WILLIAM THE CONQUEROR – "Proud Disturber of the Peace" (Loose Records)

Wednesday, 12 July 2017 06:00
Published in Where Blues meets Rock

Ο J.J. Cale ξαναζεί στην Κορνουάλη!

Χαζεύοντας κάποιες νέες κυκλοφορίες και ψάχνοντας, μέσα στον ατελείωτο αριθμό τους, κάποιο σημάδι για να ξεχωρίσω μερικές να ακούσω, έπεσα πάνω στον «Περήφανο Φασαριόζο» (σε μετάφραση ποιητική αδεία) του William του Κατακτητή. Χαμογέλασα, αναλογιζόμενος ποιος μπορεί να διάλεξε για όνομα συγκροτήματος το όνομα ενός αμφιλεγόμενου βασιλιά της Αγγλίας που ήταν γνωστός και ως William the Bastard, καθώς και, ειδικότερα, ποιος διάλεξε έναν τέτοιο τίτλο για ντεμπούτο άλμπουμ. Ύστερα κοίταξα με προσοχή το εξώφυλλο και, μετά από σύντομη σκέψη, πήρα την απόφαση να του δώσω μια ευκαιρία. Τότε δεν είχα ιδέα όχι μόνο για το τι είχε γίνει στο γκαράζ του Ruarri Joseph, αλλά ούτε και για το τι συνέβαινε (εν προκειμένω) όταν είσαι Βρετανός στο διαβατήριο, αλλά Αμερικανός στις μουσικές ρίζες.

Με χαλαρές κινήσεις πήγα στο βωμό και ζήτησα την (επιφανειακή, πλην όμως αφετηριακά χρήσιμη) γνώση του κυρίου γκουρού - google. Πληκτρολογώντας το όνομά τους, βγήκε ο παραπάνω ας πούμε γαλαζοαίματος λάτρης της Νορμανδίας. Τότε έκανα πιο συγκεκριμένη την αναζήτηση με τη λέξη band και… δε βρήκα βιογραφία στη Wiki! Ούπς! Άνοιξα όμως τη σελίδα του στο F/B και διάβασα στις «πληροφορίες» το εξής: “William the Conqueror is not what you might expect”. Δε χρειαζόμουν τίποτε άλλο. Μάλλον κάτι γινόταν εδώ. Άκουσα αμέσως το δίσκο, κόλλησα με την πρώτη στα “Tend to the Thorns” και “Cold Ontario” και αναλογίστηκα τι παρά τρίχα μπορούσε να είχε διαφύγει!

Στις 4 Αυγούστου, που θα κυκλοφορήσει το “Proud Disturber of the Peace”, θα γίνουν γνωστοί οι λόγοι για τους οποίους πιστεύω πως οι William the Conqueror θα κατακτήσουν το ευρύ «ψαγμένο» κοινό. Αυτοί προφανώς είναι οι ίδιοι που οδήγησαν τους υπεύθυνους του AmericanaFest να τους καλέσουν να παίξουν στο Nashville μαζί με τους Richard Thompson, Jools Holland και Van Morrison, να είναι υποψήφιοι για το καλύτερο τραγούδι στα UK Americana Awards και να υπογράψουν στη Loose Music, που στεγάζει καλλιτέχνες όπως οι Sturgill Simpson, Courtney Marie Andrews, The Handsome Family, Andrew Combs και Danny and the Champions of the World.

Οι William the Conqueror είναι τρεις: ο πολυοργανίστας Harry Harding, η Naomi Holmes και ο Ruarri Joseph και εδρεύουν στην Κορνουάλη. Οι ίδιοι αποφεύγουν συστηματικά να κατηγοριοποιήσουν τη μουσική τους, αλλά πολλοί άλλοι δεν έχουν κανένα απολύτως πρόβλημα να πουν ότι αυτή είναι bluesy indie-Americana, indie-rock, country rock ή ακόμα και grunge (ουδέν επί του τελευταίου σχόλιον!) Μην τους παίρνετε όμως τοις μετρητοίς. Όχι επειδή δεν ξέρουν ακριβώς τι λένε, αλλά κυρίως επειδή θα αδικήσετε το ίδιο το συγκρότημα. Λόγω του ότι όμως κάθε κριτική μιας νέας κυκλοφορίας απευθύνεται σε ανθρώπους που κατά κανόνα δε γνωρίζουν τον ήχο της μπάντας, είναι εκ των πραγμάτων επιβεβλημένο ο κριτικός να τον οριοθετήσει, ούτως ώστε να δοθεί το έναυσμα για ουσιαστική ενασχόληση, τουλάχιστον στους φίλους του εκάστοτε μουσικού είδους. Συγχωρήστε μου την… ακαδημαϊκή μουσικολογική έκφραση, αλλά, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα προτιμούσα να μην περιγράψω καν τον ήχο τους. Υπό τις παρούσες όμως συνθήκες θα πω ότι αυτός είναι καταρχήν αμερικανικός rock. Για να έχετε μια εικόνα, φανταστείτε την πανέμορφη κληρονομιά του J.J. Cale να ακουμπά τα περήφανα τοπία που άφησε πίσω του ο Tom Petty (ο οποίος, ακόμα δε μπορώ να εξηγήσω πώς άφησε πίσω του μια τόσο όμορφα ενσωματούμενη κληρονομιά, μέσα από όχι-και-τόσο-σημαντικά τραγούδια). Σε όλα αυτά, αν βάλετε μια αίσθηση από τους The Kings Of Leon, κυρίως στα φωνητικά και δευτερευόντως στον ήχο, καθώς και διακριτικές 70’s επιρροές, θα έχετε μια λίγο - πολύ αντιπροσωπευτική εικόνα του τι παίζουν. Όχι όμως του πόσο καλά παίζουν. Αυτό γίνεται μόνο αν ακούσετε τα τραγούδια τους. Μήπως χρειάζεται να πω πιο ξεκάθαρα ότι αυτά είναι πολύ καλά;

Η ηχογράφηση του “Proud Disturber of the Peace” έγινε στο γκαράζ του Joseph, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να δικαιώσουν (και προφανώς έτσι να αποφασίσουν) τον τίτλο του δίσκου τους. Αρχικά είχαν προγραμματίσει να ηχογραφήσουν στο Isle of Lewis, αλλά λόγω του ότι εκεί η ηλεκτροδότηση διεκόπη εξαιτίας ενός τυφώνα, η δουλειά έγινε στην έδρα τους με τους Ethan Johns και Ryan Hewitt να αναλαμβάνουν την παραγωγή. Η ποιότητα της δουλειάς όλων αποτυπώθηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μέσα από την προσπάθεια να ηχογραφήσουν «ζωντανά», με τα λιγότερα δυνατά overdubs, δείχνοντας με τον τρόπο αυτόν την προσηλωμένη στις rock ρίζες νοοτροπία τους.

Ο δίσκος ανοίγει με το επιλεγμένο ως πρώτο single “In My Dreams”, που υποκρύπτει την αυτοπεποίθηση του Tom Petty και διακρίνεται για την εξαιρετική rhythm section του. Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται και το “Did You Wrong”, ενώ το πολύ καλό και απολογητικό “Sunny is the Style” δίνει μοναδικά την ήρεμη αίσθηση του μεγαλείου του. Το πνεύμα του J.J. Cale καθοδηγεί δημιουργικά την έμπνευση στο φερώνυμο του δίσκου τραγούδι, στο “Mind Keeps Changing”, όπου μέσα από τις νότες κρυφοκοιτάζει ταυτόχρονα ο παλιός καλός Bob Dylan, αλλά και στο “The Many Faces of a Good Truth”, το οποίο παράλληλα διαπνέεται από την ερμηνεία του Marvin Gaye στο “Inner City Blues”. Φυσικά, τον J.J. Cale, μαζί με γενναίες δόσεις από τα 70’s, θα βρείτε στο μοναδικό “Cold Ontario”, το οποίο μαζί με το “Tend to the Thorns” αποτελούν με (μικρή) διαφορά την αιχμή του δόρατος της καταπληκτικής αυτής κυκλοφορίας. Υπάρχουν ακόμα το γεμάτο από συναισθήματα “Pedestals” και ο επίλογος του “Manawatu”, που αποτελεί την ιδανική γέφυρα για τους alt country και ευρύτερης Americana τόπους που ξανοίγονται πέρα από τα βαθιά νερά του Ατλαντικού.

Κι αν η ησυχία στη ζωή μας μοιάζει αληθινά πολύτιμη για να διαταράσσεται, αυτό δε σημαίνει ότι για χάρη κάτι τέτοιων άλμπουμ δε μπορούμε να παύσουμε προσωρινά τον αγώνα μας να τη διατηρήσουμε. Πολύ περισσότερο όταν αυτή προέρχεται από συνειδητούς «Περήφανους Φασαριόζους»!

 

 

 

 

 

Read 293 times