WE'RE RUNNING WILD ONCE AGAIN - THE TRIBUTE

Monday, 08 August 2016 09:34
Συντάκτης:
Published in Αρθρογραφία

 Για τους αμετανόητους metalheads, γεγονός της χρονιάς η νέα κυκλοφορία του καπετάν-Rolf! Ώρα λοιπόν για τον εξίσου αμετανόητο Δημήτρη Τσέλλο να γυμνώσει τη σπάθα του και να απονείμει φόρο τιμής στους ήρωές του...

Από τον Δημήτρη Τσέλλο

“Rockers of the underground, black and heavy is our sound!”

Βρισκόμαστε στο 1976, και κάπου στη μεταλλομάνα Γερμανία και συγκεκριμένα στη περιοχή του Αμβούργου, μια παρέα πιτσιρικάδων, οι Rolf “Rock ‘n’ Rolf” Kasparek, Uwe Bendig, Michael Hofmann και Jörg Schwarz, βάζουν μπροστά τη δική τους μπάντα, την οποία και ονομάζουν Granite Heart. Πρόβες και συναυλίες δίνουν και παίρνουν στο σχολείο τους, το Emilie-Wüstenfeld, και το συγκρότημα δείχνει πως έχει πολλές δυνατότητες. Το όνομα όμως, δεν είναι ιδανικό για ένα metal σχήμα, όπως το φανταζόταν ο mastermind Rolf Kasparek. Μετά από πολλές ιδέες λοιπόν, και αφού όλοι είναι οπαδοί των Judas Priest, αποφασίζεται από κοινού (λέμε τώρα...) πως θα ονομάζονται Running Wild. Η αρχή γίνεται με τη κυκλοφορία του πρώτου τους demo το 1981, που περιέχει τα “Hollow the Hell”, “Warchild” και “King of the Midnight Fire”. Τα πρώτα δύο κομμάτια εμφανίστηκαν και στη συλλογή “Debut. No 1”, της οποίας η μόνη της σχέση βέβαια με το metal, ήταν οι ίδιοι οι Running Wild!
Ήδη έχουν περάσει κάποια χρόνια από την εποχή των Granite Heart, και οι ενθουσιώδεις πιτσιρικάδες, οι οποίοι πλέον έχουν αρχίσει και δίνουν συναυλίες και εκτός... σχολείου, κυκλοφορούν το δεύτερό τους demo, το οποίο περιέχει τα “Adrian (S.O.S)”, “Chains and Leather” και “Rock from Hell”. Επίσης, μαζί με τα κομμάτια της συλλογής “Debut. No 1”, ενώνουν τις live εκδοχές των “Genghis Khan” και “Soldiers Of Hell” και κυκλοφορούν το τρίτο κατά σειρά demo "Heavy Metal Like A Hammerblow”, το οποίο κυκλοφόρησε εκτός από τη μορφή της παραδοσιακής τότε κασσέτας και ως vinyl bootleg. Σ’αυτό κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του σε εξώφυλλο και ο λυκόμορφος Adrian, η mascot των Running Wild και μια από τις χαρακτηριστικότερες metal «φιγούρες». Η σύνθεση της μπάντας έχει αλλάξει, εδώ ακούμε τους Rolf (φωνή, κιθάρα), Uwe Bendig (κιθάρα), Matthias Kauffman (μπάσο) και Wolfgang “Hasche” Hagemann (τύμπανα), μέχρι την έλευση των Stephan Boriss στο μπάσο και Gerald "Preacher" Warnecke στη κιθάρα. Με αυτές τις αλλαγές, το 1984, συμμετέχουν στη θρυλική συλλογή "Death Metal" της Noise Records με τα "Bones To Ashes" and "Iron Heads", και κυκλοφορούν το EP “Victim of States Power”.

“Bloodstained altar, crucifix inverse. The devil touched the cradle, god gets his curse…”

Ήρθε η ώρα για τον πρώτο ολοκληρωμένο δίσκο, καθώς η εποχή των demos έχει περάσει ανεπιστρεπτί και το νερό έχει μπει στ’ αυλάκι. Την ίδια λοιπόν χρονιά, κυκλοφορεί από τη Noise Records το ιστορικό ντεμπούτο "Gates To Purgatory", το οποίο έκανε θραύση στο underground περιβάλλον, και δημιούργησε μεγάλο θόρυβο γύρω από τον Rolf και τη παρέα του. Οι Running Wild εμφανίζονταν με δερμάτινα, καρφιά, πεντάλφες κ.λ.π. «αξεσουάρ», ως πραγματικοί πρόδρομοι του thrash metal image, ενώ οι στίχοι τους αναφέρονταν κυρίως σε κοινωνικά - στο ύφος του τότε ευρωπαϊκού και παγκόσμιου φιλελευθερισμού, έως και αναρχισμού - και σε αποκρυφιστικά θέματα, με αποτέλεσμα να τους κατηγορήσουν ως αναρχικούς αλλά και σατανιστές. Κατηγορίες που φυσικά δεν ήταν αληθείς, καθώς, πέραν των υπολοίπων που ουδεμία σχέση είχαν με αυτά, ο κιθαρίστας Gerald “Preacher” Warnecke, σπούδαζε τότε θεολογία και αργότερα έγινε ιερέας. Ηχητικά, οι επιρροές από Judas Priest και Accept είναι παραπάνω από εμφανείς, με αποτέλεσμα ένα speed-thrash «κτήνος», το οποίο περιέχει κλασσικά κομμάτια όπως τα “Prisoners Of Our Time”, “Adrian (S.O.S)”, “Genghis Khan” και “Diabolic Force”. Και ενώ ο δίσκος κάνει ήδη πάταγο, με 20.000 κόπιες να πωλούνται μόνο το πρώτο τρίμηνο, κυκλοφορεί το 12’’ “Walpurgis Night”, που περιέχει το ομώνυμο και το “Satan”, και το οποίο εξαντλείται (8.000 κόπιες) σε λιγότερο από ένα μήνα!
Το συγκρότημα δουλεύει πυρετωδώς και κυκλοφορεί την επόμενη χρονιά (1985) το “Branded and Exiled”, το οποίο συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε ο προκάτοχός του. Απόλυτο speed metal, μια μεταλλική καταιγίδα που δεν άφηνε τίποτα όρθιο στο πέρασμά της, ένας ήχος από μια άλλη διάσταση που όμοιό του δεν είχε ακούσει κανείς ως τότε. Σας παραπέμπω στα “Branded and Exiled”, “Gods of Iron” “Mordor” και “Fight the Oppression”, δια του λόγου το αληθές. Στιχουργικά, παραμένουν στο ίδιο μοτίβο. Η κυκλοφορία αυτή είναι και η τελευταία για τον Warnecke, καθώς αποχωρεί για να αφοσιωθεί στις σπουδές του. Τη θέση του παίρνει άμεσα ο Majk Moti.

“Ship ahoy! Free mast and bill of the stern and bow! Man the cannons! Fire!”

Από δω και πέρα, ξεκινά η δεύτερη, δημιουργικότερη και εν τέλει καλύτερη περίοδος των Γερμανών. Το ημερολόγιο δείχνει πλέον 1987, και κυκλοφορεί το άλμπουμ-σταθμός “Under Jolly Roger”, το οποίο σηματοδοτεί τη «στροφή» του group προς το πειρατικό και ιστορικό concept, εμφανισιακά και στιχουργικά. Ο ήχος στη ζυγαριά γέρνει περισσότερο προς το καθαρό heavy, παρά προς το speed metal, και παράλληλα εμφανέστατη είναι η πρόοδος του Rolf στα φωνητικά, καθώς ήδη έχει μια τρομερή, βροντερή, trademark φωνή. Το ομώνυμο κομμάτι είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό της καριέρας τους και ένα all-time classic διαμάντι, το οποίο μαζί με τα “Raise Your Fist”, “Beggar's Night”, “War in the Gutter” και το “Merciless Game”, που θυμίζει τα πρώτα τους άλμπουμ, ανεβάζουν την αξία του δίσκου στα ύψη. Το στιχουργικό κομμάτι στο εξής θα αφορά ως επί το πλείστον πειρατικές ιστορίες, θέματα και γεγονότα από την ιστορία καθώς και προσωπικότητες, και κυρίως θα κατατίθεται δια χειρός αρχηγού Rolf. Το “Under Jolly Roger” στην αρχή δεν έτυχε θερμής υποδοχής, ελέω ίσως της όλης αλλαγής, αλλά αυτό δε το εμπόδισε να έχει πουλήσει πάνω από 1.5 εκατομμύριο αντίτυπα ως τώρα, και να θεωρείται πλέον ένα μνημείο του σκληρού ήχου. Οι νέες αλλαγές στη σύνθεση της μπάντας δεν την αποπροσανατολίζουν στο ελάχιστο, καθώς οι νεοφερμένοι Jens Becker (μπάσο) και Stefan Schwarzmann (τύμπανα), αποδεικνύονται «λίρα εκατό» στο πρώτο live album, που έρχεται το 1988, με τον τίτλο “Ready for Boarding”. Η απόδοση του γκρουπ βρίσκεται σε εξαιρετικά επίπεδα, ο ήχος είναι «ζωντανός» και καθόλου ...πειραγμένος στο studio, και το set list ιδανικό για όσους θέλουν να έχουν μια πρώτη επαφή με τους τρείς πρώτους δίσκους. Επιπροσθέτως, εδώ υπάρχει και το κομμάτι “Purgatory”, που δε μπορεί να βρεθεί σε κάποια studio κυκλοφορία.
Συνέχεια με το “Port Royal”. Η μπάντα δείχνει να έχει πάρει φόρα, και να μη τη σταματά τίποτα. Οι κιθάρες των Rolf και Moti μοιάζουν με ξυράφια, η σαρκαστική και επιβλητική φωνή του πρώτου τονίζει τις συνθέσεις και το εξαιρετικό rhythm section ακούγεται ως πυροβολαρχία βαρέων όπλων! Η έμπνευση δείχνει να βρίσκεται σε συνεχή ανοδική πορεία, το μεγάλο λιμάνι της Βρετανικής Αυτοκρατορίας καλωσορίζει τον Calico Jack Rackham, τον Hernán Cortés και τους Conquistadores του, τον Uaschitschun και τη φυλή του, και ο αρχηγός Seattle στο τέλος μας προειδοποιεί πως "only when the last tree has been felt, the last fish caught, the last river poisoned, will you know, that men cannot eat money"... Προφητικό; Ή απλά κοινή λογική που λείπει ακόμη και στις μέρες μας;

“Breaking the waves, a ride on the wild raging sea…”

Η δεκαετία του ’80 οδεύει προς το τέλος της, και το 1989 οι «πειρατές» κυκλοφορούν το τρίτο κατά σειρά μεγαλούργημά τους: “Death or Glory” το όνομα αυτού, και η Tortuga, το λιμάνι-καταφύγιο των απανταχού πειρατών, παίρνει φωτιά. Τα τύμπανα «ταλαιπωρεί» αυτή τη φορά ο Ian Finlay, ο οποίος συνεισφέρει αρκετά και στους στίχους, και ο καπετάνιος Rolf σε μεγάλη φόρμα συνθέτει υλικό το οποίο ακόμη και σήμερα, ακούγεται «φρέσκο» όσο και κλασσικό. Ο Klaus Störtebeker δίνει το σύνθημα από τη κουπαστή του πλοίου του, και το ρεσάλτο ξεκινά. “Riding the Storm”, “Tortuga Bay”, “Marooned”, το αφιερωμένο στους απανταχού (νεο)ναζί “Bad to the Bone” και το 8λεπτο έπος “The Battle of Waterloo”, οι καλύτερες στιγμές ενός πραγματικά αψεγάδιαστου δίσκου, ο οποίος, εδώ και αρκετά χρόνια, κυκλοφορεί μαζί με το δυσεύρετο (μόλις 8000 αντίτυπα) “Wild Animal” EP ως bonus. Ο ορισμός του κλασσικού. Αν πρέπει με το πιστόλι στο κρόταφο, να έχει κάποιος μόνο έναν RW δίσκο, αυτός είναι το “Death or Glory”. Θέλετε περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία; Χα! Η βιντεοκασσέτα (τότε-DVD τώρα) “Death or Glory Tour - Live”, θα σας πείσει.

“Riding the tempests of glory, the vessel is gliding along …”

Έχουμε μπει ήδη στα 90’s, και οι Γερμανοί θαλασσόλυκοι που έχουν αποκτήσει πλέον status μεγάλης μπάντας, κυκλοφορούν το νέο τους full length album, “Blazon Stone”. To μισό της σύνθεσης έχει αλλάξει ξανά (μεγάλο θέμα αυτό με τις τόσες αλλαγές μελών) και οι Axel “Morgan” Kohlmorgen και Rüdiger “AC” Dreffein έχουν αναλάβει κιθάρες και τύμπανα αντίστοιχα. Ο δίσκος μπορεί να μην είναι στο ίδιο επίπεδο με τους τρεις προηγούμενους, αλλά είναι μια δυναμική δουλειά, που έχει τρομερές στιγμές, όπως το ομώνυμο κομμάτι, το “Little Big Horn” και το “White Masque”, με τα υπόλοιπα τραγούδια να είναι μεν μια σκάλα πιο κάτω, αλλά να μην αποτελούν fillers. Θα πρέπει να σημειωθεί πως το “Blazon Stone” είναι και ο δίσκος με τις περισσότερες πωλήσεις απ’όσους κυκλοφόρησε το συγκρότημα τη περίοδο 1990-2000. Την ίδια χρονιά, 1991, κυκλοφορεί και η συλλογή “The First Years of Piracy”, η οποία είχε την ιδιαιτερότητα να περιέχει εξ’ολοκλήρου επανεκτελέσεις παλαιοτέρων κομματιών, με τη νέα σύνθεση. Και εκεί που κάποια σημάδια δείχνουν πως ίσως επέρχεται μια «κάμψη» για τον Rolf και το πλήρωμά του, με τον μπασίστα Jens Becker και τον AC να αποχωρούν, κάνει την εμφάνισή του στην αγορά το “Pile of Skulls”, ο πιο «πειρατικός» δίσκος στην ιστορία των RW. Ο Rolf το έχει πάρει προσωπικά, προσλαμβάνει τον πρώην UDO μπασίστα Thomas Smuszynski, υποδέχεται ξανά τον Stefan Schwarzmann στα τύμπανα και υπογράφει το σύνολο σχεδόν των τραγουδιών. Θίγει τη λάθος χρήση της ισχύος των δυνατών (“Pile of Skulls”), τα βάζει με τη διαφθορά (“Sinister Eyes”), εξιστορεί τα κατορθώματα του Henry Jennings, αφηγείται ναυμαχίες και πειρατικά ρεσάλτα (“Lead or Gold”) και συνθέτει το, βασισμένο στο αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Robert Louis Stevenson «Το Νησί των Θησαυρών», 12λεπτο έπος “Treasure Island”. Ο Long John Silver, ο Jim Hawkins και ο Captain Flint δε θα μπορούσαν παρά να αισθάνονται περήφανοι στο άκουσμα του “Pile of Skulls”.

“Welcome to the tavern in the grove, where ancient spirits live and rove!”

Δύο χρόνια αργότερα, το 1994, η μπάντα κυκλοφορεί το όγδοο κατά σειρά, και πρώτο της (περίπου) concept άλμπουμ, το “Black Hand Inn”. Η ιστορία που διαδραματίζεται εδώ, έχει να κάνει με τον John Xenir, ο οποίος καίγεται στη πυρά με τη κατηγορία της χρήσης απαγορευμένων δυνάμεων σε σατανικές τελετές, με το μόνο πράγμα που απομένει να είναι ένα καμένο, μαύρο χέρι. Ο John επιστρέφει από τους νεκρούς, χτίζει ένα πανδοχείο που στη πόρτα έχει το μαύρο χέρι, και μέσω μιας σφαίρας, προβλέπει τα μελλούμενα στους πελάτες του (δείτε το καταπληκτικό εξώφυλλο του Andreas Marschall). Κάποια στιγμή θα τον επισκεφτεί και ο ιερέας που τον είχε οδηγήσει στη πυρά, και η ιστορία ξεκινά. Στο δίσκο αυτό, θα συναντήσουμε για πρώτη φορά τον Rolf να ασχολείται και με θεωρίες συνομωσίας (“Dragonmen”) και όσον αφορά τη μουσική, εδώ μιλάμε για ένα πραγματικά «κρυφό διαμάντι». Μπορεί να μην έχει λάβει τη δημοσιότητα των 80s προκατόχων του, όπως και το “Pile of Skulls”, αλλά αποτελεί αγαπημένη δουλειά των οπαδών της μπάντας. Η εισαγωγή “The Curse” με το ομώνυμο τραγούδι ανασταίνουν και πεθαμένους και τα υπόλοιπα κομμάτια είναι το ένα καλύτερο του άλλου με αποκορύφωμα το "Genesis (The Making and the Fall of Man)", έναν 16λεπτο επικό ύμνο βασισμένο στο έργο «Ο 12ος Πλανήτης» του Zecharia Sitchin. Ο Thilo Hermann (Faithful Breath, Holy Moses, Risk) στις κιθάρες βάζει τη σφραγίδα του και ο «πολύς» Jorg Michael κάθεται πλέον πίσω από τα τύμπανα. Απαραίτητο.

“Masked souls and blackest minds, mandrakes of the dark…”

1995 και ο Rolf χωρίς αλλαγές στη σύνθεση της μπάντας (επιτέλους!), ξεκινά τη σύνθεση της τριλογίας της Μάχης του Καλού και του Κακού. “Masquerade” ονομάζεται το Κακό εδώ, σε ένα δίσκο ο οποίος θα μπορούσε απλά να χαρακτηριστεί ως τυπικός Running Wild, με κομμάτια όλων των ειδών. Speed metal κεραυνούς, mid tempo riff-άτες συνθέσεις, ωραία solos - ο Hermann είναι σίγουρα ο καλύτερος κιθαρίστας που είχαν ποτέ - και τρομερά δεμένο rhythm section από τους Smuszynski και Michael, με τον δεύτερο να δίνει την εντύπωση πως θα γκρεμίσει τα τύμπανά του. Στιχουργικά, πρόκειται για το πιο «σκοτεινό» δίσκο των Γερμανών «πειρατών», ενώ δε λείπουν και οι κλασσικές πειρατικές ιστορίες. Το “Masquerade” δε διεκδικεί δάφνες «κλασσικής» κυκλοφορίας, αλλά είναι σίγουρα ένα πάρα πολύ καλό άλμπουμ. Συμπαγές, χωρίς κακές ή μέτριες έστω στιγμές, δεν έχει αυτό που λέμε «μεγάλη σύνθεση», αλλά ακούγεται μονορούφι.
Ήρθε η ώρα της Μάχης μεταξύ του Καλού και του Κακού, και του δεύτερου μέρους της τριλογίας, που κυκλοφόρησε το 1998, ονόματι “The Rivalry”. Ήταν το πρώτο για τη GUN Records, μετά από μια μακρά συνεργασία με τη Noise και σε αντίθεση με το “Masquerade”, έκανε ιδιαίτερη αίσθηση όταν κυκλοφόρησε. Ξεσηκωτικές μελωδίες, υμνικά refrains, με τα μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια (“Ballad of William Kid”, “Fire & Thunder”, “War and Peace”) να κλέβουν τη παράσταση. Η μπάντα είναι εξαιρετικά δεμένη, όλα δείχνουν πως πλέον υπάρχει μια σταθερή σύνθεση με καταπληκτική χημεία, εδώ και τρεις δίσκους, αλλά… αλλά. Η «ασθένεια» των συνεχών αλλαγών ξαναχτυπά, ο Jorg Michael διαπράττει σφάλμα - έγκλημα και αποχωρεί για τους Stratovarius, και τη θέση του θα καλύψει ο συμπατριώτης μας Χρήστος Ευθυμιάδης, ντράμερ τότε των Rage. Δυστυχώς όμως μόνο για την περιοδεία του δίσκου, καθώς το επόμενό τους άλμπουμ, και τελευταίο της τριλογίας, “Victory” (2000) τους βρίσκει με ντράμερ τον Angelo Sasso. Γύρω από αυτό το όνομα, έχει γίνει μεγάλη συζήτηση. Ο Rolf βεβαιώνει πως πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο, αλλά είναι κοινό μυστικό πως ο Sasso είναι κονσόλα με κουμπάκια και φωτάκια. Σημασία ουδεμία βέβαια, καθώς ο ήχος των τυμπάνων στο νέο δίσκο, ήταν δυναμικός και προσεγμένος. Η τριλογία όμως κλείνει με το λιγότερο καλό άλμπουμ, το οποίο έχει μεν κάποιες πολύ καλές στιγμές όπως το “Tsar”, που μιλά για τον Τσάρο Nikolay Alexandrovich Romanov, το “The Hussar” ή το ομώνυμο, αλλά γενικά είναι μια μέτρια δουλειά, που φαντάζει ακόμη πιο μέτρια συγκρινόμενη με το “The Rivalry”. Το Καλό νίκησε, αλλά η μπάντα δείχνει σημεία κόπωσης.

“Addicted to the stormy sea, the sound of clashing waves…”

Το 2002 βρίσκει τους Γερμανούς (ναι, οκ, τον Rolf) να κυκλοφορούν το “The Brotherhood”, το οποίο βρισκόταν στα ίδια επίπεδα με το “Victory”. Ο «καπετάνιος» έχει αναλάβει όλες τις κιθάρες, καθώς ο Thilo Hermann έχει αποχωρήσει, και στο μπάσο στη θέση του Smuszynski έχει έρθει ο Peter Pichl. Και εδώ μπορεί κανείς να ακούσει ωραίες συνθέσεις, όπως το ομώνυμο κομμάτι, το “Pirate Song” και το επικό, βασισμένο στον T.E.Lawrence (τον Λώρενς της Αραβίας δηλαδή) “The Ghost”, αλλά πέραν αυτών, λίγα πράγματα. Για τη προώθηση του “The Brotherhood”, επιστρατεύεται ο Bernd Aufermann των συμπατριωτών τους Angel Dust στη δεύτερη κιθάρα και πίσω από τα τύμπανα κάθεται ο λίγο πολύ άγνωστος Matthias Liebetruth, ένας πολύ καλός ντράμερ. Με τη σύνθεση αυτή θα κυκλοφορήσει το “Live” του 2002, μια αξιόλογη προσπάθεια που δε μπορεί βέβαια να συγκριθεί με το “Ready for Boarding”. Και αν στο “The Brotherhood” ακούσαμε λίγα πράγματα, ακόμη λιγότερα θα μπορούμε να βρούμε στο “Rogues en Vogue” του 2005. Μία - δύο στιγμές που σε άλλους δίσκους θα ήταν απλά μέτριες προς καλές, εδώ φαντάζουν εξαιρετικές, μπροστά στο γενικά κακό σύνολο. Όλα δείχνουν πως η πειρατική φρεγάτα δεν αποτελεί πλέον φόβητρο των θαλασσών, όπως παλαιότερα... Οι πωλήσεις είναι απογοητευτικές, ο Rolf αποφασίζει να διαλύσει τη μπάντα, και το 2009 οι Running Wild δίνουν τη τελευταία τους (θριαμβευτική είναι η αλήθεια) συναυλία ως headliners στο Wacken Open Air, με τους Peter Jordan στη κιθάρα, Jan Soren Eckert στο μπάσο και Matthias Liebetruth στα τύμπανα.
Όπως έχουμε ξαναδεί πολλές φορές, έτσι και στη περίπτωση των Γερμανών ηρώων μας η επανασύνδεση έρχεται και μάλιστα σύντομα, ίσως λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος του κόσμου για το τελευταίο live, το οποίο κυκλοφόρησε σε cd και dvd με τον τίτλο “The Final Jolly Roger”. Οι δύο δίσκοι όμως που ακολούθησαν από τη SPV/Steamhammer στην οποία ανήκει από τότε το γκρουπ, τα “Shadowmaker” (2012) και “Resilient” (2013), ήταν εξαιρετικά απογοητευτικοί, και δε χρειάζονται περαιτέρω αναφορά. Σκέτη πίκρα…

“Come sing along with the pirate song…”

Και ερχόμαστε στο σήμερα. Επιτέλους, κάτι φαίνεται πως κινείται! Ο “Adrian” σιγά-σιγά, δειλά-δειλά, βγαίνει από το λιμάνι της Tortuga. Σίγουρα δεν είναι ακόμη σε θέση να ανοιχτεί στο πέλαγος και να εμπλακεί σε ναυμαχίες, αλλά τουλάχιστον δε δείχνει αυτό το σάπιο σκαρί που ήταν έτοιμο να βυθιστεί, και κάποιες πρώτες «μπαταριές» μπορεί να τις ρίξει! Με ανανεωμένο πλήρωμα (Peter Jordan κιθάρες, Ole Hempelmann μπάσο, Michael Wolpers τύμπανα), ο καπετάν-Rolf παρουσιάζει έναν δίσκο που αν μη τι άλλο ακούγεται αξιοπρεπέστατος, και είναι σίγουρα ό,τι καλύτερο έχει κυκλοφορήσει από την εποχή του “The Brotherhood”! Το εναρκτήριο “Black Skies, Red Flag” έχει έναν βέρο “port royal-ish” ρυθμό, με χαρακτηριστικότατο riff που ξεσηκώνει, το “Black Bart” φέρει το DNA του “Pile of Skulls” δίσκου, το “By The Blood In Your Heart” έχει έντονο «σταδιακό» χαρακτήρα, με τις πίπιζες να του κάνουν ωραία αβάντα, ενώ έχουμε και επιστροφή στα μεγάλα επικά τραγούδια, με το 11λεπτο “Last Of The Mohicans”. Τα 2-3 filler-άκια δε δείχνουν ικανά να αμαυρώσουν την εν γένει καλή εικόνα του άλμπουμ στα θετικά του οποίου συγκαταλέγεται και το πολύ ωραίο, σε στυλ ελαιογραφίας, εξώφυλλο του Jens Reinhold. O δίσκος θα κυκλοφορήσει στις 26 Αυγούστου, σε CD, LP, και ειδικό box set με διάφορα «καλούδια» εντός, όπως αφίσα, mousepad, ιδιόχειρο αυτόγραφο του Rolf κλπ. ενώ ετοιμάζεται και κάτι extra για το box set που ως ώρας, είναι κρυφό. Πληροφορίες ειδικότερες όταν βγει στην αγορά.

 

Αυτά τα ολίγα. Για τους Running Wild, θα μπορούσαμε να γράφουμε και να μιλάμε επ’άπειρον, άλλωστε το όνομά τους, η κληρονομιά τους και η προσφορά τους είναι τεράστια στο χώρο του αγαπημένου μας «σκληρού ήχου». Επειδή όμως, τα πολλά λόγια είναι φτώχια, και, για να παραφράσουμε τη γνωστή παροιμία, «ένας ήχος είναι χίλιες λέξεις», τί καλύτερο από μια «βουτιά» στη δισκογραφία τους, συντροφιά με κρύα μπύρα, ρούμι, εκλεκτούς μεζέδες και ευχάριστη διάθεση; Ο John Xenir σας περιμένει στο “Black Hand Inn”. Περάστε μια βόλτα, και δε θα χάσετε!

Σύντομος οδηγός ακροάσεων-αγορών (σημ: ο νέος δίσκος παραείναι φρέσκος για να μπει, θα κριθεί μελλοντικά) :

Για κάθε δισκοθήκη: “Under Jolly Roger”, “Ready for Boarding”, “Port Royal”, “Death or Glory”, “Black Hand Inn”, “Pile of Skulls”.

Για ενημερωμένες δισκοθήκες: “Gates to Purgatory”, “Branded and Exiled”, “Blazon Stone”, “Masquerade”, “The Rivalry”, “The Final Jolly Roger Live”.

Ακούστε πριν επενδύσετε: “The First Years of Piracy”, “Victory”, “The Brotherhood”, “Live”, “Rogues en Vogue”.

Αποφύγετε πάση θυσία: “Shadowmaker”, “Resilient”.

Read 1038 times

Leave a comment