Monuments on Facebook

THE JAZZ BUTCHER – "The Wasted Years" (Fire Records - 2017)

Sunday, 24 September 2017 20:14
Published in Αρθρογραφία

Η λιγότερο γνωστή ιστορία, πριν τα χρόνια στην Creation Records.

Στις 20 Οκτωβρίου έρχεται και πάλι στο φως η άτυπη πρώτη φάση της πορείας του συγκροτήματος από την Οξφόρδη, που εσωκλείεται σε ένα όμορφο cd box με τα τέσσερα επιμέρους cds που κυκλοφόρησαν από την εταιρεία Glass Records. Αυτά είναι τα “Bath of Bacon” (1983), “A Scandal in Bohemia” (1984), “Sex And Travel” (1985) και “Distressed Gentlefolk” (1986), με τα σαρανταένα συνολικά τραγούδια τους, που μας έρχονται ως remastered από τον Brian Pyle με ένθετο βιβλιαράκι γεμάτο πληροφορίες και φωτογραφίες.

Ό,τι ακολούθησε τα άλμπουμ αυτά, αρχής γενομένης από το “Fishcotheque” και τελειώνοντας με το “Illuminate”, προφανώς τα γνωρίζετε καλά, δεδομένης της ευρύτερης χρυσής εποχής της Creation Records, που είχε φιλοξενήσει τα οκτώ άλμπουμ τους, που κυκλοφόρησαν από το 1988 μέχρι και το 1995. Φαντάζομαι πως ακόμα λιγότερο θα είχατε επαφή με το “Rotten Soul” της Vinyl Japan και ίσως με το όμορφο “Last of the Gentleman Adventures”, που επανακυκλοφόρησε πέρυσι από τη Fire Records.

 

Εδώ, λοιπόν, έχουμε την ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε ή να μάθουμε τα πρώτα βήματα της παρέας του Pat Fish, δηλαδή των The Jazz Butcher, που κάποτε ονομάζονταν The Jazz Butcher Conspiracy και The Jazz Butcher And His Sikkorskis From Hell. Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’80 όταν ο πολυπράγμων Dave Barker, ιδιοκτήτης της εταιρείας Glass Records, αναζητούσε ελπιδοφόρα ονόματα για να υπογράψουν μαζί του, ανακαλύπτοντας, μεταξύ άλλων, τους Teenage Fanclub, Spacemen 3, The Pastels και τους περί ων ο λόγος The Jazz Butcher.

Ειδικότερα δε στην περίπτωση των The Jazz Butcher, που μας απασχολεί εδώ, τα πράγματα ήταν πιο αντισυμβατικά και μη προκαθορισμένα. Εντάξει, μπορείτε άφοβα να χαρακτηρίσετε τη μουσική τους ως indie pop και rock, αλλά μη ξεχνάτε, ιδίως όσοι δεν έχετε ακούσει τους υπό παρουσίαση δίσκους, ότι εδώ γίνεται λόγος για τις απαρχές του υπό διαμόρφωση ήχου τους, που φλέρταρε με χίλια δυο είδη από το rockabilly και το classic rock μέχρι το post punk, την country και τη jazz. Κι αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο για μια περσόνα όπως του Fish, ο οποίος δεν είναι μόνο χιουμορίστας και ποιητής, αλλά κυρίως ένας ευρηματικός τραγουδοποιός. Στα διάφορα εναλλασσόμενα κατά καιρούς μέλη, πλην του πολύ καλού κιθαρίστα Max Eider, συναντάμε μουσικούς που έπαιξαν στους Bauhaus, τους (παλιούς αγαπημένους) The Woodentops και τους The Blue Aeroplanes.

Αν ασχοληθούμε με τους στίχους τους, θα έρθουμε αντιμέτωποι με μια ευφάνταστη και συχνά σουρεαλιστική πραγματικότητα, με κάτι σαν «Ο Pat στη Χώρα των Θαυμάτων». Η θεματολογία του, περιλαμβάνει πρωθυπουργούς που δεν αξίζουν να είναι ζωντανοί, νεκρούς αστέρες του κινηματογράφου που επιστρέφουν στη ζωή, φαντάσματα, κορίτσια που φεύγουν και δεν ξαναγυρίζουν, κορίτσια που έχουν χρυσόψαρα, εξορκισμούς pin-up κοριτσιών και πολλά άλλες «κοινοτυπίες».

Παίρνοντας τα πράγματα με χρονολογική σειρά, πέρα από τα παραπάνω γενικώς ισχύοντα, μπορούμε να πούμε τα εξής για κάθε δίσκο ξεχωριστά:

 

“In Bath of Bacon”

Αφήνοντας τους ίδιους να χαρακτηρίσουν το ντεμπούτο τους, δε μπορούμε να μη χαμογελάσουμε διαβάζοντας στο site τους ότι αυτό είναι «το ηχητικό αποτέλεσμα μερικών φίλων, που δεν εννοούσαν να καταλάβουν ότι έπρεπε να φτιάξουν ένα άλμπουμ»! Προσέξτε, όμως: το λέμε και τώρα και θα το ξαναπούμε και παρακάτω (η προ-οικονομία στο μεγαλείο της…): στην περίπτωση των The Jazz Butcher, λαμβανομένου υπόψη και του ανατρεπτικού χιούμορ τους, το προφανές δεν είναι πάντα το σωστό. Συνεπώς, ναι μεν θα ήταν ανώριμο να περιμένετε ένα concept άλμπουμ, αλλά απολύτως ορθό να φανταστείτε ένα δίσκο με «ετερόκλητα» πολύμορφα τραγούδια, τα οποία, λόγω της ικανότητας των δημιουργών τους, συνυπάρχουν αβίαστα. Αυτό το τελευταίο όμως, δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο του “Bath of Bacon”, αλλά όλων τους των δίσκων.
Βέβαια, όπως είναι αναμενόμενο σχεδόν σε κάθε ντεμπούτο, έτσι κι εδώ ο ήχος είναι πιο «πειραματικός». Η μπάντα «ψάχνεται» για να εκφραστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στο μυαλό της ήταν πάντα οι μουσικές του Wes Montgomery, μόνο που η δική του jazz έπρεπε να βγει πολύ πιο pop, για να είναι προσαρμοσμένη στα δεδομένα της δεκαετίας του ’80. Πραγματικά, δεν είναι δυνατό να πιστέψεις ότι με 300 μόνο λίρες προέκυψαν τραγούδια όπως το “Party Time”, το “Poisoned by Food”, το εξαιρετικό “Zombie Love” που φανέρωσε ίσως για πρώτη φορά την αγάπη τους για τους Talking Heads και το “Girls who Keep Goldfish” που δόξασε τα 80’ς παίρνοντας μέρος της έμπνευσής του από το Canterbury των 70’s.

 

“A Scandal in Bohemia”

Είναι μάλλον αυτονόητο ότι οι The Jazz Butcher στο δεύτερο δίσκο τους θα ακούγονταν πιο σφιχτοδεμένοι. Δεν είναι όμως αυτό το πιο σημαντικό, αλλά το ότι έφτιαξαν ένα πολύ καλό άλμπουμ. Το “A Scandal in Bohemia” βρήκε τη μπάντα να έχει στη σύνθεσή της δύο πρώην μέλη των θρυλικών Bauhaus, τους David J και Kevin Haskins, οι οποίοι αποφάσισαν πρόσκαιρα να εγκαταλείψουν τα σκοτεινά κάστρα και να βγουν στο φως, χωρίς να φοβούνται πως το δέρμα τους θα λιώσει! Και, πράγματι, ο δίσκος αποπνέει μια πολύ ευχάριστη αίσθηση, εκείνη την αύρα της απλής αλλά σοφιστικέ pop των 80’s, που πολύ συχνά την έκανε ισότιμη της rock. Θυμηθείτε πως τότε ήταν η (μόνη) εποχή που τα όρια μεταξύ των δύο μουσικών ειδών ήταν περισσότερο παρά ποτέ μουσειακά.
Το εισαγωγικό “Southern Mark Smith (Big Return)”, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια τους, με φρέσκια folk-pop και αυτοπεποίθηση δυσανάλογη με την ιστορία της μπάντας. Το δε “Real Men”, χλευάζει τα macho πρότυπα, αλλά με πολύ όμορφο στυλ και έξυπνα δάνεια από τους The Cure και τους Talking Heads. Πολύ αγαπημένο επίσης είναι και το σαρκαστικό “Caroline Wheeler’s Birthday Present”, που παντρεύει το post punk με το hard rock και έχει για κουμπάρους τους Bob Dylan και Alice Cooper. Οι καλές στιγμές συνεχίζονται με το neo-rockabilly "I Need Meat", το "Girlfriend", αλλά και τα πιο ήπια διαμαντάκια "Marnie" και "Just like Betty Page".

 

“Sex and Travel”

Κάποιοι χαρακτήρισαν τον τρίτο τους δίσκο ως concept, αλλά προσωπικά δεν θα το αποτολμούσα. Μάλιστα, θα έλεγα πως δε διαφέρει σημαντικά από τον προηγούμενο, με το post punk να αποτελεί για άλλη μια φορά τη βάση του ηχητικό κολάζ τους. Ο David J συνεχίζει κι εδώ να είναι μέλος της μπάντας και μάλιστα συνυπογράφει το πιο σκοτεινό τραγούδι της, το "Walk With the Devil", που περιέργως δε θυμίζει τόσο τους Bauhaus, όσο τους Triffids. Ο Pat Fish είναι για άλλη μια φορά σε μεγάλα κέφια, προκαλώντας τον ακροατή στα διαφορετικά ηχητικά του τοπία, όπως εκείνο του “Big Saturday”, που σίγουρα θα επηρέασε τον Alan McGee για να τους δεχτεί στην Creation Records. Ο λόγος είναι πως ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του ήχου της, αποτελώντας ένα κατά βάση χαρούμενο pop τραγούδι, με πολύ όμορφη κιθάρα, που ευωδίαζε «ανεξαρτησία»! Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πανέμορφο στην απλότητά του “Red Pets”, όπως και το “Only a Rumour”, με το υπέροχο κιθαριστικό σόλο. Αυτό το τελευταίο, μάλιστα, είναι ένα από τα πιο αγαπημένα του Fish, που έχει δηλώσει πως ακόμα τον ανατριχιάζει. Η σοβαρότερη αίσθηση που αποπνέει ο δίσκος, σε σχέση με το παρεϊστικο κλίμα του ντεμπούτου, οφείλεται ως ένα βαθμό στο mixing John A. Rivers και στον ελαφρώς πιο ατμοσφαιρικό του προσανατολισμό.

 

“Distressed Gentlefolk”

Στο τέταρτο άλμπουμ των The Jazz Butcher κυριαρχούν οι soft rock μπαλάντες, έκδηλη jazzy διάθεση, αλλά και διακριτικές αναφορές στη folk. Διαβάζοντας, μάλιστα, στις ευχαριστίες τη μπάντα των Spacemen 3, μπορούμε εύκολα να αιτιολογήσουμε το ταξιδιάρικο κλίμα που επικρατεί. Ο δίσκος αυτός χαρακτηρίστηκε από τον Alan McGee και μικρή μερίδα του Ευρωπαϊκού και Αμερικανικού μουσικού τύπου ως κλασικός, αλλά άλλοι δε συμφώνησαν με το χαρακτηρισμό αυτό. Την εποχή των ηχογραφήσεων, ο κορμός της μπάντας, δηλαδή οι Pat Fish, Max Eider και Mr O.P. Jones κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, με αποτέλεσμα ο μπασίστας Felix Ray να περνά δύσκολες ώρες μέχρι να συντονιστεί μαζί τους. Για το λόγο αυτό στα τραγούδια “Buffalo Shame”, που ακούγεται σαν ψυχεδελική western pop και “South America” (που κυκλοφόρησε μόνο στην ψηφιακή εκδοχή του άλμπουμ) έπαιξε μπάσο ο Fish. Ξεχωρίζουν το πολύ καλό και ταξιδιάρικο “Angels”, το jazzy “The New World” και το alt country “Falling in Love”. Επίσης, το “Still in the Kitchen”, που θυμίζει τους House of Love και το “Who Loves you Now”, που έχει κάτι από την ελιτίστικη 60’s jazzy pop.

Οι The Jazz Butcher έδωσαν στην κυκλοφορία τους αυτή τον τίτλο “The Wasted Years”. Τι λέγαμε όμως παραπάνω; Μην πλανηθείτε και θεωρήσετε ότι εννοούν πως με τους τέσσερις δίσκους αυτούς έχασαν τον καιρό τους. Αυτό που θέλουν στην πραγματικότητα να πουν είναι πως πήγαν «χαμένοι», ενώ τους άξιζε πολύ καλύτερη τύχη.

Read 103 times

Leave a comment