AMON AMARTH / GRAND MAGUS - "A Tribute Before the Storm"

Tuesday, 29 November 2016 09:09
Published in Αρθρογραφία

AMON AMARTH

Γράφει ο Στέφανος Τυροβολάς

Μούσια-Μαλλιά-Μπύρες

Αδυνατώ να θυμηθώ πως έγινα ακροατής και αργότερα οπαδός των Βίκινγκ Σουηδών.

Νομίζω ήταν το βίντεο του '' The Pursuit of the Vikings'' που με έβαλε στο τριπάκι να παρακολουθώ τους απόγονους του Όντιν. Από εκεί ξεκίνησε μια συστηματική παρακολούθηση του έργου τους.

Οι Amon Amarth ανήκουν σε εκείνη την κατηγορία συγκροτημάτων που δεν έχουν κυκλοφορήσει ποτέ κακό δίσκο (εντάξει ο φετινός είναι μέτριος)

Οι πρώτοι τους δίσκοι είναι παράδειγμα πολεμικοεπικού death metal με χαρακτήρα και στυλ που διατάζει να κοπούν τα αστεία, αλλά άφηνε και μια παρακαταθήκη για μελωδία.

 

 

Το 1998 κυκλοφόρησαν το ''Once sent from the Golden Hall'', που είναι ωμό σε σχέση με τα μετέπειτα άλμπουμ, αλλά είναι του ωδείου σε σχέση με τα προηγούμενα EP. Παρουσίασε μια μπάντα που παίζει παθιασμένο μελωδικό death, και έχει αυτό το κάτι, δηλαδή την τάση να μην την καλύπτει το είδος που υπηρετεί και να προσπαθεί να το διευρύνει. Στο συγκεκριμένο άλμπουμ έπαιξε τύμπανα ο Martin Lopez. Τι εννοείτε ποιος είναι αυτός;

Υπάρχουν ύμνοι σε αυτό το άλμπουμ· ''Victorius March'' και πάνω κάτω τα κεφάλια, Γκετεμποργκικό riff στο ''Friends of the Suncross'', πρώτα δείγματα επικής τραγουδοποιϊας στο ''Amon Amarth''.

Αν τους είχες ανακαλύψει από τότε έβλεπες ό,τι υπάρχει μέλλον.

 

Ένα χρόνο μετά έφεραν στο φως το ''Avenger''. Πολύ πιο ώριμοι συνθετικά, με νέους, τον drummer Fredrik Andersson και τον κιθαρίστα Johan Sodeberg, παρουσιάζουν μια πιο μελωδική, αλλά εξίσου επιθετική πλευρά. Επικούρες (Τhe Last with Pagan Blood, The North Sea Star, The Avenger), και μπόλικο ξύλο (God, His Son and Holy Whore και death/thrash έχω) . Η διαφορά στην συνθετική ικανότητα, οι συναυλίες που έχουν δέσει την μπάντα, αλλά και η ανάδειξη του επικού στοιχείου ως καθοριστικό στην ταυτότητα τους, φτιάχνουν το πλαίσιο για το αναμενόμενο breakthrough.

 

 

Που δεν έρχεται στο πολύ καλό ''The Crusher'' (2001) που περιλαμβάνει μεν τραγουδάρες (The Sound of Eight Hooves, Risen from the Sea, As long as The Raven Flies) και σταθερά επικό riff-ινγκ και μια πιο mid–tempo φιλοσοφία , αλλά είναι αυστηρή συνέχεια του προηγούμενου σε λογική και δομές, παρουσιάζοντας μια μπάντα που το παλεύει μεν, αλλά ακόμα κάπου το χάνει.

Αλλά όχι για πολύ ακόμα.

Ένα χρόνο μετά έρχεται το “Versus the World”.

 

Το “Versus the World” γ@μ@ει.
Τέλος και δεν χωράει συζήτηση.

Μόνο τραγουδάρες, ρεφραίν που σε σκαλώνουν, riff που μένουν, και μαζικό τραγούδι για να ανοιχτούμε στα πλήθη (Across the Rainbow Bridge). To συγκεκριμένο άλμπουμ είναι ένας θρίαμβος, νομιμοποιεί τον όρο viking metal, και κάνει αυτούς τους βάρβαρους μαλλιάδες, όνομα στην πιάτσα.

Και τα καλύτερα δεν είχαν έρθει ακόμα.

 

 

Το 2004 μας συστήνεται το ''Fate of Norns''. Πρώτο βίντεο (The Pursuit of Vikings), ένα κλικ πιο κάτω από το απίστευτο ''Versus the world'', αλλά για μισό λεπτό· ''Where Death Seems to Dwell'', ''Fates of Norns'', το πρώτο βίντεο που λέγαμε πριν, και το ''Once Sealed in Blood''.
4 υπερκομματάρες, παρόλα αυτά η παραγωγή μας τα χαλάει κάπως και ο συγκεκριμένος δίσκος είναι cult but classic.Για τους βαμμένους είναι έπος, ο πολύς κόσμος δεν τον πολυακουμπάει

Οι Amon Amarth μεγαλώνουν.
Φεστιβάλ, μεγάλα κλαμπ, headline εμφανίσεις, όπου φτιάχνουν τον χαρακτήρα της μπάντας που τα διαλύει όλα στο σανίδι.

 

Το 2006 κυκλοφορούν το “With Oden on Our Side”,με σκοπό να κάνουν μια back to the roots κυκλοφορία (όπως όλοι εκείνη την περίοδο). Το ξύλο είναι πολύ περισσότερο (Asator), αλλά οι πραγματικά μεγάλες στιγμές του δίσκου , είναι οι επικούρες.
Ο ύμνος ''Cry of the Black Birds'', ακούγεται παντού και δικαίως, ενώ αποτελεί το κομμάτι-σήμα κατατεθέν που περιγράφει ''τι είναι οι Amon Amarth''. Personal favorite το ''Under the Northern Star'', που ναι μεν είναι λίγο χαλαρό, αλλά κρύβει τη μελαγχολία όλου του Βορρά. Καταπληκτικός δίσκος, μετατρέπει τη μπάντα σε μεγάλο όνομα και ανοίγει ακροατήρια που αυτοί οι περίεργοι που έπαιζαν viking metal 10 χρόνια πριν, δεν είχαν τολμήσει να φανταστούν.
Επίσης δημιουργεί ένα hype που έμελλε να επιβεβαιωθεί ή να διαψευστεί την επόμενη διετία..

 

..Και εγένετο ''Τwilight Of The Thunder God''(2008).

Άνισος δίσκος. Περιλαμβάνει κομματάρες όπως το ομώνυμο , το ''Guardians Of Asgaard'', ''Tattered Banners and Bloody Flags'', και το ''Embrace of The Endless Ocean'' αλλά και μετριότητες από εκεί και πέρα. Αποτέλεσε το εμπορικό breakthrough των Σουηδών. Πωλήσεις και charts και δώσ΄του headliners και πρώτη μούρη στα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά φεστιβάλ, και αναγνώριση ευρεία.

 

 

Εκεί ξεκινά η κάθοδος αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι. Το “Surtur Rising” (2011) είναι ένας καλός δίσκος, με καλά κομμάτια, αλλά έχει ξαναπαιχτεί με μεγαλύτερο πάθος και επιτυχία κάποια χρόνια πριν. Πολύ περισσότερο εμφανίζεται αυτή η κόπωση στο Deceiver Of The Gods (2013), αν και παίζουν κομματάρες και εδώ ( We Shall Destroy). Είναι εμφανές ο,τί οι πολυαγάπημένοι Σουηδοί έμειναν στην φόρμα που γέννησε την επιτυχία. Αλλά ξέμειναν από έμπνευση.

 

 

Αποκορύφωμα το φετινό ''Jomsviking'', που είναι heavy metal, πολύ περισσότερο από ό,τι είναι death, αλλά αυτό δεν ενοχλεί κανέναν. Ισχύει από το ''Twilight'' και έπειτα εξάλλου το ίδιο μουσικό μοτίβο. Αυτό που ενοχλεί είναι το εξής· Πρόκειται για ένα απλά οκ (μέτριο θα το χαρακτήριζα), άλμπουμ. Χωρίς έμπνευση, χωρίς κομμάτια που να σου μένουν, χωρίς να σου γεννάει την διάθεση να τον ξανακούσεις.

Οι Amon Amarth έχουν γράψει χιλιόμετρα στον χώρο, και σίγουρα είναι ένα μέγεθος που αξίζει θαυμασμό και σεβασμό, ανεξάρτητα της όποιας κοιλιάς παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια.

Αυτή η τεράστια μπάντα λοιπόν, θα μας πάρει τα μυαλά την Πέμπτη στη Θεσσαλονίκη και την Παρασκευή στην Αθήνα.

Οι Amon Amarth live σκοτώνουν , και θα το αποδείξουν σε αυτά τα live , όπως το κάνουν κάθε φορά που παίζουν ζωντανά.

Χρειάζονται όμως μια επανεκκίνηση, γιατί δισκογραφικά φαίνονται κουρασμένοι.
Όπως και να έχει εμείς θα υψώσουμε τα κέρατα την Παρασκευή , θα φωνάξουμε ''Σκολ!'' , και μετά θα δούμε Vikings ακούγοντας ''Death and Fire''

Γιατί οι Αmon Amarth είναι τα 3Μ·
Μούσια-Μαλλιά-Μπύρες.

 

* Οι Amon Amarth εμφανίζονται μαζί με τους ΘΕΟΥΣ Grand Magus στη Θεσσαλονίκη την Πέμπτη 1 Δεκέμβρη στο Fix Factory, και στην Αθήνα την Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου στο Fuzz Club.

 

GRAND MAGUS

Γράφει ο Δημήτρης Τσέλλος

“Let the story begin...”

 

 

1996 και κάπου στη Στοκχόλμη της Σουηδίας (υπάρχει και αλλού;) ο πρώην τραγουδιστής των Cardinal Fang, Janne “JB” Christoffersson, ο μπασίστας Mats "Fox" Skinner και ο αγνώστων λοιπών στοιχείων ντράμερ Iggy, ο οποίος το 1999 έδωσε τη θέση του στον Fredrik "Trisse" Liefvendahl, αποφάσισαν πως θέλουν να συμμετέχουν στην αναβίωση του 70s συναισθήματος. Φορμάρουν λοιπόν μια μπάντα με το όνομα Smack και προβάρουν τραγούδια δίνοντας και συναυλίες σε τοπικό επίπεδο. Τότε ήρθε και η αλλαγή στο όνομα του γκρουπ. Δισκογραφικά η αρχή έγινε το 2000 με ένα demo τριών τραγουδιών, των “Stonecircle”, “Twilight Train” και “Glow” και εν συνεχεία με το “It's Over/Twilight Train” split μαζί με τους Spiritual Beggars, όπου οι Grand Magus συμμετέχουν με το “Twilight Train” φυσικά. Κάπου εκεί, ο Christoffersson (από δω και στο εξής “JB” σκέτο) δέχεται την πρόταση των Beggars και γίνεται διπλοθεσίτης, στη θέση του Christian Sjöstrand ή αλλιώς Spice. Μαζί με τη μπάντα του μεγάλου Michael Amott, θα κυκλοφορήσει δύο ιδιαίτερης βαρύτητας δίσκους, το “On Fire” και το “Demons”, μέχρι να δώσει τη θέση του το 2010 στο Απόλλωνα Παπαθανασίου των Firewind. Και για να τελειώνουμε με τη Spiritual Beggars παρένθεση, ακούστε οπωσδήποτε τις δύο αυτές δουλειές.

 

Οι Grand Magus έχουν υπογράψει στη Rise Above Records και είναι έτοιμοι πλέον να καταθέσουν τη πρώτη τους πλήρη και επίσημη δισκογραφική δουλειά, που φέρει το όνομά τους. Όπως το έγραψα πιο πάνω. Ο δίσκος είναι μια ξεκάθαρη αναβίωση του 70s doom - heavy rock ήχου, σε θεματολογία όμως λιγότερο ...χίππικη, που έχει να κάνει με βόρειο παγανισμό και ανθρώπινα ιδανικά και αξίες. Εκτός από τις Black Sabbath, εποχής Ozzy, επιταγές, το “Grand Magus” (2001) φέρνει επί το γενικότερον προς stoner καταστάσεις και μπάντες όπως οι Orange Goblin και οι Goatsnake, ενώ δεν λείπουν και οι Cathedral επιρροές. Ένα δυνατό ντεμπούτο, το οποίο δίνει τη θέση του στο ακόμη καλύτερο “Monument” (2003).

 

Εδώ ακούμε και τα πρώτα ψήγματα του άκρατου ηρωικού συναισθήματος που τόσο εμφανές έγινε αργότερα, συγκεκριμένα στο τρομερό κομμάτι “Brotherhood of Sleep”. Σίγουρα ο καλύτερος δίσκος από τους δύο της πρώτης περιόδου της μπάντας, πολύ συμπαγής, ενιαίος ως προς την αξία του και τη ποιότητά του, αλλά εμένα θα μου επιτρέψετε να θεωρώ το επόμενο άλμπουμ ως το πραγματικό ντεμπούτο τους. Θα δείτε παρακάτω το γιατί. Όπως και να'χει το πράγμα, δεν διαγράφω το “Grand Magus” και το “Monument”, κάθε άλλο. Αν θελήσω να ακούσω ατόφιο 70s doom metal, αν θελήσω τον ήχο όχι τόσο επικό, αλλά κοντά στις “ρίζες”, θα είναι στις πρώτες μου επιλογές, ειδικά το δεύτερο. Αλλά τα επόμενα...αχ αυτά τα επόμενα...

 

...με πρώτο στη σειρά το “Wolf's Return” (2005). Από εδώ ξεκινά η αλλαγή που έκανε τους Grand Magus από ένα πολύ καλό doom metal σχήμα, στη φοβερή και τρομερή μπάντα του σήμερα. Το “Kingslayer” που ξεκινά τη κούρσα, ήταν το πιο up tempo τραγούδι που είχαν γράψει ως τότε. Οι κιθάρες είναι πια αρκετά πιο heavy metal, πιο NWOBHM, πιο Black Sabbath επί Dio αυτή τη φορά, πιο Judas Priest. Υπάρχουν βεβαίως ακόμη αργόσυρτες, υπέρβαρες συνθέσεις σαν το “Nine” ή το “Ashes”, αλλά τούτη η δουλειά είναι σαφώς πιο “σπιρτόζα” από τις δύο προηγούμενες. Και για μισό λεπτό, τί είναι αυτό; Προσέξτε λίγο το τέταρτο τραγούδι. Το ομότιτλο. “Wolf's Return”, ή αλλιώς η τέλεια μίξη Manowar με Candlemass. Και όταν λέω Manowar, λέω MANOWAR. “Hail To England” και τα μυαλά στον απέναντι τοίχο, όχι “Louder Than Hell” και ψευδοεπικές Aμερικανιές! Από κοντά επίσης το “Blood Oath” και το “Repay In Kind”. Το “Wolf's Return” ήταν ο δίσκος - εφαλτήριο προς την απόλυτη καθιέρωση των Grand Magus, ως μεγάλη μπάντα. Ο δίσκος που τους έδωσε ταυτότητα.


 

 

 

Τρία χρόνια αργότερα, οι Σουηδοί “ξαναχτυπούν” με το “Iron Will” (2008). Νέο μέλος πίσω από τα τύμπανα ο Sebastian Sippola, ή αλλιώς “Seb” (για να μη ξεχνάμε και τα υποκοριστικά μας), και οι Manowar επιρροές ακόμη πιο εμφανείς. Στην ουσία ο δίσκος είναι σαν τον Δικέφαλο Αετό: Το ένα κεφάλι κοιτάζει προς το κλασσικό heavy των Priest, Saxon και Sabbath, και το άλλο προς το επικό των Manowar, Heavy Load και Bathory. Προσωπικές αδυναμίες σε έναν δίσκο που έχει χαρακτηριστεί “μνημείο” της περασμένης δεκαετίας, τα “Iron Will”, “Silver Into Steel”, “Self Deceiver”, “Beyond Good And Evil” (“Into Glory Ride” κανείς;) και “I Am The North”, για των οποίων το ηρωικό ύφος ευθύνεται εν πολλοίς ο JB, ως τραγουδιστής αλλά και ως κιθαρίστας, χωρίς να θέλω να μειώσω τη συνεισφορά των Fox και Seb.

Οι Σουηδοί έχουν πάρει φόρα, και το “Hammer of the North” (2010) μεγαλώνει ακόμα περισσότερο τη φήμη τους. Δεν είναι τόσο επικό όσο ο προκάτοχός του, χωρίς φυσικά να λείπουν οι στιγμές ψυχικής ανάτασης (“Black Sails”, “Savage Tales”, “Ravens Guide Our Way”), αλλά αυτό δεν μειώνει με τίποτα την αξία του. Πάθος, ορμή, αντρίκιες ΤΡΑΓΟΥΔΑΡΕΣ που δεν δείχνουν έλεος σε κανέναν. Το μπάσο του ομώνυμου ύμνου είναι σκέτη πώρωση, το solo του θεϊκού “I, The Jury” κρατά σφιχτά μέσα του το dna του εκπληκτικού πρόγονού του στο “Eyes Of The World” των Rainbow, και το άλμπουμ τελικά είναι σκέτη ...αρρώστια. Αθεράπευτη.

 

Περιμέναμε μόλις δύο χρονάκια για να ακούσουμε το επόμενο πόνημα της παρέας του JB. Με μια ακόμη κίνηση πίσω από τα drums, τον Ludwig Witt των Spiritual Beggars, συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε το “Hammer of the North”.

 

 

 

 

 

Το “The Hunt” (2012) δεν χρειάζεται να βγει για κυνήγι για να κερδίσει οπαδούς. Στήνει το δόκανο της έμπνευσης, της ποιότητας και της metal κάψας, και αυτό ήταν. Δηλαδή, και μόνο το απευθείας βγαλμένο από τη Valhalla “Son of the Last Breath” να έριχναν στο παιχνίδι, θα το κέρδιζαν πριν καν αρχίσει. Αντ’ αυτού, πάρε και ένα “Starlight Slaughter”, πάρε και ένα “Sword of the Ocean”, και ένα “Iron Hand” και ...και...και... Ένα ακόμη επιβλητικό άλμπουμ, από αυτά που έχουν το μοναδικό προνόμιο να ενώνουν ιδέες, απόψεις, ακούσματα, γούστα, και όχι να χωρίζουν. Ο παλιοροκάς γείτονάς σας που χτυπιέται ακόμη, κρυφά από τη γυναίκα του, με Deep Purple και Rainbow, o epic warrior ξάδερφος που ξυπνά με Doomsword και κοιμάται με Wotan και ο κολλητός που θέλει “σύγχρονα πράγματα”, θα μπορούσαν να πιούν ένα καφάσι μπύρες αγκαλιά στο άκουσμα του “The Hunt”. Για τέτοιο δίσκο μιλάμε. Ρωτήστε αν δεν με πιστεύετε και τον ΚΚ Downing, να σας πει ποιο “νέο” συγκρότημα θεωρεί κορυφή σήμερα.

 

2014, και αυτό που προσωπικά περίμενα, και σίγουρα δεν ήμουν ο μόνος, πραγματοποιείται. Τα σημάδια των καιρών το έδειχναν ξεκάθαρα, αν μπορούσες να τα διαβάσεις. “Θρίαμβος και Δύναμη” (“Triumph and Power”) γεμίζουν τα αυλάκια του βινυλίου και την επιφάνεια του cd. Ένα δίσκος που πορεύεται “κατά τας Γραφάς” (Manowar, Bathory) και κοιτάζει στα μάτια ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ δισκάρες του παρελθόντος. “On Hooves Of Gold”... Εισαγωγή βγαλμένη από το μυαλό του αειμνήστου Quorthon, η Φύση που βρυχάται και ο καβαλάρης που περνά από μπροστά σου φευγαλέα, συνοδεύουν ένα ακουστικό intro σκέτη μαγεία και ένα riff που ξυπνά και πεθαμένους. Aυτό ναι, είναι επικό metal χωρίς να γίνεται γραφικό. “Farewell, friend. I was a thousand times more evil than thou!” φωνάζει το πνεύμα του Stormbringer στον ετοιμοθάνατο Elric, και κάπου εδώ θυμάμαι το υπερ-έπος “Dawn Of A New Day” των Domine και ανατριχιάζω ολόκληρος. Θα το βάλω να παίξει μετά. Προς το παρόν, “Steel Versus Steel”. Στακάτος ρυθμός σε ένα άκρως συναυλιακό κομμάτι με τυπικότατο refrain, αν ψάχνεις ντε και καλά για μειονεκτήματα, αλλά μάλλον είσαι ο μόνος που τα ψειρίζεις τόσο. Πες μας και για το μούσι του JB, που δεν είναι κομμένο συμμετρικά. Σαρωτικό το “Fight”, και ασύλληπτο το ομότιτλο τραγούδι, με τον JB να ξεκινά τη πρώτη στροφή με ένα τρομερό μπάσο στη φωνή, και τον Fox στο δικό του, έγχορδο μπάσο να χτίζει τείχη ολόκληρα. Κιθάρες ηρωικές με κλασσικομεταλλάδικο solo στη μέση και πάμε για τυρόπιτα. Οι Bathory αναφορές είναι περισσότερες από κάθε άλλη φορά, είτε σε ιντερλούδια όπως το “Arv” και το “Ymer”, είτε σε ολοκληρωμένα κομμάτια όπως το θεϊκό “The Hammer Will Bite” που κλείνει τον δίσκο. Αν ψάχνεις για πραγματικά “ψυχωμένο” δίσκο, εδώ είσαι.

 

Για το φετινό “Sword Songs” τα γράψαμε και στη κριτική του. Ο δίσκος σε σχέση με το “Triumph and Power” είναι πιο straight forward, πιο κλασσικό metal στο ύφος των Judas Priest, αλλά κομμάτια όπως τα “Varangian”, “Forged In Iron - Crowned In Steel”, “Last One To Fall” και “Frost And Fire” δεν αφήνουν περιθώρια για αρνητικές δηλώσεις. Όσο δε για τη διασκευή στο “Stormbringer” των Deep Purple, έχουν σεβαστεί απόλυτα το αυθεντικό, αλλά έχουν βάλει επιπλέον τη δική τους τραχύτητα, υιοθετώντας το πλήρως! Πόσο επικός ήταν αυτός ο Blackmore τελικά, χωρίς πολλές φορές να το καταλαβαίνει... ή μήπως το καταλάβαινε και απλά μας έδειχνε κατά πού το πάει; Μάλλον το δεύτερο...


Αυτοί είναι οι Grand Magus με λίγα λόγια. Για τους δίσκους τους τα είπαμε. Τί να περιμένει κάποιος όμως που δεν τους είδε σε καμιά από τις εμφανίσεις τους στη χώρα μας; Θα πρέπει να περιμένει μια μπάντα που θα βγει στη σκηνή με ύφος “ο κόσμος μου ανήκει”, θα παίξει εξαιρετικά και θα αποχωρήσει μέσα σε αποθέωση. Το μόνο μειονέκτημά τους, θα είναι το γεγονός πως θα είναι support, οπότε δεν θα έχουμε την ευκαιρία να τους δούμε σε headline show. Όχι τίποτ' άλλο, για να σβήσουν και οι γκρίνιες της τελευταίας, θεϊκής μεν, πολύ σύντομης δε, εμφάνισής τους στο Κύτταρο.

Όσοι τους δεν γνωρίζετε, ακούστε τους ακόμη και τώρα. Αλλιώς, αν έτσι κι αλλιώς είστε παρόντες ελέω Amon Amarth, θα εισέλθετε απροετοίμαστοι και θα εξέλθετε οπαδοί.

Brace yourselves!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Read 469 times

Leave a comment