Monuments on Facebook

FIONN REGAN – The Meetings of the Waters (Abbey Records, 2017)

Tuesday, 27 June 2017 12:27

Τα πολλά λόγια είναι φτώχια: Δισκάρα!

Πιθανότατα, το έχουν πει πολλοί. Εγώ το άκουσα πρώτα από τον Stephen King. Ποιο; Το ότι όλες οι ιδέες υπάρχουν μέσα σου κι όταν αποφασίσουν να βγουν, εσύ πρέπει να είσαι έτοιμος (και, προφανώς, ικανός) να τις μετουσιώσεις, πριν προλάβουν να εξατμιστούν στη λήθη. Έχεις ένα είδος «χρέους», όπως εκείνου των ποιητών (και κυρίως του Ελύτη). Έχεις υποχρέωση να ποιήσεις, να φτιάξεις κάτι μ’ αυτές ή απλά να τις περιγράψεις. Όχι, μη βιαστείτε να κάνετε κλικ πάνω δεξιά. Τουλάχιστον πριν σας διευκρινίσω ότι καταρχήν δεν έχω κανέναν απολύτως σκοπό να μιλήσω για ποίηση. Αλλά, τελικά, ενάντια στις προθέσεις μου, μάλλον δεν είναι δυνατό να το αποφύγω. Γιατί, μιλώντας για το “The Meetings of the Waters”, ουσιαστικά θα μιλήσω για ποίηση. Οπότε, αν θέλετε, κάνετε το κλικ. Αλλιώς, πάμε για page down.

Ο Ιρλανδός singer-songwriter Fionn Regan μίλησε για το πέμπτο άλμπουμ του, τονίζοντας αυτά που είπαμε παραπάνω: «Έχω την αίσθηση ότι η ιδέα γι’ αυτόν τον δίσκο υπήρχε στο κεφάλι μου για πολύν καιρό». Κάποιοι μπορεί να σκεφτείτε ότι η δήλωσή του αυτή αποσκοπούσε στο να δώσει βαρύτητα στα νέα τραγούδια του. Εγώ, όμως, τον πιστεύω. Όχι λόγω της πενταετίας που στο μεταξύ παρήλθε από την κυκλοφορία του προηγούμενου “The Bunkhouse Vol I: Anchor Black Tattoo”, αλλά λόγω της ποιότητας των τραγουδιών του. Βλέπετε, μετά το βραβευμένο ξάφνιασμα του ντεμπούτου “The End of History” (2006), μας χρωστούσε κάτι τόσο καλό.

Η παραγωγή του δίσκου έγινε από τον ίδιο τον Regan, με τη βοήθεια των Philip Tennant και Dave Granshaw. Αν σας αρέσουν οι ετικέτες, μάλλον θα πρέπει να κατατάξετε το “The Meetings of the Waters” στην alt folk. Μάλλον. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται όλα είναι η folk, ούτε ότι η κληρονομιά του Bob Dylan και του Nick Drake είναι διακριτικά και, εκ των πραγμάτων, αναπόφευκτα παρούσα. Η ειδοποιός όμως διαφορά γίνεται από τα τελούντα σε απόλυτη αρμονία ηλεκτρονικά στοιχεία και, κυρίως, από την ελιτίστικη αισθητική και την ποιητική ματιά, η οποία προσδίδει στη μουσική του μια αίσθηση μεγαλείου. Η Lucinda Williams τον έχει χαρακτηρίσει ως «την απάντηση της γενιάς του στον Bob Dylan». Τι πιο τιμητικό θα μπορούσε να περιμένει κανείς. Υπάρχει όμως κίνδυνος η δήλωσή της αυτή να παραπλανήσει εκείνους που θα σκεφτούν τον «ανατρεπτικό» Dylan, που ήθελε να «αλλάξει τον κόσμο». Ο Regan του μοιάζει λιγάκι, αλλά, είναι βέβαιο ότι δε θέλει να αλλάξει τον κόσμο. Θέλει να μας περιγράψει, μέσα από πολυεπίπεδες συνθέσεις, την ομορφιά και τη γαλήνη του κόσμου που εκείνος αντιλαμβάνεται, για να μας κάνει να αγαπήσουμε τον δικό μας. Δεν έχω καμία αντίρρηση ότι στίχοι όπως οι: «“You pulled a rainbow from my skull and you said /Look at that» ή «The cloud pulled its curtain but the light stayed where you sat / In the blackberry bush where the bulbs shatter white» μπορεί να έχουν γεννηθεί από το βλέμμα ενός ποιητή. Μόνο που εγώ μέχρι τώρα δε μιλούσα για ποίηση στίχων, αλλά ήχων.

Ο δίσκος τυπικά δεν είναι concept, αλλά, ουσιαστικά, είναι. Ακούγεται με μιας και είναι προορισμένος για πολλές ακροάσεις. Κι αν θέλετε να διακινδυνεύσω μια πρόβλεψη, μπορώ να πω ότι θα αντέξει στο χρόνο. Ξεκινά με το φερώνυμο τραγούδι, μη αφήνοντάς σου περιθώριο να στρέψεις έστω για μια στιγμή αλλού την προσοχή σου. Η φωνή του Regan σε παρασύρει με την προσποιητή αδιαφορία της σε ονειρικά τοπία, που για κάποιο ανεξήγητο λόγο νιώθεις οικεία. Το εξαιρετικό “Cormorant Bird” ενώνει μέσα από ήχους και στίχους τη φύση με εκείνο το μυστήριο που (συχνά απερίσκεπτα) ονομάζουμε ψυχή, κάτι που γίνεται με αριστοτεχνικό τρόπο και στα καταπληκτικά “Cape of Diamonds” και “Book of the Moon”. Με τέτοια τραγούδια, ο Fionn Regan στέκεται ισότιμα στο πλευρό του Ryley Walker, γεμίζοντας με περηφάνια όσους δεν έζησαν τη δεκαετία του ’60. Το παράπονο του “Wall of Silver” κρυφοκοιτάζει μέσα σου, με φωνητικά που ξεκλειδώνουν καλά κρυμμένα μυστικά. Το ίδιο πετυχαίνει και το “Up into the Rafters”, το οποίο βρίσκει το δρόμο ήδη στρωμένο, για να μας παραδώσει στο αργόσυρτο ambient “Tsuneni Al”, που διαρκεί δώδεκα λεπτά, περνώντας μας σε μια υπνωτιστική αίσθηση του διηνεκούς.

Η ποίηση με ήχους κάποιες φορές αποδεικνύεται πιο δύσκολη από εκείνη με στίχους. Εδώ, το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς γι’ αυτή, είναι ότι μοιάζει αβίαστα συγκλονιστική.

 

Read 244 times