JULIE LONDON - "Μια classy diva τραγουδά μόνο για σένα"

Thursday, 18 June 2020 18:11
Published in Αρθρογραφία

Μας νοιάζει η τραγουδίστρια να είναι όμορφη;

Τι με κοιτάτε; Κάτι σας ρώτησα. «Μας νοιάζει η τραγουδίστρια να είναι όμορφη;» Τι απαντάτε; Εϊ, για μια στιγμή… Κάθε επάγγελμα έχει κάποια ασυμβίβαστα. Ας πούμε, δε μπορεί να υπάρξει κουλός πιανίστας, κουφός σερβιτόρος ή εκφωνητής που έχει ατέλειες στην άρθρωση (αν και πρόσφατα, έχω την πεποίθηση πως όσοι έχουν κάνει ορθοφωνία κόβονται από την πρώτη συνέντευξη…). Συνεπώς, μπορεί (και παραμπορεί) να υπάρξει άσχημος τραγουδιστής. Άρα, δε μας νοιάζει η τραγουδίστρια να είναι όμορφη. Έτσι δεν είναι; Όχι; Ουφ…

Απολαμβάνει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Για πάμε πάλι, μπας και… «Μας νοιάζει η τραγουδίστρια να είναι όμορφη;». Πώς είπατε; «Γιατί να μας χαλάει, αν είναι;» Σηκώνω ψηλά τα χέρια και το δέχομαι. Πρέπει να συνεχίσω να γράφω, βλέπετε…
Επανέρχομαι, όμως, ξεκαθαρίζοντας πέρα από κάθε υποκειμενικότητα στα περί ομορφιάς, ότι η Julie London ήταν μια όμορφη ηθοποιός και τραγουδίστρια, αλλά… αυτό, προσωπικά, δε με απασχολεί καθόλου. Για να είμαι όμως απόλυτα ακριβής, είμαι θαυμαστής της πανέμορφης φωνής της.
Τώρα που έκανα περήφανη κάθε πολέμια του σεξισμού και δέχτηκα τη χλεύη των καθαρόαιμων αρσενικών - αρπακτικών, μπορώ να συνεχίσω, γράφοντας για αυτό που πραγματικά διατηρεί τη Julie London στην γυναικεία κορυφή των cool jazz προτιμήσεών μου.

Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία

Λοιπόν, όχι, δεν τη γνώρισα από την τηλεοπτική σειρά Emergency!, που παιζόταν και στην Ελληνική τηλεόραση. Κάτι τέτοιο στην περίπτωσή μου δε θα ήταν καν δυνατό, αφού ειλικρινά απορώ, προσπερνώντας ενδεχόμενο καρφί για τις ταινίες τρόμου, πώς υπάρχουν κάποιοι που αρέσκονται να βλέπουν θανατικά και προβλήματα υγείας στον ελεύθερο χρόνο τους. Οπότε, τι μας μένει; Το τραγούδι.
Άκουσα για πρώτη φορά τη φωνή της στο σπίτι του Μ.Τ., αμέσως μετά από τον πονοκέφαλο που μας είχε προκαλέσει ένα 12’’ των Princess Tinymeat. Θυμάμαι πως είπε: “I’m in the mood for love, simply because you’re near me…” . Αφού στράφηκα ελαφρά αμήχανος προς το πικάπ, την ευχαρίστησα για τα κολακευτικά της λόγια. Στην ερώτηση μου ποιο είναι το ονοματάκι της, αυτή δε μίλησε, αλλά μου απάντησε ο τίτλος του ντεμπούτου της, που πήρα αμέσως στα χέρια μου: “Julie is her Name”. “Pleased to meet you, Julie. I’m Takis”. Γύρισα αμέσως στο οπισθόφυλλο και είδα ότι τραγουδά George Gershwin, Jimmy Dorsey, Paul Weston, Cole Porter, Irving Berlin και διάφορους άλλους. Έκανα να τρέξω για το δισκάδικο, αλλά θυμήθηκα ότι ήταν Σαββατόβραδο και έπρεπε να περιμένω μέχρι τη Δευτέρα. Ζήτησα δειλά να ξανακούσουμε το δίσκο, αλλά οι C Cat Trance είχαν πάρει αδιαπραγμάτευτα θέση στο πλατό. Πού τα θυμάμαι όλα αυτά; Κωδική φράση: «πρώτο ραντεβού».

Julie, θέλεις να μου πεις κάτι για σένα;

Εντάξει, δε μου τα είπε αυτή, αλλά βρήκα άκρες και πήρα τις πληροφορίες μου. Μαντεύετε γιατί; Δε νομίζω.. Λοιπόν, η Julie ήταν… εσωστρεφής και για κάμποσα χρόνια ντροπαλή! Ναι, αυτή. Δεν της άρεσε οποιαδήποτε πέρα από την αναγκαία προβολή και καθόλου, μα καθόλου, οι συνεντεύξεις. Ομολογουμένως, δύσκολο να το πιστέψει αυτό κανείς. Κι όμως αληθινό.

Η Julie London γεννήθηκε ως Julie Peck στη Santa Rosa της California στις 26 Σεπτεμβρίου του 1926. Ήταν το μοναχοπαίδι του Jack Peck και της Rosalie Taylor, οι οποίοι χόρευαν και τραγουδούσαν σε βαριετέ και είχαν ραδιοφωνι8κή εκπομπή στο San Bernardino, όπου η οικογένεια μετακόμισε όταν η Julie ήταν τριών ετών. Αν πω ότι η μητέρα της θαύμαζε την παμμέγιστη Billie Holiday, μάλλον αυτό είναι αρκετό για να εξηγήσει ό,τι συνέβη αργότερα στη Julie. Κάποια χρόνια αργότερα, θα εκφράσει και η ίδια την αγάπη της γι’ αυτήν, όπως και την προτίμησή της στις Roberta Flack και Barbra Streisand. Ευτυχώς όμως δεν επηρεάστηκε και πολύ από αυτές τις δύο ομολογουμένως καλές ερμηνεύτριες…

Η καλή μέρα φαινόταν από το πρωί, όταν πλέον η κάτοικος Hollywood Julie τραγουδούσε ήδη σε nightclubs του Los Angeles, μέχρι την αποφοίτησή της από το Hollywood Professional School το 1945. Η τύχη όμως δεν της χαμογέλασε όταν κρατούσε το μικρόφωνο, αλλά όταν πατούσε τα κουμπιά, εργαζόμενη ως χειρίστρια ασανσέρ στο πολυόροφο κατάστημα γυναικείων ρούχων Roos Bros. Εκεί την εντόπισε η ατζέντης Sue Carol, η οποία εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της και υπέγραψε συμβόλαιο μαζί της. Αφού έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό Esquire, παράτησε όχι μόνο τη δουλειά στο ασανσέρ, αλλά και την άλλη της υπαλλήλου σε κατάστημα ανδρικών ρούχων, για να ασχοληθεί με κάτι άλλο, που σίγουρα ήταν καλύτερη.

Μικρή - μικρή παντρεύτηκε το 1947 τον ηθοποιό και παραγωγό Jack Webb, με τον οποίο σχετίστηκε λόγω της κοινής τους λατρείας για τη jazz. Αφού όμως απέκτησαν δύο κόρες, χώρισαν επτά χρόνια αργότερα. Το 1959 παντρεύτηκε το jazz συνθέτη και μουσικό Bobby Troup, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη και δίδυμα αγόρια. Ήταν αρειμάνια καπνίστρια από τα δεκαέξι της χρόνια, ξεπερνώντας συχνά τα τρία πακέτα ημερησίως (κυριολεκτικά smokie voice) με αποτέλεσμα να υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο το 1995 και, τελικά, να πεθάνει από ανακοπή στις 19 Οκτωβρίου του 2000.

Κάτι μου θυμίζεις, βρε κορίτσι μου…

Μη σπας το κεφάλι σου, είναι από το σινεμά. Η πρώτη της ενασχόληση ήταν ο κινηματογράφος. Πήρε μέρος σε είκοσι τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους, αρχής γενομένης από το 1944 στο “Nabonga”, όπου πρωτοεμφανίζεται ως Julie London. Μάλιστα έπαιξε και σε αρκετά γουέστερν, όπως στο “The Fat Man” με τον Rock Hudson, στο “Saddle the Wind” (χμ, λέτε από εκεί να το «έκλεψε» ο Elton…) με τους Robert Taylor και John Cassavetes και στο “The Wonderful Country” με τον Robert Mitchum. Υπέγραψε συμβόλαιο με τη Warner Bros. Pictures, όπως και με τη Universal Pictures, αλλά υπαναχώρησε από το τελευταίο, ύστερα από απαίτηση του συζύγου της Jack Webb.

Επίσης έπαιξε στο μιούζικαλ της Jayne Mansfield “The Girl Can't Help It”, ενώ μετά το διαζύγιό της, υπέγραψε στην Century Fox, συνεχίζοντας την καριέρα της ως ηθοποιού, λαμβάνοντας μέρος και σε πολλές τηλεοπτικές σειρές. Κυριότερη ήταν το Emergency! (1972–1979), όπου υποδυόταν την προϊσταμένη Dixie McCall, στο πλευρό του τότε συζύγου της Bobby Troup, δηλαδή του γιατρού Dr. Joe Early. Παραγωγός της σειράς ήταν ο πρώην σύζυγός της Jack Webb. Με άλλα λόγια, ήταν όλοι τους μια μεγάλη ευτυχισμένη οικογένεια.

Κάπου σε έχω ξανακούσει…

Πώς να μη με έχεις, θα σου απαντούσε, με τριάντα δύο μεγάλης διάρκειας δίσκους; Και τι δίσκους… Με καταπληκτικά εξώφυλλα - ορισμούς του στυλ, κανα - δυο από τα οποία θα «χτυπούσαν» το αντι-σεξόμετρο, που υπονοήσαμε παραπάνω. Τα χρώματά τους είναι υπέροχα, όπως και αρκετές πόζες και γενικά διακρίνονται ως απόλυτα στιλάτα. Για παράδειγμα, δείτε αυτά στα άλμπουμ “Julie”, “Swing Me an Old Song”, “Around Midnight”, “Calendar Girl” και “Yummy, Yummy, Yummy”.
Ελάτε, τώρα. Αρκετά! Τι είπαμε πως μας ενδιαφέρει; Η φωνή της (αλήθεια, λέω, με πιστεύει κανείς εκεί έξω;). Πάμε πάλι πιο σωστά: η φωνή της, που ερμηνεύει τόσες εξαιρετικές jazz συνθέσεις. Εντάξει, τραγούδησε και pop, αλλά της το συγχωρούμε. Το “Liberty Girl”, όπως ονομάστηκε από τη νεοσύστατη δισκογραφική εταιρεία Liberty Records, ηχογράφησε δίσκους από το 1955 μέχρι το 1969, αρχής γενομένης από το ντεμπούτο “Julie Is Her Name”, με το οποίο γνωριστήκαμε και οι δυο μας αρκετά χρόνια αργότερα. Δημιούργησε άμεσα αίσθηση και το τότε κραταιό Billboard την κατέταξε πρώτη στην κατηγορία της πιο δημοφιλούς τραγουδίστριας για τα έτη 1955, 1956 και 1957.

Η Julie τραγουδούσε με μοναδικά εκφραστικό τρόπο αρκετά jazz στάνταρντς, αλλά εκτοξεύθηκε στο πρώτο της κιόλας βήμα με το θρυλικό πέρα-από-το-μύθο "Cry Me a River", που είχε γράψει ο συμμαθητής της Arthur Hamilton. Ειλικρινά, ακόμα και μόνος ο στίχος “Told me love was too plebeian” σε ένα ερωτικό τραγούδι, θα έφτανε για να το τερματίσει…
Τραγούδησε για ευνόητους λόγους και το "Marlboro Song" στη σχετική τηλεοπτική διαφήμιση, αλλά για γνωριμία επιτρέψτε μου να σας προτείνω, εκτός από ολόκληρο το ντεμπούτο της, τα εξής τραγούδια: “Black Coffee”, “Come on-a My House”, “I Loves You Porgy”, “Our Day Will Come”, “A Taste of Honey”, “My Heart Belongs to Daddy”, “Must Be Catchin’”, “Blue Moon” και, τέλος, το “Never on Sunday” ξέρετε-εσείς-γιατί. Κι αν σκέφτεστε: «Α, τα ξέρω αυτά», μη βιάζεστε. Ακριβώς επειδή τα ξέρετε, τα πρότεινα. Για να δείτε ότι έτσι, δεν τα ξέρετε καθόλου.

Σα να τραγουδάς καλά εσύ…

Η ίδια είχε δηλώσει πως η φωνή της είναι σιγανή και γι’ αυτό το λόγο τραγουδά κοντά στο μικρόφωνο, αλλά επειδή είναι βαθιά, καταλήγει να ακούγεται ζεστή και οικεία. Τα είπε καλά, δε νομίζετε; Μπα, ανέκαθεν ήταν μετριόφρων. Η βαθιά, καπνισμένη και ποτισμένη στο αλκοόλ φωνή της ακούγεται απόλυτα αισθησιακή, με την καλή έννοια βεβαίως - βεβαίως.
Ευτυχώς, ανέπτυξε την ιδιάζουσα χροιά της όσο περισσότερο γινόταν, παρατώντας σύντομα το band singing και ιδρύοντας πανεπιστημιακή έδρα ως torch singer. Ο όρος βγαίνει από τη φράση "to carry a torch for someone", δηλαδή, το δικό μας «κρατάω το φανάρι». Το torch singer υποδηλώνει τραγουδίστρια ερωτικών τραγουδιών, που αφορούν κυρίως ανεκπλήρωτους έρωτες. Προσέξτε όμως: μην το μπλέξετε με την όλη δική μας καψουρο-γκρίνια. Όχι, εδώ δεν αναγουλιάζεις από τη μιζέρια και την κλάψα, ούτε ακούς για το πως θα εκδικηθεί η κάθε «παρατημένη» τον αχάριστο με τον οποίο έμπλεξε. Παρακαλώ… Εδώ μιλάμε για καθαρά αισθηματικούς στίχους, που συχνά «χάνονται» στην ποιότητα της φωνής της Julie, σε σημείο που να μη σε νοιάζει ή να μην ακούς καν (εδώ βάλτε με μέσα) τι λέει. Με τέτοια ερμηνεία, δεν έχει καμία απολύτως σημασία τι τραγουδά, αλλά μονάχα το πώς.

Μιλώντας επιστημονικότερα, κάνουμε λόγο για μια καθαρόαιμη contralto φωνή, που κάποιοι μπορεί να την ακούν ως ηδονική και κάποιοι άλλοι ως απαλή και εκφραστική. Τις περισσότερες φορές τα φωνητικά της είναι το απολύτως κυρίαρχο μουσικό όργανο, με το μπάσο και την κιθάρα να ακολουθούν διακριτικά, έχοντας σαφή συμπληρωματικό ρόλο. Νομίζω όμως πως το καλύτερο για τη φωνή της έχει ακουστεί στο αντίστοιχο επεισόδιο της σειράς BBC Legends: «Μερικοί τραγουδούν σα να απευθύνονται σε πλήθος ακροατών, άλλοι σα να είναι σε ένα μπαρ γεμάτο κόσμο, ενώ αυτή σα να βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο με σένα». Respect, my British friends. Τώρα, πια γνωρίζετε ποια ήταν η ειδοποιός διαφορά της από τις επίσης λατρεμένες Peggy Lee, Sarah Vaughan, Bessie Smith και Rosemary Clooney. Όχι, δεν ξέχασα τη Billie Holiday, απλά αυτή ήταν εξ ορισμού εκτός συναγωνισμού. Πώς το λέγανε; “Nobody does it better”; Ακριβώς…

Δε σε ξεχνάμε, με τίποτα

Μπορεί η Julie να τραγούδησε το "Cry Me a River" στο φιλμ “The Girl Can't Help It” (1956), αλλά να ‘σου το και πάλι στα “Passion of Mind” (2000) και “V for Vendetta” (2006). Η διασκευή της στο "Yummy Yummy Yummy" των Ohio Express ακούστηκε στη σειρά του HBO “Six Feet Under” και το "Must Be Catchin'" στο πρώτο επεισόδιο της σειράς του ABC “Pan Am”. Θα μπορούσα να αναφέρω ακόμα πολλά άλλα, αλλά επιλέγω ως επίλογο κάτι άγνωστο, αλλά πολύ πιο χαρακτηριστικό.

Τη μέρα της γνωριμίας μου με την Ιουλία, στο δωμάτιο μαζί με μένα και τον Μ.Τ. υπήρχε και ένας ακόμα, ο Α.Π. Απ’ ό,τι φάνηκε, δεν ήμουν μόνο εγώ που χάρηκα εκείνο το βράδυ για τη γνωριμία μαζί της. Προφανώς, ενθουσιάστηκε και ο Α.Π. και μάλιστα τόσο, που όταν φορούσε το χακί (ή, ακριβέστερα, το ραφ) για πολύ καιρό κάθε Σάββατο (κάθε Σάββατο) κατέβαινε στο Jazz Rock στην Ακαδημίας και αγόραζε ένα εισαγόμενο άλμπουμ της, το οποίο είχε προπαραγγείλει και άκουγε συνεχώς, μέχρι να αγοράσει το επόμενο. Απ’ ό,τι φαίνεται, εκείνος ένιωθε «υποχρεωμένος», ύστερα από τόσες φορές που η Julie είχε τραγουδήσει μονάχα γι’ αυτόν στο ίδιο δωμάτιο.

Read 142 times

Leave a comment