HARVEY MANDEL: «Το Δάγκωμα του Φιδιού» (Πρώτο Μέρος)

Tuesday, 31 May 2016 11:18
Συντάκτης:
Published in Αρθρογραφία

Είναι ένας από τους σημαντικότερους κιθαρίστες της rock, κάτοχος ενός αυστηρά προσωπικού και χαρακτηριστικού στυλ, και ένας από τους επιδραστικότερους καλλιτέχνες που με τον ιδιαίτερο τρόπο παιξίματος της κιθάρας, επηρέασε εκατοντάδες κατοπινούς. Πρωτοπόρος του σύγχρονου ηλεκτρικού blues του Chicago, με μια φανταστική δεξιοτεχνία που ζήλεψαν πολλοί!

Γράφει ο Νίκος Κοντογούρης

Είναι ίσως ο μοναδικός που εμφανίστηκε δίπλα σε τόσα πολλά και μεγάλα ονόματα της rock. Οι Rolling Stones τον ήθελαν για αντικαταστάτη του Mick Taylor, βοήθησε για μεγάλο διάστημα τους Canned Heat και μαζί τους ανέβηκε στη σκηνή του Woodstock, υπήρξε στενός συνεργάτης του John Mayall, του Barry Goldberg, του Don “Sugarcane” Harris, του Charlie Musselwhite, του Henry Kaiser, και του Mike Bloomfield. Σαν session έχει παίξει σε δίσκους των Love, του Graham Bond, του Dewey Terry, του Jimmy Witherspoon, των Ventures… Σχημάτισε δικές του μπάντες, έκανε παραγωγές σε τρίτους, ενώ, πάνω στη σκηνή συνόδευσε κολοσσούς όπως οι Howlin’ Wolf, Muddy Waters, Oris Rush, Albert King, Buddy Guy, Jerry Garcia, Elvin Bishop κ.α.

Προσωπικά τον θεωρώ ως τον δεύτερο πιο ολοκληρωμένο κιθαρίστα της rock (μετά τον Jeff Beck), αφού έχει ανακατευτεί με όλα τα είδη: rock’n’roll, jazz, blues, hard rock, country rock, ψυχεδέλεια κ.λ.π. Υπήρξε διάσημος κιθαρίστας πολύ πριν προσχωρήσει στους Canned Heat (άλλωστε για αυτό τον επέλεξαν) και ανέπτυξε την τεχνική του στα clubs του Chicago (όπως ακριβώς συνέβη και με τον Mike Bloomfield). Ήδη η τεχνική του λοιπόν ήταν προχωρημένη από την πρώτη κιόλας φορά που εμφανίστηκε πάνω στη σκηνή του “Curley’s Twist City”, ενός blues club που σύχναζαν μαύροι.

Γεννήθηκε στο Detroit στις 11 Μαρτίου του 1945, αλλά μεγάλωσε στους δρόμους του Chicago. Η κλίση του στην μουσική εκδηλώθηκε νωρίς, όταν άρχισε να χτυπά ένα ζευγάρι bongos, αλλά τα παράτησε για χάρη της κιθάρας. Δεκαέξι χρονών προσπαθούσε να αντιγράψει τις απλές τεχνικές των Ventures, όμως όταν είδε ζωντανά τον Buddy Guy, όλα άλλαξαν μέσα του! Σίγουρα το rhythm & blues ήταν αυτό που τον ενδιέφερε. Σε ένα club γνώρισε έναν άσημο μαύρο κιθαρίστα, τον Sammy Fender, ο οποίος αντιλήφθηκε το χαρισματικό ταλέντο του νεαρού λευκού και τον πήρα υπό την προστασία του. Ήταν αυτός που του έμαθε να παίζει blues. Σύντομα τον συνόδευε με το συγκρότημά του κάθε βράδυ στο club Twist City. Εκεί ο Harvey γνωρίζει τα μεγαλύτερα ονόματα του blues: Buddy Guy, Otis Rush, Albert King, Muddy Waters κ.α. οι οποίοι συχνά τον προσκαλούν μαζί τους πάνω στη σκηνή. Ήταν ο πρώτος νεαρός λευκός που του επιτράπηκε να παίξει σε club μαύρων! Συνήψε φιλικές σχέσεις με μια παρέα λευκών συνομήλικών του, όπως οι Paul Butterfield, Elvin Bishop, Mike Bloomfield, Barry Goldberg, Charlie Musselwhite, Stephen Miller (των Linn Country), οι οποίοι έθεσαν ένα κοινό στόχο: να πάρουν τα blues των μαύρων και να τα κάνουν γνωστά στους λευκούς.

Ο Harvey- αν και δε θεώρησε ποτέ τον εαυτό του κιθαρίστα των blues- οτιδήποτε έπαιζε, ήταν θεμελιωμένο στις blues βάσεις. Του έδωσαν το παρατσούκλι “Snake” (φίδι). Υπάρχουν δύο εκδοχές για το πώς προέκυψε: α) από τον Barry Goldberg επειδή ο Mandel φορούσε ένα δερμάτινο μπουφάν που είχε σκάσει και ήταν γεμάτο ζάρες, οπότε έμοιαζε με δέρμα φιδιού και β) από τον Musselwhite μετά από μια παράσταση στο Austin του Texas. Εκεί ο Harvey έπαιζε εκστασιασμένος με μισόκλειστα μάτια. Κι όπως ήταν ψιλόλιγνος, οι κινήσεις του θύμιζαν κινήσεις φιδιού, ενώ τα δάκτυλά του που ακουμπούσαν τις χορδές έμοιαζαν με μικρά φιδάκια.

Οι Stones είχαν κάνει την αρχή διασκευάζοντας τραγούδια των μαύρων με αποτέλεσμα όλοι οι σύγχρονοί τους λάτρεις του rhythm & blues να τους μιμηθούν. Όμως το album “Live at the Regal” (1965) του B.B.King άνοιξε νέους ορίζοντες και αποτέλεσε το cross over στην παρέα του Chicago. O Barry Glodberg ηχογραφεί το δικό του album “Blowing my Mind” το 1966, όπου για πρώτη φορά ο κόσμος ακούει τον νεαρό Harvey να παίζει μερικά εξαίρετα solos. Ο ήχος του με λίγο distortion (παραμόρφωση) και ανοιχτό feedback (ανάδραση), τραβηγμένες φράσεις σε όμορφες μελωδικές κλίμακες που πρόδιδαν το ταλέντο του… Μετά μερικούς μήνες και οι δυο τους θα ανακατεύονταν με τα μέλη της Southside Blues Band του Musselwhite για το πρώτο τους album “Stand Back”. Χωρίς κανείς να καταλάβει τους λόγους, το “Stand Back” προξένησε μεγάλη αίσθηση στη Δυτική Ακτή και όλοι αναρωτιόντουσαν αν μάθουν για αυτό τον νεαρό κιθαρίστα. Ο DJ του underground ραδιοφωνικού σταθμού KSAN, Abe Kesh (κατοπινός manager του Mandel!) μεταδίδει συνεχώς το δίσκο εξυμνώντας τον κιθαρίστα.

Εκείνο τον καιρό ο Bill Graham (σημ: ίσως ο διασημότερος διοργανωτής συναυλιών όλων των εποχών!) φιλοξενούσε στο Filmore πολλά συγκροτήματα που στις τάξεις τους υπήρχαν μεγάλοι κιθαρίστες. Έτσι λοιπόν στο δεύτερο show στις 8 έως 13 Αυγούστου του 1967, εμφανίζονταν οι Electric Flag, οι Moby Grape και οι Steve Miller Band. Το show άνοιγαν οι South Side System που δεν ήταν άλλοι από το σχήμα του Musselwhite. Στο τέλος πάνω στη σκηνή εμφανίζονται μαζί οι Clapton, Bloomfiled & Mandel και κλείνουν την αυλαία με ένα μοναδικό jam session. Η μπάντα έδωσε μερικές ακόμη παραστάσεις και διέλυσε.

O Harvey και ο Charlie αποφάσισαν να παραμείνουν στο San Francisco ενώ οι υπόλοιποι επέστρεψαν στο Chicago. Ο Kesh ζήτησε να αναλάβει το μανατζάρισμα του Mandel και του υποσχέθηκε ότι σε μερικούς μήνες θα ηχογραφούσε. Έτσι κι έγινε. Μετά από έξη μόλις μήνες ο Harvey υπογράφει στην Phillips και ηχογραφεί το πρώτο προσωπικό του LP “Cristo Redentor” (1968). Ήταν ένας αριστουργηματικός δίσκος, πολύ μπροστά από την εποχή του. Ηχογραφήθηκε σε πολλά studios και τον βοήθησαν κορυφαίοι μουσικοί, όπως οι super session Pete Drake (steel guitar), Kenny Buttrey (τύμπανα), Musselwhite (φυσαρμόνικα), Goldberg (όργανο, πιάνο), Steve Miller (πλήκτρα- πρόκειται προφανώς για τον Stephen Miller των Linn County και όχι για τον γνωστό Τεξανό κιθαρίστα), Armando Peraza (κρουστά, αργότερα μόνιμου συνεργάτη των Santana), Larry Easter (τενόρο σαξόφωνο, επίσης από τους Linn County) κ.α. Αμέσως η απίθανη οκτάλεπτη διασκευή του “Wade in the Water” (των Ramsey Lewis Trio) ξετίναζε τον ακροατή! (σημ: ο Mandel αναφέρει ως συνθέτη τον A.Cooke, ενώ ο Ramsey στο ομότιτλο album του στα 1966 το αναγράφει σαν δική του σύνθεση, ενώ ο Graham Bond το έπαιξε τουλάχιστον ένα χρόνο πριν, το 1965). Η περίεργη ενορχήστρωση και τα κρουστά του Peraza το κάνουν εξωπραγματικό, ενώ ο Mandel στην κιθάρα είναι αξεπέραστος. Το ομότιτλο τραγούδι του Duke Pearson είναι μια ονειρική ψυχεδελική στιγμή. Στο “Snake” καθιερώνει το κιθαριστικό του στυλ που θα τον έκανε διάσημο, ενώ το “Before Six” είναι η χρυσή τομή της Soul και του ήχου της Δυτικής Ακτής. Οι περισσότερες συνθέσεις φέρουν την υπογραφή του (σε κάποια έχει συνεργαστεί με τους A.Kesh, B.Goldberg, B.Valente).

Διάσημος πια στην Bay Area εμφανίζεται στα γνωστότερα clubs, ενώ αξέχαστα είναι τα jams στο “Matrix” μαζί με τον Jerry Garcia και τον Elvin Bishop. Παρ’όλα αυτά, το “Cristo Redentor” εμφανίστηκε στα charts, μετά από ένα χρόνο όταν οι Canned Heat ζήτησαν από τον Mandel να αντικαταστήσει τον κιθαρίστα τους, Henry Vestine. Εκείνη την νύχτα ήταν στα καμαρίνια του Filmore όταν ο Vestine τσακώθηκε με τον Larry Taylor και εγκατέλειψε το σχήμα, που ήταν το πρώτο όνομα της βραδιάς. Οι Heat ζήτησαν από τον Bloomfield να παίξει μαζί τους στο πρώτο μέρος του Show και από τον Mandel στο δεύτερο. Έπαιξε τόσο καλά, ώστε οι Canned Heat τους ζήτησαν να τους βοηθήσει σε μια περιοδεία τριών εβδομάδων που ξεκινούσαν την επόμενη μέρα, με δεύτερο show στο θρυλικό Woodstock! Έμεινε μαζί τους πάνω από ένα χρόνο, τους βοήθησε στην ηχογράφηση του εξαιρετικού “Future Blues” (1969) και “’70 Concert” (1970) ενώ μαζί επισκέφθηκαν σε πολυήμερες περιοδείες όλη σχεδόν την Ευρώπη, την Αυστραλία, το Μεξικό και την Σιγκαπούρη. [Αργότερα θα έπαιζε σε δύο ακόμη album τους, στα “Historical Figures and Ancient Heads” (1972) και “Human Condition” (1978)].

Στο μεταξύ διάστημα ο Kesh τον φέρνει σε επαφή με τον Graham Bond (την περίοδο που ηχογράφησε τα δύο του albums στην Pulsar) όπου ο Harvey εκτελεί όλα τα κιθαριστικά μέρη του “Mighty” (1968). Αμέσως μετά ξεκινά την εγγραφή του δεύτερου προσωπικού του δίσκου “Righteous” (1969), πιθανόν συνοδευόμενος από τους ίδιους μουσικούς και ακολουθώντας την ίδια ακριβώς συνταγή του, π.χ. το “Jive Samba” του Neil Adderley θυμίζει “Wade in the Water”, το “Righteous” έχει παρόμοια ενορχήστρωση με το “Cristo Redentor” και το “Short’s Stuff” είναι μια σπουδαία soul-rock στιγμή. Ο ρυθμικός κιθαρίστας Bob Jones τον βοηθάει σε κάποιες συνθέσεις και αυτός μάλλον ερμηνεύει το “Love of Life” αφού ο Mandel έχει δηλώσει πως δεν θέλει να τραγουδάει. Εκτός από αυτό το track, όλο το υπόλοιπο LP είναι instrumental (όπως ακριβώς και το προηγούμενο). Ανταποδίδει τη χάρη στον Goldberg, συμμετέχοντας σε δύο ακόμη albums του “Reunion” (1968) & “Two Jews Blues” (1969) και έχει ενεργό ρόλο στο “The Blues Singer” του Jimmy Whitherspoon.

Tην Άνοιξη του ’69 η Mercury, (θυγατρικές της οποίας τότε ήταν η Phillips και η Smash) οργάνωσε το “Flying Bear Medicine Show”, μια περιοδεία δύο εβδομάδων, όπου συμμετείχαν μερικά από τα καλύτερα group της, όπως Buddy Miles Express, Linn County, Sir Douglas Quintet, Mc Coys, Shades of Joy & Group Therapy. Η πιο αξιομνημόνευτη στιγμή ήταν αυτή στο “College of Marin” του San Francisco, όπου μέλη των συγκροτημάτων αποφάσισαν να τζαμάρουν μεταξύ τους και «ότι ήθελε προκύψει». Τα sessions ηχογραφήθηκαν και ένα μέρος τους αποτέλεσε το υλικό του album “Flying Bear Medicine Show” που κυκλοφόρησε το 1969 στη Smash. Ο Harvey παίζει σ’ όλη την πρώτη πλευρά, σε δυο μακροσκελή jams, τα “Mama What’s Wrong”[συνοδευόμενος από τον St. Miller (όργανο), Robert Peterson (μπάσο/ των Mc Coys) και τον θρυλικό ντράμερ Eddie Hoh- φίλο των Grateful Dead και με ενεργή παρουσία στο “Cristo Redentor”] και “Blues on The Moon” (όπου όλους τους προηγούμενους συνοδεύουν μέλη των Shades of Joy, Linn Country & Sir Douglas Quintet).

Το τρίτο του προσωπικό album είχε τον τίτλο “Games Guitars Play” (1970) και εδώ ανακάλυψε ένα πολύτιμο συνεργάτη στο πρόσωπο του κιθαρίστα-οργανίστα και τραγουδιστή Russell Dashiel.
Αυτός ερμήνευσε τρία κομμάτια της πρώτης πλευράς, τα “Livin’ Truck” του Sleepy John Estes, “I Don’t Need No Doctor” (του Ray Charles-σύνθεση του ντουέτου Ashford & Simpson) και το δικό του “Dry Your Eyes”. Όλα τα υπόλοιπα ήταν οργανικά. Ξεχωρίζει το υπέροχο psychedelic “Senor Blues” και το εξωτικό “Capurange”. Ο δίσκος κλείνει με μια instrumental διασκευή του “Games People Play” του Joe South. Τη λιτή μορφή της μπάντας συμπληρώνουν οι Larry Taylor & Eddie Hoh.

Αυτός ήταν ο τελευταίος δίσκος με τη Phillips. Υπογράφει νέο συμβόλαιο με τη Janus για το “Baby Batter”, ένα απόλυτο κιθαριστικό album. Ο ίδιος το περιγράφει σαν “produced jam” αφού προέκυψε από ολονύκτια jam sessions. Εκτός από τον Taylor, μεταξύ άλλων τον βοηθούν ο οργανίστας Howard Wales (επιστήθιος φίλος του Jerry Garcia και των Dead) και ο ντράμερ Paul Lagos (από τους U.S. Kaleidoscope). Τα μοναδικά κοινά σημεία με τις προηγούμενες εγγραφές είναι ο instrumental χαρακτήρας και οι περίεργες (έως και ανορθόδοξες) ενορχηστρώσεις σε δυο-τρία tracks. Τα πάντα σχεδόν που αφορούν τη σύνθεση και την εκτέλεση είναι διαφορετικά. Εξ΄ολοκλήρου δικό του έργο αφού έχει γράψει όλα τα κομμάτια. Κανείς δεν μπορεί να καταλήξει στο πού κινείται. Όλα τα είδη μουσικής συνυπάρχουν σε μια αρμονική σχέση. Rock, Blues, Jazz, Soul, πότε κυριαρχεί το ένα και πότε το άλλο.

Σίγουρα μαζί με το “Cristo Redentor” είναι η καλύτερη δουλειά του.

 

Read 993 times

Leave a comment