TRAPEZE “Trapeze”, “Medusa”, “You Are the Music… We’re Just the Band” (Cherry Red Records - 2020)

Thursday, 06 August 2020 11:53
Published in Αρθρογραφία

Ο John Bonham δήλωνε θερμός supporter των Trapeze και, όποτε του δινόταν η ευκαιρία, ανέβαινε στη σκηνή μαζί τους για το encore. Λοιπόν, τι λέτε; Κάτι δε θα ήξερε;

Από τον Τάκη Κρεμμυδιώτη

Στις 18 Σεπτεμβρίου πρόκειται να κυκλοφορήσουν, όσο πιο expanded γίνεται, οι τρεις πρώτοι δίσκοι της εξαιρετικής μπάντας του Glenn Hughes, που, δυστυχώς, δε γνώρισε δημοτικότητα ανάλογη της ποιότητάς της. Αν τους έχετε ήδη ακούσει, γνωρίζετε πολύ καλά για τι μιλάμε. Αν όχι, δυναμώστε παρακαλώ την ένταση και ετοιμαστείτε για μια υπέροχη έκπληξη.

Η μπάντα σχηματίστηκε στα Midlands το 1969 από δύο πρώην μέλη των The Montanas, τον τραγουδιστή και τρομπετίστα John Jones και τον κιμπορντίστα και φλαουτίστα Terry Rowley (Mountain Kings), καθώς και από τρία πρώην μέλη των Finders Keepers, το μπασίστα, τραγουδιστή και πιανίστα Glenn Hughes (Deep Purple), τον τραγουδιστή και κιθαρίστα Mel Galley (Whitesnake) και τον ντράμερ Dave Holland (Judas Priest). Σχεδόν αμέσως με το ξεκίνημά τους έγιναν αντιληπτοί από τους The Moody Blues, με αποτέλεσμα να κυκλοφορήσουν στη δική τους εταιρεία Threshold Records τα τρία πρώτα τους άλμπουμ, που παρουσιάζονται παρακάτω. Το όνομα της μπάντας, που ήταν ιδέα του Rowley, αρχικά ήταν Trapezium και γρήγορα μετέπεσε σε Trapeze.

“Trapeze”

Το φερώνυμο ντεμπούτο τους  κυκλοφόρησε το Μάιο του 1970 σε παραγωγή του John Lodge των fellow Midlanders (ναι, τα τοπικιστικά δεν είναι μονάχα Ελληνική «πληγή») The Moody Blues και είχε ως μοναδικό προπομπό το single “Send Me No More Letters”. Αν και οι Trapeze ήταν μια κατά βάση hard rock και soul funky μπάντα, το άλμπουμ έφερε τη σφραγίδα της μουσικής του παραγωγού του, κυρίως με psychedelic και δευτερευόντως με progressive rock χαρακτήρα. Κι αν σας έκανε εντύπωση το πόσο γρήγορα βρέθηκαν στο προσκήνιο τρεις μόλις μήνες μετά το ξεκίνημά τους, η απάντηση κρύβεται στο όνομα Colour Me Pop, δηλαδή στο τριαντάλεπτο σετ της 5ης Ιουλίου 1969 που παρουσιάστηκε στη μουσική αυτή εκπομπή του BBC2 από τη συναυλία τους στο Club Lafayette του Wolverhampton, που πριν τους Trapeze είχε φιλοξενήσει τους Manfred Mann, Small Faces, The Nice και The Move.

Μέγιστη επιρροή στο ντεμπούτο τους αποτελούν οι The Beatles και δευτερεύουσα οι Yes, ενώ ξεχωρίζουν και οι φωνητικές αρμονίες που είχαν καταφθάσει από τα Αμερικανικά παράλια, δεδομένου ότι μπορούσαν να τραγουδήσουν όλοι εκτός του Dave. Οι ηχητικές τους συντεταγμένες αυτές αφέθηκαν στα χέρια του καλοσυνάτου Lodge, ο οποίος επίσης ντεμπουτάριζε ως παραγωγός και είχε κάποιες διακριτικές ιδέες, που προσάρμοσε στα δεδομένα της μπάντας, αφού την άκουσε στις πρόβες. Οι ηχογραφήσεις έγιναν στα στούντιο Morgan και Decca του Λονδίνου με πολύ κέφι και γι’ αυτό δεν κράτησαν περισσότερο από δύο εβδομάδες. Το εξώφυλλο του δίσκου ανήκει σε έκθεμα του μουσείου Victoria & Albert, όπου είναι γραμμένος ο τίτλος του ποιήματος “Time Is” του Henry Van Dyke, που έγινε τραγούδι από τους It’s A Beautiful Day λίγο μετά την κυκλοφορία του “Trapeze”. Το άλμπουμ σίγουρα θα μπορούσε να είχε μεγαλύτερες πωλήσεις, αλλά η μπάντα δεν απογοητεύτηκε, απολαμβάνοντας την αρμονική μουσική συνύπαρξή της. Ακολούθησαν αρκετές συναυλίες, με εξέχουσα αυτήν στο Royal Albert Hall, όπου έπαιξαν πριν τους Moody Blues. Είπαμε, κανείς τόσο φίλος, όσο ένα πατριωτάκι!

Η remastered και expanded επανακυκλοφορία του δίσκου είναι διπλή. Περιλαμβάνει τις UK, US single versions και δύο εναλλακτικές του “Send Me No More Letters”, τέσσερα ακυκλοφόρητα demos, τρία BBC session tracks και τρία live session tracks διασκευών από τη συναυλία στο Lafayette: το “ Magic Carpet Ride” των Steppenwolf, το “Meet on the Ledge” των Fairport Convention, που έγραψε ο Richard Thompson και το “Open My Eyes” των Nazz, που έγραψε ο Todd Rundgren. Επίσης, συνοδεύεται από βιβλιαράκι με φωτογραφίες και συνεντεύξεις των Glenn Hughes και John Jones.

“Medusa”

Κι ύστερα έγινε κάτι απρόσμενο: οι Jones και Rowley έφυγαν από τους Trapeze. Ο κύριος λόγος ήταν απλός και αφορούσε αποκλειστικά τη νέα κατεύθυνση που έπαιρνε ο ήχος της μπάντας. Ο δευτερεύων είχε να κάνει με το ότι το πρώην συγκρότημά τους, οι The Montanas, τους ζήτησαν να επιστρέψουν και να ασχοληθούν αποκλειστικά μαζί τους. Κι έτσι οι Trapeze από κουιντέτο έγιναν τρίο και, όπως αποδείχτηκε, πολύ πιο επιτυχημένο. Η τελευταία εμφάνιση της πεντάδας έγινε στο Old Granary του Bristol στις 30 Ιουλίου του 1970. Αμέσως μετά ο μάνατζέρ τους Tony Perry, τούς είπε με τρόπο πως είχε έρθει η στιγμή να συνεχίσουν ως τρίο στα βήματα των Cream, Zeppelin και The Who, που γνώριζαν τότε τεράστια επιτυχία. Κι έτσι ακριβώς έγινε!

Η «μεταμόρφωση» ήταν άμεση! Παρά το ότι δεν είχαν κανένα τέτοιο τραγούδι απολύτως έτοιμο, παρά μονάχα ελάχιστες πρόβες σε ένα παλιό αεροδρόμιο στο Wolverhampton. Δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο, αφού, τω καιρώ εκείνω, οι δίσκοι κυκλοφορούσαν… απανωτά! Τότε ο Hughes έγραψε τα τραγούδια “Seafull” και “Medusa”, οι τρεις τους έγραψαν το “Your Love is Alright” και ο Galley με τον αδελφό του Tom στον κήπο του τελευταίου τα “Jury”, “Black Cloud’’, “Touch My Life” και “Makes You Wanna Cry”. Μάλιστα, το τελευταίο ακούστηκε στην κηδεία του Mel το 2008, ύστερα από παράκλησή του.

Το άλμπουμ στιχουργικά είναι μυθολογικά και δραματολογικά προσανατολισμένο, ενώ υπάρχουν και σκοτεινότερες στιγμές, όπως αυτή του “Jury”. Μπορεί κάποιος να διακρίνει επιρροές από την πρώιμη φάση των Electric Light Orchestra και ειδικότερα του Roy Wood. Τα demos όλων των τραγουδιών ηχογραφήθηκαν από τον Rowley, που προφανώς νοσταλγούσε τις μέρες του στη μπάντα, σε ένα παλιό σινεμά στην πόλη τους, το Cannock. Βέβαια, υπήρξαν κάποιες ανησυχίες σχετικά με το νέο στυλ του ήχου, αφού η Threshold ανήκε στους Moodies, που ήταν σαφώς πιο ήπιοι και ατμοσφαιρικοί. Μεσολάβησε και μια εναλλακτική πρόταση της Apple, που απορρίφθηκε άμεσα, διότι θα μπορούσε να ισχύσει μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η μπάντα θα έπαιζε πλέον διασκευές και όχι δικό της υλικό.

Την παραγωγή ξαναέκανε ο John Lodge, συμβάλλοντας κι αυτός στην υπέροχη σκληρή αλλαγή, που συστήθηκε με τον καλύτερο τρόπο μέσω του “Black Cloud”. Αυτή τη φορά οι ηχογραφήσεις έγιναν το καλοκαίρι του 1970 μόνο στα old school στούντιο Morgan, για ευνόητους λόγους. Συνυπάρχουν εντυπωσιακές ονειρικές πινελιές από Hammond, αλλά και επική αγριάδα α-λα Mountain. Το εξώφυλλο επιμελήθηκε ο Phil Travers, που είχε συνεργαστεί με τους The Moody Blues. Το “Medusa” κυκλοφόρησε το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς και γνώρισε σχετική επιτυχία και πέραν του Ατλαντικού, λόγω του ήχου του, αλλά και της περιοδείας της μπάντας το Δεκέμβριο σε Αμερικανικό έδαφος, ως support των The Moody Blues. Εδώ το “Medusa” είναι τριπλό, με bonus tracks live ηχογραφήσεις από τις Η.Π.Α.  

“You Are the Music... We’re Just the Band”

Όσο κι αν το “Medusa” θεωρείται ως ο καλύτερος δίσκος τους, δεν έχω κανένα πρόβλημα να παραδεχτώ ότι ο αγαπημένος μου είναι το “You Are the Music… We’re Just the Band”, έστω και με διαφορά στήθους. Κυκλοφόρησε το 1972 και κινείται πάνω στο προηγούμενο στυλ, που αναμειγνύει το hard rock με τα blues και τη funk, έχοντας υπέροχες ταξιδιάρικες πινελιές. Η κυκλοφορία εδώ είναι τριπλή και μεταξύ άλλων περιέχει mono version του “Coast to Coast”, τέσσερα τραγούδια από το 1973 Radio 1 In Concert, ηχογραφήσεις του 1972 από το Dallas και το Houston, χαρακτηριστικές φωτογραφίες και συνεντεύξεις από τους Glenn Hughes, Tony Perry, Neil Slaven, Tom Galley και Rod Argent.

Ηχογραφήθηκε στα Decca και Island Studios του Λονδίνου σε παραγωγή του Neil Slaven (Egg, Khan, Chicken Shack, Savoy Brown, Pink Fairies), που δε δυσκολεύτηκε καθόλου να αναδείξει τη σχεδόν αποκρυσταλλωμένη αμερικανική πλευρά του ήχου τους. Έδωσε βαρύτητα στη rhythm section, έφερε «μπροστά» την κιθάρα του Mel και ενίσχυσε την ένταση ή διπλοηχογράφησε το «επιθετικό» μπάσο του Glenn, με αποκορύφωμα τον επιβλητικό μαγκιόρικο «φόρος τιμής» στον Steve Gibbons “Loser”, το δυνατό φερώνυμο τραγούδι του δίσκου και το “Way Back to the Bone”. Το μόνο πρόβλημα ήταν τα ταλαιπωρημένα από τις εκτενείς περιοδείες τύμπανα, που δεν απέδωσαν στο μέγιστο τις δυνατότητες του Dave. Προπομπός του άλμπουμ ήταν η λατρεμένη μου μπαλάντα - single “Coast to Coast”, όπου παίζουν οι Rod Argent (ηλεκτρικό πιάνο) και B. J. Cole (steel κιθάρα), με τον δεύτερο να μετέχει και στο “Keepin’ Time”, που ξεκινά το δίσκο δείχνοντας για τα καλά τα… δόντια του. Η άλλη μπαλάντα του δίσκου ήταν το υποθέτω χιλιοακουσμένο από τους Eagles “Will Our Love End”, όπου παίζει σαξόφωνο ο Jimmy Hastings, μεγαλύτερος αδελφός του Pye των (δώστε μου ένα λεπτό να προσκυνήσω) Caravan.  

Ο Glenn Hughes -με πόνο ψυχής- άφησε τη μπάντα για να πάει στους Deep Purple το 1973, σε αντικατάσταση του Roger Glover, μη περιμένοντας και ο ίδιος ό,τι ακολούθησε. Σε πρόσφατη συνέντευξή του όμως δήλωσε ότι ήταν λάθος του που έφυγε από τη μεγαλύτερη μπάντα στην οποία έπαιξε, δηλαδή τους Trapeze, παρά την επιτυχία που γνώρισε με τους Deep Purple. Ήταν πλέον γεγονός ότι η μπάντα τα πήγαινε εξαιρετικά στις ζωντανές εμφανίσεις, αλλά μέτρια στις πωλήσεις δίσκων.

Κι έτσι, συνέχισε για αρκετά χρόνια με αλλαγές μελών και τρεις ακόμα αξιόλογες κυκλοφορίες, που δεν έφτασαν όμως το επίπεδο των τριών πρώτων.

Glenn Hughes concert shot @ Athens/Greece 2005 by Chris Kissadjekian

Read 199 times

Leave a comment