COLIN SCOT - Colin Scot: Remastered & Expanded (Esoteric Recordings / 2021)

Wednesday, 21 July 2021 14:55

Φανταστείτε ένα δίσκο που χαρακτηρίστηκε στο Record Collector από τον John Anthony ως “A genuine lost classic”. Φανταστείτε τώρα έναν άλλο δίσκο στον οποίο συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, οι Peter Hammill, Robert Fripp, Peter Gabriel, Guy Evans, David Jackson, Rick Wakeman, Dave Kaffinetti, Phil Collins, Jon Anderson. Τώρα φανταστείτε αυτούς τους δύο δίσκους ως έναν.

Από τον Τάκη Κρεμμυδιώτη

Καταφθάνει διπλό καλοκαιρινό μπόνους στις 30 Ιουλίου. Το “Colin Scot: Remastered & Expanded” με τέσσερα bonus tracks αν και έχει ηχογραφηθεί εδώ και πενήντα χρόνια, αυτό μόνο ως προσόν μπορεί να ακούγεται. Η μοναδική απόπειρα του singer-songwriter Colin Scot στη United Artists records έρχεται ξανά στη ζωή μας remastered και expanded, για να μας θυμίσει πόσο όμορφη ήταν η μουσική στη χρυσή εποχή 1967-1973 και να αποδείξει για μια ακόμη φορά τη διαχρονικότητά της.

Ο Colin Scot γεννήθηκε ως Colin Thistlethwaite στις 17 Μαρτίου του 1941 και ξεκίνησε την καριέρα του παίζοντας σε διάφορα folk clubs του Λονδίνου. Ήδη από το 1970 είχε αποκτήσει τη φήμη του ταλαντούχου και νεωτεριστή του είδους, που τω καιρώ εκείνω μεσουρανούσε στο μουσικό στερέωμα. Κυρίως η ποιότητα των τραγουδιών του, αλλά και η σκηνική του παρουσία, με αποκορύφωμα τις πάμπολλες εμφανίσεις του στο θρυλικό The Penthouse του Scarborough, αποτέλεσαν το καλύτερο δυνατό διαπιστευτήριο της μουσικής του. Τότε, η κυριαρχία των συναυλιακών χώρων της πρωτεύουσας ήταν σχεδόν απόλυτη, αλλά μπορούσε κάποιος και στην περιφέρεια να συναντήσει μέρη, στα οποία αναδεικνύονταν ονόματα όπως οι Roxy Music, Free, Derek and the Dominoes, David Bowie, Mott the Hoople, όπως και λίγο αργότερα οι The Sex Pistols, Damned και Stranglers.

Ο Colin, όπως είπαμε, ήταν κατεξοχήν ένας «παλαιάς κοπής» καλλιτέχνης, που προτιμούσε να συστηθεί αργά, αλλά σταθερά, μέσω της μουσικής του. Γι’ αυτό κατά καιρούς έπαιξε πλάι σε διάφορα folk και ακουστικά ονόματα, όπως των Magna Carta, Noel Murphy & Shaggis, Mike Heron, Derek Brimstone, Michael Chapman και Bridget St John. Εκτός από τα δικά του τραγούδια, έπαιζε μερικά από τους αγαπημένους του Don McLean, Buddy Holly, The Beatles, Frankie Ford, Harvey Andrews, Dave Cousins και Davey Johnstone. Μάλιστα, τις πιο πολλές βραδιές συγκινούσε το ακροατήριο με κλασικά τραγούδια όπως τα “Everyday”, “Peggy Sue”, το “Mr Blue” των Fleetwoods που τελικά βρήκε τη θέση του σε μεταγενέστερο δίσκο του, αλλά και το “Hey Jude” που συχνά αποτελούσε τον τεράστιας διάρκειας επίλογό του. Εκείνος που έλεγε τα καλύτερα λόγια για τη μουσική του ήταν ο ιδιοκτήτης του The Penthouse, ο Peter Adams, ο οποίος φιλοξενούσε κατά καιρούς στο σπίτι του τον David Bowie και τον Mike Oldfield. Καλό κονέ, δε νομίζετε;

Ο Colin ήταν πληθωρικός σε όλα: ως φιγούρα, ως χιουμορίστας, ως προσωπικότητα γενικά. Ο δε Davey Johnstone, που αργότερα έγινε ο κιθαρίστας του Elton John, τον περιγράφει ως έναν αξιαγάπητο τύπο με αδυναμία στο ποτό, που έμενε σε ένα πολύ όμορφο διαμέρισμα και είχε πολλές φιλενάδες, αλλά δεν έχανε βάρος παρά το ότι ίδρωνε πολύ σε κάθε συναυλία του. Ήταν απίστευτα γλωσσομαθής και μιλούσε με ένα μείγμα Αμερικανικής και Βρετανικής προφοράς, με την τελευταία να αποτελεί το άτυπο εισιτήριο για το περίφημο “Top of the Pops” του BBC, αν και τα τραγούδια του δεν πληρούσαν το «προφίλ» εκείνων που συναντούσε κανείς στους καταλόγους επιτυχιών. Κι αυτό υποδηλώνει με το σαφέστερο τρόπο την αξία τους. Κάπως έτσι έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για να κυκλοφορήσει το ντεμπούτο του, στο οποίο συμμετείχε η all star ομάδα που αναφέραμε παραπάνω. Άραγε χρειάζεται να επισημάνω ότι οι τύποι αυτοί δεν υπήρχε περίπτωση να δώσουν το όνομά τους σε κάτι που δε θα ήταν τουλάχιστον αξιόλογο;

Το κατά μία εκδοχή “Colin Scot...And Friends” ονομάστηκε τελικά από την United Artists ως “Colin Scot” και ήταν σεμνό και συγκρατημένα παθιασμένο, σα να μη συμμετείχαν σε αυτό τόσοι σημαντικοί μουσικοί. Δηλαδή, ήταν όπως «έπρεπε» να είναι ένα σοβαρό singer-songwriter άλμπουμ ενός μουσικού που σεβόταν τον εαυτό του. Κι αυτό, όπως εύκολα μπορεί κάποιος να καταλάβει, ήταν από μόνο του ένα ρίσκο. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο δίσκος δεν πέτυχε σημαντικές πωλήσεις, αλλά ο Andrew Lauder και κατ’ επέκταση η εταιρεία δεν απογοητεύτηκε, αν και ήδη είχε βάλει πλώρη για progressive διαδρομές με μπροστάρηδες τους Man και τους Hawkwind, αφήνοντας κατά μέρος τις ακουστικές κυκλοφορίες. Λέτε να έπαιξε ρόλο το ότι ο Scot και ο φίλος του Allan Taylor είχαν δώσει αμισθί μια συναυλία για την ποδοσφαιρική ομάδα Hartlepool, που φανατικά υποστήριζε ο Lauder; Αμάν αυτές οι κακές γλώσσες…

Την εποχή εκείνη συνέβαιναν πολύ σημαντικά πράγματα, όπως οι διεργασίες για το πάντρεμα της folk και του rock, αλλά και της «μεταστροφής» του blues σε rock. Αυτά αποτυπώνονται σε εμβρυακή μορφή και στα τραγούδια του “Colin Scot”, όπου η folk δεν παύει μεν να αποτελεί τον κεντρικό άξονα, αλλά εμπλουτίζεται με τα συμφωνικά πλήκτρα του Rick Wakeman που συνυπάρχουν με το folky keyboard του David Kaffinetti και την όλη συνεισφορά των Rare Bird, αλλά και τη μαγεία των Davey Johnstone και Robert Fripp των King Crimson. Σε όλα αυτά βάλτε και το ότι ο Scot κατακρίθηκε από τους «καθαρούς» της UK folk scene ως ασεβής στο πρόσωπο του Buddy Holly και αυτόματα η εικόνα θα γίνει πιο ευκρινής. Ακούστε τα “Do the Dance Now, Davey”, “Take Me Away”, “Hey! Sandy” και “The Boatman” και θα καταλάβετε.

Ο Scot έφυγε από την United Artists το 1972, δηλαδή ένα χρόνο μετά το ντεμπούτο του και την επόμενη χρονιά βρήκε στέγη στη Warner Bros., όπου κυκλοφόρησε δύο ακόμα άλμπουμ που δεν κατόρθωσαν να εκτοξεύσουν τη φήμη του, με αποτέλεσμα να εντείνει τις συναυλίες του σε Βρετανικά και ευρύτερα Ευρωπαϊκά folk clubs, για να μετοικήσει τελικά στο Άμστερνταμ. Δεν είναι λίγοι αυτοί που τον συγκρίνουν με τους Tucker Zimmerman, Al Stewart και Ralph McTell, όπως και όσοι πιστεύουν ότι ήταν καθαρή «ατυχία» το ότι ήταν σύγχρονός τους. Όπως λέει ο φίλος του Allan Taylor, ο Scot δε μπόρεσε τελικά να χαλιναγωγήσει τα πάθη του, μέχρι που το 1999 “…he drank himself to death.”

Read 164 times