι Rotting Christ δεν μοιάζουν με τίποτα και με κανέναν. Μπορεί να μοιάζουν με τους εαυτούς τους, περισσότερα επί τούτου αργότερα, αλλα σιγουρα με κανέναν άλλο, πέρα των προφανών «αρχαίων δασκάλων» τους όπως οι Bathory ή οι Celtic Frost. Δεν το έκαναν ποτέ, ούτε ακόμη είτε από εταιρική πίεση, είτε από καθαρά καλλιτεχνική ανάγκη, επέλεγαν «επίκαιρους παραγωγούς» (βλ. Siggi Bemm/Wadermar Sorychta, Peter Tagtgren, Fredrik Nordstrom). Αλλα ακριβώς αυτό κάνουν και τωρα δουλεύοντας με τον Jens Bogren (Opeth, Katatonia, Amon Amarth, Amorphis, Ihsahn, Borknagar, Devin Townsend, Moonspell, Paradise Lost, Kreator και πάρα μα πάρα πολλά αλλα) με τον οποίο είχαν ήδη συνεργαστεί από το προηγουμενο άλμπουμ τους. Για να είμαστε πιο ακριβείς όμως, ο άνθρωπος, όπως και οι περισσότεροι από τους προαναφερθέντες, έχει αναλάβει μόνο την μίξη και το mastering μιας και η παραγωγή ανήκει στον άνθρωπο με το όραμα, τον Σάκη Τολη. Και ας μείνουμε λίγο στο τεχνικό θέμα γιατί έχει σημασία. Ο κύριος Jens Bogren σε αντίθεση με τους κλασσικούς Σουηδούς ακραίους metal παραγωγούς όπως ο Tomas Skogsberg, ο Dan Swano ή ο Peter Tagtgren δεν βασίζεται στην υπέρ-επεξεργασία, στο συχνοτικό μπούκωμα και μπασάρισμα και στο υπερβολικό κομπρεσάρισμα. Αντίθετα οι μίξεις και τα τελικά master του ακούγονται φυσικά και οργανικά, και αναπνέουν συχνοτικα όπως και δυναμικά. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για μια παραδοσιακά «ζωντανή» μπάντα όπως οι Rotting Christ. Όσοι τους έχουν δει ξέρουν τι ενέργεια εκλύουν στην σκηνή, και όμως αυτή την ενέργεια δεν είχαν καταφέρει να την περάσουν στους δίσκους τους. Αυτή την φορά το έκαναν, δεδομένου βεβαία του από την φύση του ‘αποστειρωμένου’ στουντιακου περιβάλλοντος, και σημαντικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε σε αυτό ο Jens Bogren. Μεγάλο μέρος αυτής την ενεργείας πηγάζει από τον Θέμη Τόλη, drummer που δεν αναλώνεται σε περιττές τεχνικότητες, αλλα αντιθέτως χτυπά τα τύμπανα με την ένταση και την δύναμη που έκαναν οι thrash/death/black metal drummers από τα 80s. Σε αυτόν τον δίσκο ακούγεται όπως πρέπει, είτε στα εμβατηριακά Bathory μέρη, είτε όταν μπαίνει σε «μόντα ατμομηχανής» και παίζει αυτά τα χαρακτηριστικά δικά του blastbeats.

Εντύπωση δεύτερη. Οι Rotting Christ ακούγονται επικοί, τεράστιοι και κινηματογραφικοί χωρίς ορχήστρες, φανφάρες και λοιπά Χολιγουντιανά παρελκόμενα. Ναι υπάρχουν πλάτες από πλήκτρα αλλα παραμένουν μόνο αυτό, πλάτες. Ναι υπάρχουν φωνητικά χορωδιακά μέρη, αλλα είναι χτισμένα με Bathory λογική όχι με εκκλησιαστική ούτε με soundtrack-ική λογική. Η ατμόσφαιρα στους Rotting Christ ηταν πάντα αποτελεσμα των ίδιων των τραγουδιών, της αύρας, του παιξίματος της μπάντας. Αν δεν υπαρχει το σκοτάδι σε πρωτόλεια μορφή όσο και να το ενορχηστρώσεις δεν θα βγει. Και εδώ μπαίνει ο άνθρωπος με το όραμα που λέγαμε πριν. Μέγας riff-ο-μάστορας, εδώ αφήνει τα χαρακτηριστικά κλασσικά μελωδικά heavy metal riffs του στην άκρη. Στην θέση τους συγκοπτομενα σκασίματα και μπουκώματα και ανοιχτά Bathory αρπίσματα που στηρίζουν το όλο τελετουργικό concept του δίσκου. Από την άλλη βεβαία αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Είναι μια προσέγγιση που έχουν υιοθετήσει ήδη οι Rotting Christ από το “Theogonia” και μετά.

Και αυτό μας φέρνει στην τρίτη εντύπωση, και σε κάτι που ήδη έχουμε αναφερθεί. Στην πρώτη ακρόαση έχεις την ίδια εντύπωση που είχες και με το «ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ» αλλά και με το “AEALO”, δηλαδή ότι μετά το “Theogonia” η μπάντα έχει βρει ένα ηχο στον οποίο παταει πάνω και δεν κάνει και πολλά για να τον παραλλάξει η εξελίξει. Και όμως αυτή είναι μια φευγαλέα εντύπωση οι οποία αρχίζει και καταρρέει με επαναλαμβανόμενες ακροάσεις. Σε αντίθεση με τους δυο πρώτους δίσκους αυτής της άτυπης τετραλογίας, και κατά την διάρκεια της οποίας οι Rotting Christ διάγουν μια δεύτερη εμπορική και καλλιτεχνική νιότη, το “Rituals” και ο προηγούμενος του ακούγονται λιγότερο πολεμικά και πολεμοχαρή και περισσότερο σκοτεινά. Επίσης η Ελληνική θεματολογία έχει εγκαταλειφθεί για μια παγκόσμια φολκλόρ θεματική τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά. Μπορώ να σκεφτώ έναν σκασμό pagan/folk/black metal, πείτε τες όπως θέλετε, μπάντες, αλλα και πάλι οι Rotting Christ δεν μοιάζουν σε καμία.

Για να δούμε και ένα μικρό track by track πριν την έξοδο μας:
In Nomine Dei Nostri: Βγάζω το καπέλο σε μια μπάντα που όσο και αν «μεγάλωσε», «ωρίμασε», έγινε «πρεσβευτής» του «Ελληνικού μέταλ» (μην γελιέστε πάντως δεν ήταν πάντα έτσι μιας και ο «μέσος Έλληνας μεταλλάς» τους λοιδορούσε ως «κουλούς» και «βαβουριάρηδες» πριν τους μάθουν οι «ξένοι» για να τους σεβαστεί και αποδεχτεί και αυτός με την σειρά του) αλλα στην διαδρομή δεν ξέχασε πότε τον βασικό της «σπόνσορα», τον Οξαποδώ. Και πάντα απολάμβανα την γενναιότητα του Σάκη να μην αλλάξει ποτέ την φωνητικά και την προφορά του. Έτσι είναι, έτσι τραγουδά. Γκρινιάζει ο «μέσος ‘Έλληνας μεταλλάς»(πάλι) για τον Σάκη, ενώ ο ίδιος έχει προφορά ορεσιβίου γιδοβοσκού, και δεν τον πειράζει ο Max ο Cavalera ή ο Θωμάς ο Angelripper. Οι «ξένοι» βρίσκουν τις προφορές εξωτικές, και θέλει και μεγάλα «καρύδια» που ο δίσκος ξεκινά μόνο με φωνητικά.
Ze Nigmar: Επικό, αργό και ανατολικοπρεπές, ιδανικό για να σε μπάσει βαθύτερα μέσα στην ροη και ατμόσφαιρα του δίσκου, μετά το «δυτικά» τελετουργικό “In Nomine Dei Nostri”.
Elthe Kyrie: Δεν μπορώ καν να φανταστώ πόσο εξωτικό και εξωφρενικό μπορεί να ακούγεται σε κάποιον Ευρωπαίο, Αμερικανό, γενικά «δυτικό», αυτό το τραγούδι. Αν υπάρχει εν κομμάτι που συνδέει το «Rituals” με τους τρεις προηγούμενους δίσκους τότε είναι τούτο. Είχα και έχω ακόμη μεικτά αισθήματα όσο αφόρα το συγκεκριμένο τραγούδι αλλα η αληθεια είναι ότι μου προκαλεί ανατριχίλες.
Les Litanies Du Satan (Le Fleurs Du Mal): Η κοινή ιστορία των Rotting Christ και των Samael πάει πολλά χρόνια πίσω. Πρωτεργάτες του Ευρωπαϊκού black metal και οι δύο από τα τέλη των 80s, δεν ξέρω πόση σημασία μπορεί να έχει η συμμέτοχη του Vorph των δεύτερων για τους νεότερους, όμως μετά το «εξωτικό» και «εξωφρενικό» “Elthe Kyrie” που προηγήθηκε ακολουθει ένα τραγούδι με «δυτική» και «ρομαντική»(εννοώ το καλλιτεχνικό ρεύμα του 19ου αιώνα) ατμόσφαιρα. Γενικά ο δίσκος είναι άψογα δομημένος και αυτό το μπρος-πίσω ταξίδι από «Ελληνικές» και «ανατολικές» «εξωτικές» ατμόσφαιρες σε περισσότερο «δυτικές» είναι κάτι που λειτουργεί ιδανικά.
Apage Satana: Ίσως το ποιο ιδιαιτερο τραγούδι του δίσκου. Θα μπορούσε να βρίσκεται και σε κάποιο δίσκο των Neurosis. Τελετουργικά voodoo τύμπανα και φωνές, ψίθυροι, κραυγές, και σχεδόν καθόλου «μουσική» μέχρι το τέλος. Λειτουργεί άψογα ως ιντερλούδιο και χωρίζει το δίσκο στην μέση.
Tou Thanatou: Το προσωπικό αγαπημένο μου. Εντυπωσιακό απλά, και παράδειγμα του πως μπορείς να διασκευάσεις/προσαρμόσεις κάτι “folk” με ουσιώδη και ουσιαστικό τρόπο, και όχι τουριστικά και επιφανειακά. Ανατριχίλες ράιτ-θρου.
For A Voice Like Thunder: Τι λέγαμε πριν; Μετά από το «εξωτικό» “Tou Thanatou” στροφή σε κάτι περισσότερο «Ευρωπαϊκό», «δυτικό», πείτε το όπως θέλετε. Nick Holmes από Paradise Lost στα φωνητικά και αύρα από σταυροφορίες και τίγκα mid-tempo Bathory. Πόλεμος.
Konx Om Pax: Φόρος τιμής στους Celtic Frost το “The Usurper” riff της αρχής και γιατί όχι. Το Ελληνικό στοιχείο το δίνουν τα φωνητικά πάνω από αργούς Hellhammer ρυθμούς στην αρχή και μετά ξέσπασμα με κλασσική Rotting Christ συνταγή: συγκοπτόμενες κιθάρες πάνω από γρήγορα τύμπανα και ανοιχτό χορωδιακό ρεφραίν.
Devadem: Αργή και σκοτεινή Ινδική τελετουργία για λίγο πριν το τέλος.
The Four Horsemen: Θυμάστε τι λέγαμε για την φωνητικά στην αρχή. Ωραία διασκευή. Προσωπικά μου κάνει και λειτουργεί ιδανικά ως κλείσιμο. Και μια και ο δίσκος είναι ένα ταξίδι μπρος-πίσω από την Δύση στην Ανατολή το συγκεκριμένο λειτουργεί τέλεια ως η ένωση αυτών των δυο και σημειολογικά και ως φόρος τιμής.

Τελικά είναι το “The Ritual” ο καλύτερος δίσκος των Rotting Christ; Είναι σιγουρα ο πιο ώριμος, ολοκληρωμένος, πολυδιάστατος και, να μια λέξη που δεν διαβάζουμε συχνά σε σχέση με αυτή την μπάντα και αδίκως κατά την γνώμη μου, ο πιο «φινετσάτος» τους. Συνάμα είναι ένας δίσκος οικουμενικός όπου το Ελληνικό φολκλόρ στοιχείο συνυπάρχει με αυτό του υπόλοιπου Δυτικού και Ανατολικού κόσμου, από μια μπάντα οι οποία μοιάζει μόνο με τον εαυτό της. Όλα είναι σωστά. Οι συγκυρίες ιδανικές, τα άστρα ευθυγραμμισμένα. Ακόμη και το εξώφυλλο και το layout του CD/LP είναι αισθητικά άρτιο. Ούτε κράνη πολεμιστών, ούτε πολύχρωμα photoshop. Ασπρόμαυρο, σκοτεινό και καλόγουστο. Μετά από σχεδόν τρείς δεκαετίες καριέρας οι Rotting Christ, που ανεκαθεν και δικαίως απολάμβαναν τον underground σεβασμό, τωρα είναι μεγαλύτεροι από ποτέ. Ave Satanas γι’ αυτό.

 

Read 556 times

Leave a comment